«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.


ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ English/Français

Γιάννης Λειβαδάς: Ο ποιητής Τσαρλς Μπουκόβσκι



Γιάννης Λειβαδάς: Ο ποιητής Τσαρλς Μπουκόβσκι*

Η ποίηση λειτουργώντας εν πλήρη ελευθερία μάς οδηγεί στην συνείδηση πως δεν είμαστε και τόσο ελεύθεροι. Η ποίηση υμνώντας τον πραγματικό έρωτα, μάς δείχνει πόσο λίγο έχουμε ερωτευθεί. Η ποίηση διακρίνοντας τον Θάνατο μάς θυμίζει πως εκείνος μάς περιμένει. Η ποίηση μπορεί να μας ξεχωρίσει, όταν εμείς γινόμαστε πολτός περιωπής. Τα πράγματα είναι απλά: η ποίηση κάνει όλη την βρώμικη δουλειά.
Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1920, στο Άντερναχ της Γερμανίας. Ο πατέρας του υπηρετούσε τότε σε βάσεις του Αμερικάνικου στρατού και η μητέρα του ήταν Γερμανίδα. Το ζευγάρι παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε οριστικά το 1923, στο Λος Άντζελες. Ο πατέρας του μικρού Τσαρλς τον έδερνε από πολύ μικρή ηλικία χρησιμοποιώντας το δερμάτινο λουρί με το οποίο ακόνιζε το ξυράφι του. Μεγαλώνοντας, ο Τσαρλς συνήθισε τον πόνο, έπαψε να κλαίει και μετέτρεψε όλη του την οδύνη σε μίσος και απέχθεια προς τον πατέρα του - και ευρύτερα, ενάντια σε οτιδήποτε συμβόλιζε την εξουσία. Στα δεκάξι του, αποφάσισε να βάλει ένα τέλος σ’ αυτή την βάναυση συμπεριφορά: χτύπησε τον πατέρα του στο πρόσωπο με μία γροθιά και τον έριξε σχεδόν αναίσθητο στο πάτωμα. Έκτοτε ο πατέρας του δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά μαζί του. Ο ίδιος είχε δηλώσει σε μία συνέντευξή του στο περιοδικό High Times:
«Όταν σε δέρνουν τόσο πολύ βάναυσα και για τόσο μεγάλο διάστημα, αποκτάς την τάση να λες τα πράγματα με το όνομά τους – μ' άλλα λόγια, η κατάσταση αυτή εξαφανίζει κάθε προσχηματική διάθεση από μέσα σου. Αν επιζήσει κάτι μέσα σου, συνήθως αυτό θα είναι κάτι αυθεντικό. Οποιοσδήποτε δέχεται τόση βία και τιμωρία στην παιδική του ηλικία, μπορεί να γίνει δυνατός, σωστός άνθρωπος, ή να γίνει βιαστής, φονιάς, να καταλήξει σε κάποιο τρελάδικο, ή να χαθεί μέσα στους αμέτρητους δρόμους της ζωής. Καταλαβαίνετε λοιπόν, πως ο πατέρας μου αποδείχτηκε σπουδαίος λογοτεχνικός δάσκαλος: με δίδαξε το νόημα του πόνου, του πόνου δίχως αιτία».
Ο νεαρός Τσαρλς αντιμετώπιζε επίσης πολύ σοβαρό πρόβλημα με έναν τύπο εξανθήματος, το οποίο είχε σχεδόν παραμορφώσει την επιδερμίδα του προσώπου του. Η κατάσταση αυτή συνετέλεσε δραματικά στην απομόνωση και την άρνηση κοινωνικοποίησης που ήδη χαρακτήριζε τον ποιητή στην εφηβεία του. Ο νεαρός Μπουκόβσκι παρόλα του τα προβλήματα, είχε κερδίσει το πλεονέκτημα να βρεθεί σε μία οπτική γωνία, απ’ όπου, με την βοήθεια του ταλέντου του, κατάφερε σε πρώτη φάση, να παρατηρεί με ειλικρίνεια τον κόσμο, και τέλος, να τον καταδικάσει οριστικά ως μάζα ζωντανών νεκρών. Όλες αυτές οι συγκυρίες χάρισαν στον Τσαρλς Μπουκόβσκι ευθύτητα και τόλμη. Μία οξύμωρη πολυτέλεια. Ουδέποτε φοβήθηκε πως ξεστομίζοντας τις πεποιθήσεις του, θα χάσει τη δουλειά του ή θα εκτοπιστεί από κάποια πολιτική ή ιδεολογική κλίκα. Ο Μπουκόβσκι δεν θα μπορούσε ποτέ να αντιληφθεί την κοινωνία σαν κάποιος κοινωνικά ενταγμένος. Το πρόβλημα - ή απλώς ζήτημα, (ό,τι προτιμάτε), αυτής της ιδιοσυγκρασίας δεν προσδιόρισε μόνο την αποξένωση του από τους λογοτεχνικούς κύκλους. Η παραμόρφωση του προσώπου του και η προσβλητική συμπεριφορά απέναντί του, βρήκαν αντίκρισμα και εκφράστηκαν μεταφορικά στον ποίηση του, μια ποίηση στα όρια της αισχύνης, της προσβολής - την ποίηση μιας χαμένης ζωής.
Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι ξεκίνησε από πολύ νωρίς να ζει μια μοναχική και ανεξάρτητη ζωή. Έκανε αμέτρητες διαφορετικές δουλειές για να επιβιώσει, οι οποίες όμως δεν κρατούσαν παραπάνω από μερικές εβδομάδες ή μήνες. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε η εντεκάχρονη θητεία του στην ταχυδρομική υπηρεσία του Λος Άντζελες. Το 1969 έχοντας γευθεί μια ελάχιστη επιτυχία σαν συγγραφέας σε μικρά περιοδικά και εκδόσεις πολύ περιορισμένου αριθμού αντιτύπων, πήρε την δύσκολη απόφαση να αφήσει την δουλειά του και να προσπαθήσει να ζήσει σαν συγγραφέας. Ήταν πια 49 χρονών, και βρισκόταν στο χείλος της συναισθηματικής κατάρρευσης. Τα πρακτικά προβλήματα της ζωής του δεν ήταν λίγα. Σε κάποια αδημοσίευτη επιστολή του προς τον Καρλ Βάισνερ, με ημερομηνία «κάποια μέρα του Νοεμ. 1969», ο Μπουκόβσκι εξηγεί «έχω μία ή δύο επιλογές - να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ … ή να ζήσω σαν ποιητής και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα το δεύτερο».
Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι βρέθηκε αντιμέτωπος στη ζωή του με αμέτρητες προκλήσεις και κινδύνους: διαταραγμένους γονείς, βία, σοβαρό εξάνθημα στο πρόσωπο, νταήδες του δρόμου, αλκοολισμό, επικίνδυνο έλκος, κακοποιούς, παράνοια, παρανοϊκές συντρόφους, ηπατίτιδα, καρκίνο του δέρματος, ζωή στα πιο ξεπεσμένα ξενοδοχεία, αρουραίους, απόπειρες αυτοκτονίας, αστυνομικούς, ύπνο στα πάρκα, παράσιτα, αφόρητη πείνα, τρομώδες παραλήρημα, και πολλά άλλα. Οι θεοί όμως τον βοήθησαν να επιβιώσει και να γίνει ο δημιουργός που όλοι γνωρίζουμε σήμερα.
Σταδιακά, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, άρχισε να κερδίζει φήμη, να γράφει συστηματικά και να εκδίδει τα βιβλία του με περισσότερη ευκολία. Σε αντίθεση με τους περισσότερους λογοτέχνες της εποχής του, ο Μπουκόβσκι δεν ενδιαφέρθηκε να εξερευνήσει και να εκμεταλλευτεί την δυτική παράδοση της γραφής. Κάποιες από τις πολλές αρετές του Μπουκόβσκι ήταν, η διάκριση της μουσικότητας της απλής, καθημερινής γλώσσας, η ικανότητά του να προσδίδει νόημα και σπουδαιότητα στις πιο απελπιστικές, και φρικτές στιγμές της ίδιας του της ζωής, ή της ζωής άλλων ανθρώπων, χωρίς μάλιστα να καταφεύγει σε συναισθηματισμούς ή να χάνει σε ύφος. Η απίστευτη ευκολία του να αντιπαραθέτει λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής με αφηρημένες έννοιες, είτε για να δημιουργήσει ένα πεδίο δράσης, είτε για να δώσει ζωή σε κάποιο ασήμαντο φαινομενικά σκηνικό. Επίσης μία σπάνια συγγραφική αποστασιοποίηση από τα θέματα του, διατηρώντας ψύχραιμη και οικονομική γλώσσα - στοιχεία που του επέτρεψαν να αναδεικνύει σοφία και χιούμορ ακόμη και στις πιο ασήμαντες υποθέσεις.
Η αμεσότητα και η ευστοχία του άφησαν εποχή. Ο Μπουκόβσκι ήταν από τους λίγους ποιητές ανά τον κόσμο, που κατάφεραν να «μιλήσουν» και όχι να «δείξουν». Ο Μπουκόβσκι εμφανίστηκε στα γράμματα, ως ένας ποιητής απογοητευμένος με το status quo της γραφής - τα πρότυπα και τις συμβάσεις. Ολότελα μόνος στο νεότερο λογοτεχνικό στερέωμα συγκλόνισε το λογοτεχνικό κατεστημένο (και όχι μόνο), με το «μη-λογοτεχνικό» του ύφος, μα και με την δίψα του να δημιουργήσει κάτι νέο, την διάσταση του «make it new», όπως θα έλεγε και ο Έζρα Πάουντ. Κατάφερε να εντάξει την, φαινομενικά αδέξια, καθημερινή ή και ελλιπή γλώσσα, στο σώμα της ποίησης. Επίτευγμα αποτελεί σαφώς, η δυνατότητα που δόθηκε στον απλό, μέσο αναγνώστη, να ευφρανθεί με την παραδειγματικά περιεκτική ποίηση. Μα και στον πιο ενήμερο και ικανό αναγνώστη να διαφύγει από το αντισηπτικό περιεχόμενο και την ηθικολογία.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο ποιητής άρχισε ξαφνικά να ζει με μία σχετική οικονομική άνεση, και ως εκ τούτου, να ασχολείται ακόμη πιο συστηματικά με την γραφή. Στο σύνολο, εξέδωσε σχεδόν εκατό βιβλία ποίησης και πεζογραφίας, και μεταφράστηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, στα ινδικά, τα κινέζικα και τα ιαπωνικά. Τα βιβλία του έφτασαν σε πωλήσεις στις Η.Π.Α. το 1000.000 αντίτυπα. Το 1984 τρία από τα βιβλία του έγιναν best sellers στην Βραζιλία, και στην Γερμανία τα βιβλία του έχουν πουλήσει στο σύνολό τους, πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μέσα σε ένα κλίμα τεράστιας φήμης και ευφορίας, συνεχίζοντας, ακόμη και τις τελευταίες μέρες της ζωής του, να γράφει με πρόγραμμα. Τελικά πέθανε στις 9 Μαρτίου του 1994, σε ηλικία 73 ετών, σε ένα νοσοκομείο του Σαν Πέδρο στην Καλιφόρνια - ύστερα από δωδεκάμηνη μάχη με την λευχαιμία.
Παρόλη την αδιαφορία και την αποστροφή που έδειξαν για το έργο του, οι καθιερωμένοι μελετητές και λόγιοι της λογοτεχνίας ως τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο Μπουκόβσκι κατάφερε εν τέλει «αναίμακτα» και από την μπροστινή μάλιστα πόρτα, να εισχωρήσει και να καταχωρηθεί στην αφρόκρεμα της Αμερικάνικης και της παγκόσμιας ποίησης, ενάντια στο πείσμα ουκ ολίγων κατηγόρων του. Λογοτεχνικές επιθεωρήσεις έχουν αφιερώσει αμέτρητες σελίδες στην μελέτη του έργου του. Αποκορύφωμα στάθηκε η εμφάνιση του ποιητή στις σύγχρονες, διαβόητες και εγκυρότερες ανθολογίες αμερικάνικης ποίησης. Τα τελευταία χρόνια, το ποιητικό του κυρίως έργο, άρχισε να διδάσκεται σε ορισμένα πανεπιστήμια, στο μάθημα της δημιουργικής γραφής και της αγγλικής φιλολογίας.
Για τον ποιητή γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Κατά καιρούς διάφοροι μπήκαν στον κόπο να μεταφράσουν ποιήματά του, να γράψουν σημειώματα και προλόγους για το έργο του. Ανά περίπτωση, κάποια πράγματα σώθηκαν και κάποια χάθηκαν. Ορισμένοι τον υπερασπίστηκαν, και άλλοι τον πολέμησαν. Όντας στην πραγματικότητα τραγικός, ο Μπουκόβσκι, έπεσε (όπως ήταν αναμενόμενο για τα ελληνικά δεδομένα), για πολλοστή φορά, «θύμα» φιλολογικών και ιδεολογικών παρεξηγήσεων. Οι καλοπροαίρετοι μεν, μα ανυποψίαστοι, έσπευσαν να τον κατατάξουν και να τον ερμηνεύσουν, έχοντας πέσει οι ίδιοι στην προφανή παγίδα του συστήματος της λογοτεχνικής ταξινόμησης. Οι πολέμιοί του, τον κατέταξαν σιωπηλά και έμμεσα στα απολειφάδια της λογοτεχνίας. Σαν κατάληξη έχουμε σήμερα, από τη μία πλευρά, την τεράστια εμπορικότητα του ποιητή, - κυρίως από ανθρώπους που δεν διαβάζουν ποίηση και ευφραίνονται απλώς με την ευθύτητα και την ωμότητά του. Κι από την άλλη, την σιωπή εκείνων που εκ θέσεως θα έπρεπε να φροντίσουν για την παρουσίαση και την όσο δυνατή, αντικειμενική εκτίμηση του. Μοιάζει λες και κονταροχτυπιούνται δύο γνώριμα σε όλους μας «κατεστημένα», το ένα, του γνωστού και μίζερου «περιθωρίου», και το άλλο, του διαβόητου και ευνουχισμένου «ακαδημαϊσμού». Αμφότερα τα συστήματα αυτά φαίνεται πως δεν έχουν συνειδητοποιήσει την, προ πολλού, οριστική τους κατάρρευση. Και ο Μπουκόβσκι ήταν από τους πρώτους, παγκοσμίως, που κατέδειξαν αυτό το γεγονός.
Διαπιστώνουμε λοιπόν, για μία ακόμη φορά, το φαινόμενο της φιλολογικής αυθαιρεσίας στο ελληνικό τοπίο. Και η αυθαιρεσία ετούτη δεν έχει να κάνει μόνο με την εισαγόμενη λογοτεχνία. Τα ελληνικά γράμματα επίσης σκιάζονται από το καθεστώς της σκλήρυνσης και της μονοτονίας. Ας επανέλθουμε όμως στην περίπτωση του Μπουκόβσκι. Μεταφράσεις των ποιημάτων του άρχισαν να κυκλοφορούν στην χώρα μας από το 1980. Οφείλουμε δυστυχώς να σχολιάσουμε, πως οι μεταφράσεις των έργων του ήταν μάλλον πρόχειρες, και πως κανένας μεταφραστής δεν συντονίστηκε ικανοποιητικά με το πνεύμα του: με την βαθύτατη σχέση της ποιητικής του με εκείνη της κλασικής Κινέζικης ποίησης (εννοώντας κυρίως τον Λι Πο), απ’ όπου μορφοποιήθηκε ο συνομιλητικός του τόνος και η γνωστή παθητική του ένταση. Την κάθετη επίδραση που είχε στο έργο του ο απομονωτισμός και η απλότητα του Ρόμπινσον Τζέφερς. Κανείς δεν κόπιασε να τον αντιμετωπίσει στοιχισμένο στις πραγματικές του διαστάσεις. Άπαντες τον εκτίμησαν ισάκις σαν την «σκιά των χαμένων προσδοκιών» της Μούσας των τελευταίων δεκαετιών, ή σαν το ανεπιφύλακτο αντίβαρο της συστολής και της αδράνειας που οι ίδιοι προσυπογράφουν.
Εδώ λοιπόν ο Τσαρλς Μπουκόβσκι παρουσιάζεται, περισσότερο από ποτέ, στις πραγματικές του διαστάσεις: δηλαδή σαν ποιητής μιας απόλυτα ορισμένης Άλλης Θέσης και όχι μιας γραφικής αντίδρασης· ποιητής της Καθημερινής Μεταφυσικής και όχι απλά «καταραμένος ποιητής». Ως ένας από τους μείζονες δημιουργούς του περασμένου αιώνα, που επανέφερε τον άνθρωπο στο κέντρο του ποιητικού στόχου, επιβεβαιώνοντας τις τραγικές του μεταβολές αλλά και το στίγμα της αρχέγονης ωραιότητάς του, όταν οι στρατιές των «προοδευτικών λογοτεχνών» [αριστερών και δεξιών] αναζητούσαν τον «δικό τους άνθρωπο» στο μέγιστο της διανοητικής ακίδας ζυγίζοντας ανά προτιμητέο τεμάχιο την ανθρωπότητα.
Ουδέποτε προέκυψε επίσης μία ουσιαστική κριτική παρουσίαση του έργου του. Κι αν εξαιρέσουμε τις διατυπώσεις ορισμένων απόψεων που έγιναν από τον Α. Τραϊανό, -στην εισαγωγή που συνόδευε εκείνη την έκδοση ποιημάτων του Μπουκόβσκι από την «Μικρή Εγνατία»-, έχουμε μάλλον μία σειρά από φαιδρά σημειώματα, που δεν αναλογούν παρά στο φανταστικό επίπεδο ή στις μύχιες προσδοκίες του βίου των δημιουργών τους.
Με ή χωρίς την παρέμβαση της «υψηλής» φιλολογικής διερεύνησης, ο Μπουκόβσκι υπήρξε σκυταλοδρόμος μιας σειράς κορυφαίων ποιητών: Villon, Coleridge, Whitman, Cendrars, cummings, Berryman, κ.ά, που ώθησαν την ποίηση σε μία όσο το δυνατόν, άμεση, ενεργητική γλώσσα, εκφράζοντας ο καθένας με τη δική του ιδιαιτερότητά, τις αναλογίες και τις διατυπώσεις μιας παράλληλης οπτικής -συχνά οριακής- που διέφερε και εξακολουθεί να διαφέρει από την καθολική και συντονισμένη πρόσληψη.
«Αυτό που μετράει περισσότερο είναι πόσο καλά περπατάς μες στη φωτιά». Στην περίπτωση του Τσαρλς Μπουκόβσκι, αυτή είναι παραπάνω από μία απλή έκφραση. Πρόκειται για την διατύπωση-διακήρυξη της ζωής του ίδιου του ποιητή. Το έργο του διέπεται εξίσου απ’ αυτήν και δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από μία ψύχραιμη και καλοπροαίρετη ανάγνωση.
Κλείνοντας θα θέλαμε μόνο να θέσουμε ένα ερώτημα, τόσο σ’ αυτούς που τούς εφαρμόζει, όσο και σ’ εκείνους που τούς πέφτει μεγάλο το κουστούμι της ποίησης: Πως θα είχε άραγε η κατάσταση, αν διαβάζοντας τον Μπουκόβσκι, προσλαμβάναμε την ύπαρξη ως απόλυτο ιστορικό μέγεθος, και αν θεωρούσαμε πως δεν υφίσταται τίποτα πιο μεταφυσικό από το απολύτως καθημερινό; Ας μην βιαστούμε να δώσουμε απαντήσεις…


Αθήνα 2005



*σημ. το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε ως εισαγωγή στον τόμο «Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ποιήματα» που κυκλοφόρησε 2007 από τις εκδόσεις Ηριδανός.




Richard Brautigan / Ποιήματα / Ετοιμάζεται από τις εκδόσεις Κουκούτσι


Lee Konitz "Very Cool" / A portion from the original liner notes



Lee Konitz: «Very Cool» (Verve, 1957) / A portion from the original liner notes of the record, recorded in New York, May 5, 1957. Lee Konitz (alto saxophone), Don Ferrara (trumpet), Sal Mosca (piano), Peter Ind (bass), Shadow Wilson (drums)

Lee Konitz: «Most of all, I've tried to get in closer contact with my feelings. I'm aware more of the time of what I'm really doing and of how it feels to me. Now, that may sound cryptic, but years ago, I remember playing with Lennie Tristano in a club. We went off stand at the end of a set. I was disturbed that there could be that distance between how I felt and how I had sounded to him. These days, it's much closer -how I feel and how I sound. The most important thing, I've discovered, that I can do is to be myself when I'm playing. I'm not as concerned anymore with setting the world on fire with original music. If it comes, it comes; the main thing is to enjoy playing. I don't care if I'm playing straight melody; I can get satisfaction out of that. I've heard some of the young kids go through their paces, and when they land on one note or two notes of a melody, they give it away with the corniest vibrato and sound like a studio man. Playing a melody well isn't as easy as they think. I'm really concerned with playing one good note. In a number of the young jazzmen, I hear all of the proper ingredients, but I don't hear one note having the player's personal feeling. I think, on the other hand, that I'm using my own feeling when I play.» 


YANNIS LIVADÁS – OCULTACIÓN DESPÓTICA Y CRÍTICA / Η ΔΕΣΠΟΤΙΚΗ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ

 http://logotejnikimetafrasi.wordpress.com/2014/02/21/yannis-livadas-ocultacion-despotica-y-critica-%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA/

Από τον Mario Domínguez Parra:


Traducción y nota preliminar: Mario Domínguez Parra
Por lo que leo en este texto del poeta, narrador, ensayista y traductor griego Yannis Livadás (1969), hay temas que para cierta parte de la crítica literaria griega son sacrosantos. Uno de ellos es la llamada Generación de los 30, que incluye a poetas bastante conocidos en el ámbito hispanohablante como Seferis, Ritsos y Elytis. Buena parte de la obra del primero y del tercero ha sido traducida (por Vicente Fernández González y Cristián Carandell, respectivamente, entre otros muchos). En cuanto a Ritsos, una pequeña parte de su pantagruélica obra literaria ha sido también traducida (últimamente por Selma Ancira).
 
El problema surge, verbigracia, cuando Livadás decide escribir un ensayo sobre esa generación en el que no se dedica a adorar sin ambages a los poetas mencionados (y a los otros que pertenecen a ella, cuyos nombres incluyo en una nota a pie de página) como si fuesen iconos en el Monte Athos (y la alusión al conjunto de monasterios no es inocente, porque no parece haber poetas mujeres en esa generación). Se produce entonces la ocultación.
 
Ocultación despótica y crítica
«La poesía de la generación de los 30[1], la relación estadounidense-europea y la poesía de nuestros días». Un ensayo de cinco mil palabras, prolijo, resaltado además de manera harto obvia en la portada de la publicación que lo acoge. Su temática, más que oportuna; su tesis, probada hasta la extenuación. Las páginas (171-184) que lo alojan, especialmente coloreadas para enfatizar su presencia.
A pesar de todo esto, el señor Nikos Vatópulos, en un artículo suyo en el periódico Καθημερινή, del 1 de febrero de 2014, se orientó selectivamente a través de la presentación de todos los aspectos y de las temáticas que aparecen en el último número de la revista literaria «Κουκούτσι», excepto del ensayo antes mencionado.
Que nos liemos con lo relacionado con la deontología, puesto que hablamos de un fenómeno griego, resultará más que ridículo. La deontología está ausente desde hace mucho tiempo; por eso, todos los que investigamos o anhelamos el estímulo del país y de su educación buscamos algo importante ya sólo con el microscopio.
Poco me interesa quién es el señor Vatópulos y qué trabajo se ha encargado de hacer (¿?); tampoco quiero enfrentarme fundamentalmente con él porque, ya que no me interesa la persona en concreto, tampoco me interesa su mentalidad. De cualquier manera, sin embargo, sin motivo para lamentarme (ya que el postulado y el significante del ensayo que apareció en la revista en cuestión tiene importancia sólo como registro dentro del tiempo literario y sin duda no aspiraba al beneplácito o a la búsqueda de aliados, lo cual por otra parte se convierte en algo inconcebible a causa de la naturaleza del texto mismo, por ahora), me refiero a la estruendosa ocultación que sufrió este texto, a pesar de que cuando cualquiera lo lee, si se dispone de la impavidez y de la osadía para atravesar los remolinos a manera de excusa que han creado los chiringuitos literarios de Atenas y alrededores, se percibe directa e inmediatamente a qué se debe esta ocultación. Tenemos por tanto que ver con un nuevo tipo de escritura periodística relacionado con el arte o, pongamos que es así, de periodismo, aquél en el que el dogmatismo intransigente y la ocultación se consideran fenómenos lógicos, convenientes, aunque también, principalmente, necesarios.
Exactamente lo mismo ha ocurrido, de nuevo, con los «Dos ensayos con la poesía» («Κουκούτσι», número 4, 2011), mientras que lo mismo se repetirá también con los ensayos o con otros textos análogos que se espera que algunas personas sensatas vayan a publicar, con mi firma, en un futuro inmediato.
No hay razón para añadir cualquier otra cosa. La ética y la clase intelectual de la Grecia contemporánea (la de ellos) es patente; el nuevo grupo de poder de la reacción y de la vileza es parte de la realidad griega contemporánea, expresivamente constituido y legible.

Yannis Livadás
París, 3 de febrero de 2014



Γιάννης Λειβαδάς: Η δεσποτική αποσιώπηση και κριτική 
«Η ποίηση της γενιάς του ‘30, η αμερικανο-ευρωπαϊκή συνάρτηση και η ποίηση των ημερών μας». Ένα δοκίμιο πέντε χιλιάδων λέξεων, εκτενές, εμφανέστατα υπογραμμισμένο ακόμη και στο εξώφυλλο του εντύπου όπου φιλοξενείται. Η θεματική του, παραπάνω από επί επίκαιρη, η θέση του έως ακίδας τεκμηριωμένη. Η σελίδες (171 έως 184) που το φιλοξενούν, ειδικά επιχρωματισμένες για να τονίσουν την παρουσία του.
Παρόλα αυτά, ο κ. Νίκος Βατόπουλος σε άρθρο του στην «Καθημερινή» της 1ης Φεβρουαρίου του 2014, οδηγήθηκε, επιλεκτικά, στην παρουσίαση όλων των πτυχών και των θεματικών που παρουσιάζονται στο τελευταίο τεύχος της λογοτεχνικής επιθεώρησης «Κουκούτσι», πλην του παραπάνω δοκιμίου.
Να καταπιαστούμε στα περί δεοντολογίας, εφόσον μιλάμε για ελληνικό φαινόμενο, θα αποβεί παραπάνω από φαιδρό. Η δεοντολογία είναι εξαφανισμένη από πολύν καιρό, γι’ αυτό και όσοι μελετάμε ή αποζητούμε την αναπτέρωση του τόπου και της παιδείας του, ψάχνουμε πια για κάτι σημαντικό μόνον με το μικροσκόπιο.
Λίγο με ενδιαφέρει ποιος είναι ο κ. Βατόπουλος και ποια δουλειά έχει αναλάβει να κάνει (;), μήτε και καταφέρομαι, ουσιαστικά, εναντίον του, γιατί όσο δεν με ενδιαφέρει το ίδιο το άτομο, δεν με ενδιαφέρει και η νοοτροπία του. Οπωσδήποτε όμως, δίχως να διαμαρτύρομαι, (εφόσον το αίτημα και το σημαίνον του δοκιμίου που εμφανίστηκε στο εν λόγω έντυπο έχει σημασία μόνον ως καταγραφή εντός λογοτεχνικού χρόνου και σαφέστατα δεν αποσκοπούσε σε επιδοκιμασία ή αναζήτηση συμμάχων, αυτό εξάλλου καθίσταται εκ φύσεως του ιδίου του κειμένου αδιανόητο, επί της παρούσης), αναφέρομαι στην εκκωφαντική αποσιώπηση που υπέστη ετούτο το κείμενο, παρότι όταν το διαβάσει κανείς, διαθέτοντας την ψυχραιμία και την τόλμη να περάσει μέσα από τις προσχηματικές δίνες που έχουν δημιουργήσει τα λογοτεχνικά παραμάγαζα Αθηνών και περιχώρων, αντιλαμβάνεται ευθύς αμέσως προς τι η αποσιώπηση ετούτη. Έχομε λοιπόν να κάνουμε με ένα νέο είδος καλλιτεχνικής αρθρογραφίας ή, έστω, δημοσιογραφίας, εκείνο όπου ο σκληροπυρηνικός δογματισμός και η αποσιώπηση θεωρούνται φαινόμενα λογικά, ενδεδειγμένα αλλά και, κατά κύριο λόγο, πρέποντα.
Το ίδιο ακριβώς έχει συμβεί, ξανά, με τα «Δύο Δοκίμια Για Ποίηση» (Κουκούτσι, 4ο τεύχος, 2011), καθώς το ίδιο θα επαναληφθεί και με τα δοκίμια ή άλλα ανάλογα κείμενα που πρόκειται να δημοσιεύσουν στο άμεσο μέλλον, κάποιοι συνετοί άνθρωποι, με την υπογραφή μου.
Λόγος να συμπληρώσω οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχει. Η ηθική και η διανοούμενη τάξη της σύγχρονης Ελλάδας (τους), είναι παρούσα, το νέο κατεστημένο της αντίδρασης και της αθλιότητας είναι μέρος σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας, λεκτικά συγκροτημένο και ευανάγνωστο.

Γιάννης Λειβαδάς
Παρίσι 3 Φεβρουαρίου 2014

Free The Jazz [2014]

http://www.youtube.com/watch?v=KHlshNgkmOE&feature=share

Free The Jazz

It's hard to describe what the word JAZZ means. Yet, when someone listens to jazz music almost instantly recognizes what it is, even if he never heard anything from that band before, or never encountered that type of jazz before. What makes jazz being jazz, who makes jazz being jazz. Who are these people who communicates with this extraordinary language? Can we even call jazz a language, or a form of expression; or is it more than that? Our film does not intend to answer all these questions, it only wants to show you the vast number of things that jazz is involved with, and we tried to get you closer to the fertile process that keeps only jazz alive from the various styles established in the twentieth century. The world-class musical life of Budapest gave us the opportunity to get in conversation with the key members of the contemporary jazz scene. Some names of the interviewees without being exhaustive: Courtney Pine, Mats Gustaffsson, Matthew Shipp, Peter Brötzmann, Paal Nilssen-Love, Soil & Pimp Sessions, Ken Vandermark, Joe McPhee, Conrad Bauer, Trevor Watts.

Title: Free The JazzEnglish title: Free The Jazz
Year: 2014
Director: Czabán György
Interviews, consultant: Végső Zoltán
Length: 72 perc
Producer: KVB http://www.kvb.hu/index.php/en/
Founder: Nemzeti Média- és Hírközlési Hatóság http://nmhh.hu/

Τσαρλς Μπουκόβσκι το όνομα



Το όνομα του αμερικανού ποιητή και πεζογράφου Charles Bukowski, στα ελληνικά προφέρεται κατ’ έναν και μοναδικό τρόπο, «Μπουκόβσκι», ακριβώς όπως και στην αγγλική. Η λανθασμένη του εγγραφή στον Τύπο και σε πολλά μεταφρασμένα του βιβλία ως «Μπουκόφσκι», δημιουργεί πέραν των άλλων,  σύγχυση με τον ρώσο λογοτέχνη και νευροφυσιολόγο Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι (Vladimir Bukovsky).
Δείτε επίσης την διορθωτική αναφορά στο λήμμα για τον ποιητή στην ελληνική Βικιπαίδεια: «Στα ελληνικά το όνομά του προφέρεται σωστά "Μπουκόβσκι" και όχι "Μπουκόφσκι" [αγγλ.] ηχητική σύζευξη του "wsk"»:

 
















































Γιάννης Λειβαδάς: Μία συνέντευξη στο Πανδοχείο του Λάμπρου Σκουζάκη

http://pandoxeio.com/2014/02/12/aithrio144leivadas/

Δεκαεπτά ερωτήσεις/απαντήσεις, περί γραφής, μετάφρασης, ανάγνωσης.
Φιλοξενία Λάμπρου Σκουζάκη.






Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Είμαι σίγουρος ότι για να εισέλθει κανείς στα βιβλία που έγραψα ή θα γράψω, θα πρέπει να το κάνει ασυνόδευτος. Η έμπαση δεν αποτελεί υποχρεωτικά και δίοδο ή άνοιγμα προς κάτι. Τρώει κανείς τα μούτρα του, ή καταλήγει σε λαβύρινθο, υπάρχει βεβαίως και η πιθανότητα να υπάρξουν άλλα φαινόμενα. Έχω σημειώσει από χρόνια πως «Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι». Φαντάζεσαι λοιπόν πως συμβαίνουν και πιο σημαντικά πράγματα από τα συνήθη δράματα.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);
Τα βιβλία, οι συλλογές δηλαδή των ποιημάτων, πέφτουν ως αβαρία από τα αμπάρια μου. Στο παρελθόν κάποιες συλλογές εκδόθηκαν μόνο και μόνο για να αντιπαραβάλλω ορισμένες υποψίες με τις εκκαθαρίσεις που αναζητούσα. Τα περισσότερα από τα ποιήματα που δημοσίευα ήταν φάκες ή χρονικά παροράματα, τα ποιήματα που προτιμούσα δεν θα δημοσίευα και τόσο. Ο τρόπος δεν αφορούσε το περιεχόμενο αλλά το αντίθετο.
Τα τελευταία χρόνια, από τη συλλογή «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ», και ύστερα, λειτουργώ διαφορετικά. Πλέον η δημοσιοποίηση των ποιημάτων αποτελεί μονάχα διαφήμιση, (υπό την έννοια της κοινής ρεκλάμας) των σχέσεων που διατηρώ με το σύμπαν, την κοινωνία, τον εαυτό μου. Το περιεχόμενο έχει πια μετουσιωθεί σε τρόπο. Ξέρεις τι μπορεί να κρύβει μια διαφήμιση και τι μπορεί να πάθει κανείς από μία διαφήμιση. Επέλεξες να πάρεις συνέντευξη από έναν σκληρό άνθρωπο που ζει αποκλειστικά την ετερότητα, που εκφράζει την ετερότητα. Ομηρικός γέλως. Το 2012 ολοκλήρωσα ένα τόμο με δοκίμια και σημειώματα, τον οποίο μου ζήτησαν να εκδώσουν τρεις διαφορετικοί εκδότες, μόλις διέτρεξαν όλο του το υλικό το μετάνιωσαν για να μην έρθουν σε ρήξη με πρόσωπα και πράγματα, εκεί μέσα γράφω σε κάποιο σημείο: «Η μόνη επανάσταση λαμβάνει χώρα μέσα στην ελευθερία μας και η μοναδική μας ελευθερία είναι η μοναξιά μας».

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Όντας νεότερος έγραφα παντού, όπου και αν βρισκόμουν, σήμερα, προτιμώ να γράφω κλεισμένος στο σπίτι. Πλησιάζοντας τα 45 συλλαμβάνω καθημερινά τον εαυτό μου να συναρπάζεται και να χάνει εύκολα τη συγκέντρωσή του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ήρωες; Εντός βιβλίων δεν υπάρχουν. Μόνο εκτός βιβλίων υπάρχουν ήρωες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Η ιδέα είναι πανάρχαια. Παρόλα αυτά δεν κατάφερα να βρω λόγο να την αντικαταστήσω. Απλά κάθομαι και γράφω, όλα γίνονται από μόνα τους, δηλαδή, γίνομαι από μόνος μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Σχεδόν πάντα όντας χαρούμενος. Ορισμένες φορές ακούω μουσική, δηλαδή τζαζ, μα τις περισσότερες μέρες του χρόνου μου αρέσει να μην ακούω τίποτα. Κάνοντας όμως άλλες, εξίσου σημαντικές δουλειές, όπως το πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, το μαγείρεμα, καμιά φορά αντί για μουσική υπόκρουση ακούγεται ο ήχος κάποιας παλιάς ταινίας, από το διαδίκτυο, την οποία δεν παρακολουθώ εκείνη τη στιγμή.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);
Σπουδές; Αγαπητέ μου, εγκατέλειψα συνειδητά το λύκειο, λίγες μόλις μέρες πριν τις τελικές εξετάσεις αποφοίτησης, ακριβώς για να υποβάλλω τον εαυτό μου σε σημαντική μοίρα, ώστε να ακυρώσω τον τρόπο λειτουργίας των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, και να είμαι όσο το δυνατόν, επί της ουσίας, ανεξάρτητος. Διδάχθηκα και μελέτησα μόνος, εξελίχθηκα μόνος. Όλο και περισσότερο, καθώς περνούν τα χρόνια, αντιλαμβάνομαι πόσο αναρχιστής και πόσο παράτολμος είμαι. Σε όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή τα έβγαλα πέρα κάνοντας διάφορες δουλειές, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο που απασχολούμαι αποκλειστικά με την μετάφραση. Φυσικά αυτό δεν γνωρίζω πόσο θα διαρκέσει.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία– κι αν όχι, για ποιο λόγο;
Δεν είμαι πεζογράφος, αλλά έγραψα και εξέδωσα ένα σπονδυλωτό, παράταιρο, μυθιστόρημα, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από κάνα δυο χρόνια με τίτλο «Το Σύμπλεγμα Του Λαοκόοντα». Προτιμώ την ποίηση, διότι η ποίηση είναι πιο φυσική, συνεπώς πιο επικίνδυνη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;
Αναμφισβήτητα κανενός. Είμαι ο πλέον ακατάλληλος για να αναλάβω κάτι τέτοιο. Πέραν αυτού όμως, σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν θα δυσκολευόμουν αφού οι πραγματικά σημαντικοί λογοτέχνες, των τελευταίων εκατό χρόνων λόγου χάρη, δεν είναι παραπάνω από δεκαπέντε ή είκοσι, εάν μιλάμε για την Ευρώπη. Μέσα σε λίγες μέρες θα είχα οπωσδήποτε καταλήξει σε κάποια επιλογή.

Τι γράφετε τώρα;
Αυτήν την περίοδο δεν γράφω. Εξακολουθώ να μεταφράζω και παράλληλα επιμελούμαι την επόμενη ποιητική συλλογή που θα κυκλοφορήσει  το 2015 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;
Σε μία ειδική μάζωξη με ανθρώπους του χώρου το 2005, στην Αθήνα, είχα δηλώσει πως η μετάφραση είναι μία οριακά αντεστραμμένη μορφή της γραφής, κάπως έτσι το εξέφρασα και σε κάποια παλαιότερη συνέντευξη – πιστεύω πως είμαι υποχρεωμένος να πω το ίδιο και σήμερα. Σύνδεση μεταξύ δημιουργού και μεταφραστή δεν υφίσταται υποχρεωτικά. Ορισμένες φορές μόνο. Μάλλον σπάνια, πολύ σπάνια. Κι αυτή η σύνδεση δεν είναι τίποτε άλλο από μία μορφή πνευματικής συνοδοιπορίας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;
Έχω την εντύπωση πως το πιο απαιτητικό κείμενο ήταν τα  «Όράματα του Κόντι» του Τζακ Κέρουακ. Το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Ηριδανός. Πιθανότατα έχουμε να κάνουμε για το κορυφαίο πεζογραφικό έργο της πρώτης περιόδου του αμερικανικού μεταμοντερνισμού, και με ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που γράφτηκαν μέσα στον εικοστό αιώνα. Επί ηδονών, είναι παραπάνω από δύσκολο να απαντήσω: τα ποιήματα του Κέρουακ, του κάμινγκς, του Μπέριμαν και πολλών ακόμη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;
Δεν έχω μεταφράσει βιβλίο που να μην θεωρώ πως είναι σημαντικό, άλλωστε δεν δέχομαι προτάσεις αναλήψεων έργων, ανέκαθεν επέλεγα ο ίδιος τα βιβλία που μετέφραζα και προωθούσα στους εκδότες. Κατά κόρον μεταφράζω οτιδήποτε θεωρώ πως δίχως αυτό δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς μία κάπως συνολική αίσθηση του λογοτεχνικού χάρτη των νεώτερων χρόνων.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Απαντώ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που απάντησα στην ανάλογη ερώτηση για την γραφή της ποίησης.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;
Τέτοια αναμέτρηση δεν θεωρώ πως υπάρχει, μα οι δημιουργοί είναι όλοι αυτοί τους οποίους έχω μεταφράσει και θα μεταφράσω ίσως στο μέλλον.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;
Τα φώτα, όπως ακριβώς το λες, οφείλουν να πέφτουν στον συγγραφέα, τον ποιητή κτλ. Ο μεταφραστής όσο άξιος και να είναι παραμένει μεταφραστής. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να συμπληρώσουμε κάτι επ’ αυτού, παρεκτός και αν μιλήσουμε για τον ξεπεσμό που παρατηρείται στην Ελλάδα, δηλαδή, ανάξιοι ποιητές να θεωρούνται αξιότεροι λόγω των μεταφράσεων που έχουν κάνει, το έργο των μεταφραστών ακμής να αποσιωπείται συστηματικά ενώ το έργο των μετρίων ή ακόμη και των μετριότατων, να δέχεται  επιβράβευση. Δείτε για παράδειγμα τι συνέβη τη χρονιά που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το «Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας» του Σελίν.

Από την άλλη οι επιμελητές και οι διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;   
Για το έργο των διορθωτών δεν μπορώ να μιλήσω, παρότι έχω και ο ίδιος όχι μικρή εμπειρία. Προβλήματα σε επίπεδο διόρθωσης και επιμέλειας, ως ποιητής δεν αντιμετώπισα ποτέ, ως μεταφραστής κάμποσες φορές, σε βαθμό που ορισμένα βιβλία θα παραμείνουν στιγματισμένα, λόγω της ανικανότητας των διορθωτών ή των επιμελητών, για πάντα.

Περί ανάγνωσης

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Κάθε πρωί, πριν ακόμη ξημερώσει διαβάζω ανελλιπώς την πρόγνωση του καιρού στο διαδίκτυο, ενώ πίνω τον καφέ μου. Και αυτό δίχως να με ενδιαφέρει.



Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου