«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Γιάννης Λειβαδάς: Τσαρλς Μπουκόβσκι, οι αποδόσεις



Στο Literature.gr












Γιάννης Λειβαδάς:
Τσαρλς Μπουκόβσκι, οι αποδόσεις.

Λογοτέχνες υψηλού ρίσκου και λογοτέχνες της γκανιότας∙ κι από κοντά οι αντίστοιχοι κριτικοί και μελετητές με τα ανάλογα επιγενόμενα.
Πολύ συχνά η εργασία που οφείλεται να γίνει από πλευράς μελετητών, στην ελληνική, καθυστερεί ή, τελικώς, δεν ολοκληρώνεται, από τις τόσες, παραπάνω από αναγκαίες, αποκαταστάσεις και διορθώσεις οι οποίες απαιτούνται για το ξεκαθάρισμα του λογοτεχνικού πεδίου ενός δημιουργού∙ ώστε εκείνος και το έργο του να επανέλθουν, σε μία πρώτη φάση, στη φυσική ισορροπία των δεδομένων τους. Μεγάλος αριθμός τοποθετήσεων βιβλιοκριτικών και μελετητών, έχουν αποβεί οριακά καταστροφικές για ένα, όχι μικρό, κομμάτι της νεότερης εισαγόμενης λογοτεχνίας.
Ο λόγος για τον οποίο ετούτο πρέπει συχνά να καταδεικνύεται, δεν είναι για να στρέφεται, όπως ορισμένοι αφελείς πιστεύουν, η προσοχή  σε συγκεκριμένα πρόσωπα, δηλαδή στα υπαρκτά, τα οποία σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό εμπλέκονται∙ μα για να δοθεί η απαιτούμενη έμφαση στην ανευθυνολογία, η οποία ανάμεσα σε όλα τα αθεμελίωτα που έχει παρουσιάσει, έχει σημαντικά υποβαθμίσει θέματα και  πρόσωπα με τα οποία έχει ασχοληθεί, ακόμη και, διότι υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, προσπαθώντας με καλή προαίρεση για τη διάδοση κάποιων λογοτεχνικών έργων.  
Ένας σωστός και ψύχραιμος μελετητής, το πρώτο πράγμα που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, είναι η εικόνα που έχουν δημιουργήσει τα μέσα ενημέρωσης για έναν λογοτέχνη. Αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις απόψεις όσων καρπώθηκαν φήμη ή ανανέωσαν το πενιχρό τους καλλιτεχνικό προφίλ μέσω του λογοτέχνη, ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο μελέτης. Αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις απόψεις εκείνων των οποίων ο λόγος και η παρουσία αυτοκαταναλώνονται δίχως αισθητική και δημιουργική βαρύτητα.
Ένας σωστός και ψύχραιμος μελετητής, εξαντλεί την υπάρχουσα βιβλιογραφία που αφορά το αντικείμενο της μελέτης του, κατά κύριο λόγο για να ξεχωρίσει εκείνο το, συνήθως μικρό,  ποσοστό της, το οποίο είναι έγκυρο και ουσιώδες, και όχι για να χρησιμοποιήσει στοιχεία από όσες περισσότερες πηγές είναι δυνατό. Αυτό είναι δεοντολογικά και εξειδικευτικά απολύτως μεμπτό. Δεν μελετά και δεν δημοσιεύει κανείς για να αποδώσει στον εαυτό του εύσημα, ούτε για να καταφέρει να επιπλεύσει επαγγελματικά ή κοινωνικά. Αυτό είναι, συν τοις άλλοις,  τραγικό.
Τουτέστιν, μια εργασία, μία μελέτη, σύμφωνα με τα όσα δυσμενή καταγράφηκαν πιο πάνω, είναι βέβαιο πως θα αποτελεί ασυγκρότητο  ποτ-πουρί και όχι, όπως θα όφειλε, μία εργασία με διαυγή προσδιορισμό η οποία θα οδηγήσει εκ νέου το αντικείμενό της  στο μέλλον, αφού αυτός είναι ο μοναδικός στόχος κάθε υπεύθυνου σχολιαστή, και μελετητή, ανά τον κόσμο.  Εδώ, αντικείμενο αυτού του σημειώματος, είναι ο Τσαρλς Μπουκόβσκι.
Οι Έλληνες αναγνώστες είναι πια χορτασμένοι, πιθανόν κουρασμένοι, με την, άνευ λόγου και ουσίας, υπερπληροφόρηση σχετικά με την καθημερινότητα της ζωής του, ενώ ταυτοχρόνως βρίσκονται σε πάγια ανάγκη παρουσίασης, ενημέρωσης, των στοιχείων εκείνων που άπτονται της τεχνικής και του περιεχομένου των έργων του. Εντούτοις, ακόμη κι εκείνη η υπερπληροφόρηση που αφορά τη ζωή του, είναι λιγότερο έγκυρη και ακριβής, απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Ως και το όνομά του προφερόταν για δεκαετίες λανθασμένα, μέχρι που το χρησιμοποίησα αποκατεστημένο (παρά τις λοιδορίες που τότε εισέπραξα από διαφόρους) στις μεταφράσεις που έκανα, καθώς και στα κείμενα που έγραψα, διορθώνοντάς το επίσης στο λήμμα της ελληνικής Βικιπαίδειας.
Ο Μπουκόβσκι, πέρασε περισσότερες ώρες της ζωής του σκυμμένος πάνω στη γραφομηχανή*, παρά πίνοντας γερμένος στο σκαμπό ενός μπαρ ή περιφερόμενος στα αμέτρητα περιπετειώδη σοκάκια της αλήτικης εμπειρίας, στην οποία αρέσκεται η εμμονική αρθρογραφία. 
Είχα την τύχη να ασχοληθώ με την περίπτωση του Μπουκόβσκι, -στο πλαίσιο της έρευνάς μου που αφορούσε την αμερικανική μεταμοντέρνα λογοτεχνία-, παρακάμπτοντας κάθε επί μέρους στοιχείο, δίνοντας, με επιμονή,  έμφαση στην προσέγγιση του λογοτεχνικού φαινομένου. Όλα του τα βιβλία ξεκοκαλίστηκαν και οδήγησαν στην ανάγνωση αρκετών τόμων οι οποίοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο καταπιάνονταν με τη ζωή και το έργο του. Η ίδια τύχη με οδήγησε στη μετάφραση πολλών πεζών και ποιητικών του έργων, στη σύνθεση, επίσης, ορισμένων ευσύνοπτων κειμένων τα οποία διαλαμβάνονταν τη σημασία και τον απόηχο της τέχνης του.
Το πόσο άνισο και αντιθετικό ήταν το υλικό των βιογραφικών και κριτικών κειμένων, είναι κάτι αδιανόητο, διαπιστώνοντάς το τολμώ να πω ότι έμεινα άναυδος. Οι θετικές μου υποψίες καθώς και οι αρνητικές, βγήκαν αληθινές μέσω της φιλίας μου με τον Νίλι Τσερκόφσκι, ο οποίος ήταν στενότατος φίλος και βιογράφος του Μπουκόβσκι, οι πληροφορίες του οποίου έδωσαν τέλος στις όποιες αμφιβολίες εξακολουθούσαν να με προβληματίζουν∙ όχι ως ειδήμων της μπουκοβσκικής  manière, που δεν είμαι, μα ως μελετητή/μεταφραστή που με απασχόλησε το εμπεριέχον της γραφής, όντας εργάτης της λογοτεχνίας και όχι υπάλληλος εκδοτών ή φυλλάδων.  
Επί κειμένου, ο Μπουκόβσκι δεν καταπιάστηκε με πρόσωπα, αλλά με τα φαινόμενα που χαρακτήριζαν, ή πιο συγκεκριμένα, προκαλούσαν, τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν ανέλυε τους χαρακτήρες των βιβλίων του, ο ρεαλισμός εξάλλου, ο ρεαλισμός της διαπλεγμένης συμφόρησης, δεν χρειάζεται πολλά για να αναδειχθεί∙ τα πάντα γίνονται διάφανα μες στην κατάσταση όπου κάποιος οδηγείται και συνάμα τείνει, άθελά του, ή επιχειρώντας το συνειδητά, να οδηγήσει και τους άλλους. Ο ρεαλισμός του Μπουκόβσκι ήταν ένας ρεαλισμός άφαντος μέχρι την έκδοση των βιβλίων του, ένας ρεαλισμός βαθύς, παιγνιώδης και για τα υπόλοιπα ρεύματα της αμερικανικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας,  συμπληρωματικός.
Τα έργα του, όσο βασίζονται στον σχετικισμό των συναισθηματικών προεκτάσεων, άλλο τόσο ολοκληρώνονται μέσα στην ιδέα μιας στωικότητας, ενός ορθολογισμού που εδράζει βαθιά στον αηθικισμό, ο οποίος κρίνει τα «υψηλά» μέσω των «χαμηλών» και το αντίστροφο.
Εάν, δηλαδή, ο Μπουκόβσκι είναι σημαντικός λόγω του ότι απλώς  και μόνον «έδωσε φωνή στο κοινωνικό περιθώριο» -πράγμα το οποίο είναι εντέλει εντόνως αμφισβητήσιμο, αφού περισσότερο χρησιμοποίησε το, λεγόμενο, κοινωνικό περιθώριο ως αφορμή παρά ως πυρήνα- δεν είναι όντως σημαντικός. Εδώ όμως ο Μπουκόβσκι εξετάζεται ως μείζων.
Η ειδολογική ένταξη του Μπουκόβσκι στον λεγόμενο «βρόμικο ρεαλισμό», ο οποίος δεν ήταν κάτι παραπάνω από κριτική φιοριτούρα ενός μετρίου σχολιαστή, είναι σαφώς λανθασμένη. Δεν υφίσταται βρόμικος ρεαλισμός διότι αντιστοίχως δεν υφίσταται κάποιος καθαρός. Ότι και αν ήταν αυτό που ονομάστηκε «βρόμικος ρεαλισμός», σύντομα αποδείχθηκε προϊόν αψυχολόγητης προσέγγισης, μέσω μη οργανικών γνωρισμάτων, τα οποία αφορούσαν ένα μέρος της επιφανειακής τυπολογίας, μπορεί να πει κανείς, των έργων του.
Η ολκή της λογοτεχνίας, ομοίως με την ανουσιότητά της, τεκμηριώνονται διττώς από το ύφος και το περιεχόμενό της, ουδόλως από τα επί μέρους. Δεν είναι τα στοιχεία, μα ο τρόπος μεταχείρισης των στοιχείων, ακόμη και της ίδιας της λογοτεχνικής φύσης, για την οποία ο Μπουκόβσκι είχε δηλώσει, «δεν προσπαθώ [να γράψω], απλώς δακτυλογραφώ».
Παρά τις προβλέψεις του αγαπημένου του εκδότη και των ανθρώπων που συμμερίζονταν τις απόψεις του, πως θα παρέμενε εσαεί ένας περιθωριακός της λογοτεχνίας, ο Μπουκόβσκι έγινε ένας από τους πιο διάσημους, ευπώλητους και πολύ-μεταφρασμένους λογοτέχνες ανά τον κόσμο. Η επιτυχία του είναι σχεδόν εκκωφαντική. Είναι πια εμπορικότερος απ’ όσους καυτηρίαζε για την εκδοτική τους επιτυχία, αποτελεί πλέον διδακτέα ύλη στα πανεπιστήμια που τόσο απεχθανόταν. Όλα αυτά όμως δεν αφορούν τον Μπουκόβσκι, αφορούν τη συμπλεγματικότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ζωή και την ευρύτερα αποδεκτή ερμηνεία της.
Ως λογοτέχνης συνεχίζει την πορεία του όντας ένας στωικός, ένας άνισος και ανασφαλής διαβάτης του πεπρωμένου, ένας γελασμένος που γέλασε τόσο με το χάος που συγκολλά τη μοναξιά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Παρίσι 2016


* Σημείωση δίχως βαρύτητα μα συνάδει στον παιγνιώδη χαρακτήρα του συγκειμένου: Λάτρεψε τις Royal, τις Underwood, και τις Olympia, οι οποίες όπως έλεγε «είχαν ψυχή», απεχθανόμενος τις Remington, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι συγγραφείς που  φθονούσε, αν και νοίκιασε μία το 1968, για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, λόγω ανάγκης.

Γιάννης Λειβαδάς: Η αυτοτέλεια και η χύτευση του μεταμοντερνισμού 3o μέρος[στο Literature.gr]

http://www.literature.gr/i-aftotelia-ke-i-chitefsi-tou-metamonternismou-3o-meros-grafi-o-giannis-livadas/










3. Εγκυροποίηση και διαχείριση

Εκείνο λοιπόν, που προβάλλεται ως αμετάβλητο, δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να μεταβληθεί, ούτε βεβαίως πως είναι άφθαρτο. Ότι είναι βαρύνον στον ημερήσιο κύκλο δεν είναι πάντοτε βαρύνον εντός άλλου κύκλου και, ότι είναι κατορθωτό στον μηδενικό κύκλο του ποιητικού κενού, συχνά εκτίθεται τεχνηέντως ως προσκείμενο στον ημερήσιο κύκλο. 
Το The Story Of A Novel, το Visions Of Cody, το Recognitions, για να αναφέρω μερικά έργα και σαφώς όχι τα μόνα που ταιριάζουν στην ξεδίπλωση αυτού του ειρμού, είναι, πέρα απ’ αυτό που είναι, μοντέρνα και μεταμοντέρνα, ελαστικά και πρωτότυπα, αποτελούν μία δυσθεώρητη κλίμακα προοπτικής το καθένα, διαθέτοντας τόσες χρονικές ταυτότητες όσες δεν επικαλούνται και δεν περιγράφουν με οιονδήποτε τρόπο στις σελίδες τους. Οι παραπάνω συγγραφείς (Thomas Wolfe, Jack Kerouac, William Gaddis), συγγραφείς μελλοντικοί, δεν φρόντισαν να δημιουργήσουν ένα έργο ταυτόχρονης, ή έστω παράλληλης, ανάδυσης περιεχομένου, στον άκμονα όπου συντρίβεται η λογοτεχνική εκπλήρωση. Προήλθαν από μία τέτοια γενεσιουργό συντριβή και αυτή τους έδωσε τη δυνατότητα τέτοιας απαράβλητης δημιουργικής επίδοσης. Ήταν, δηλαδή, και οι τρεις τους  απολύτως οργανικοί2.
Κατά πόσο έχει να κάνει, λοιπόν, η λογοτεχνία με τον άνθρωπο και κατά πόσο με το κείμενο. Σε αυτό το σημείο δεν μπορούν να γίνουν αναμείξεις, συνδυασμοί. Εδώ ιδρύεται η τέχνη του λόγου. Η προσέλκυση των κινδύνων και των αφαιρέσεων. Τα συμπερασματικά άλματα των προεικασμένων λογοτεχνικών πιθανοτήτων αποτελούν τη βασική τροφή των ευρέως αποδεκτών φαντασιών και πεποιθήσεων. Δεν έχουν θέση εδώ. Η κουλτούρα της κοινωνικής διαχείρισης, ο νόμος των εκπαιδευτικών, των κριτικών, των ονομαζόμενων σταθερών σημείων: μια εξουσία, ένα ασύδοτο κέλευσμα το οποίο συνθέτει και διαμοιράζει αριστοτεχνικά τις όψεις, τις τάσεις και τα συναγόμενα κάθε λογοτεχνικής ταυτότητας.
Η ανασφάλεια του «κρατήματος», δηλαδή της επώδυνης ανάλυσης της δημιουργικής κατάστασης, καθώς και του δημιουργημένου έργου, το οποίο προσφέρεται ως πλήγμα και ερώτημα, δεν ήταν και δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια τη λογοτεχνία∙ ήτοι, μια βασανιστική ρευστότητα απόκλισης από τους ορισμούς, τις σημασίες και τα αξιολογικά επίπεδα του πληθυντικού αριθμού.       
Ο χρόνος είναι ανελέητος και συνάμα ελεήμων∙ όσο η απιθανότητα προσέγγισης της λογοτεχνίας συνεχίζει να αποτελεί ένα εξοντωτικό δίκαιο προς τον δημιουργό, τόσο η λογοτεχνική επινόηση θα εγκαθιδρύει κάποιο νεοσύστατο όριο αμφιβολίας το οποίο θα χλευάζει οτιδήποτε προέρχεται από το δίκαιο αυτό.     
Η λογοτεχνία, αυτό το αχαρακτήριστο κέφι, κατακτάται από τη στιγμή που κάποιος θα παραχωρήσει ολικά σ’ αυτήν τη ζωή του, τις αισθήσεις του, το κορμί του – τον χρόνο του. Τότε, το αποσταγμένο έργο ανακαινίζει όλο και βαθύτερα, όλο και πιο αφανιστικά την αναπότρεπτη διαμορφωσιμότητα του κόσμου, η οποία όντας πτυχή του ποιητικού, παρασύρεται από το εξωφρενικό της αίνιγμα.
Εντούτοις είναι αξιοπερίεργο το πόσο αναζητείται κάτι που να συμβαίνει «μετα-» από κάτι άλλο, (μετα-μοντερνισμός, μετα-τέχνη, μετα-λογοτεχνία, μετα-δομή, μετα-κείμενο κτλ) ώστε να δείξει ή να υποδείξει κάποιαν ουσιαστική προώθηση, κάποιο ξεπέρασμα, κατατροπώνοντας, δήθεν, τις όποιες σχέσεις διαταραχής με το έργο που έχει προηγουμένως καταστήσει αποκεκαλυμμένη την αδυναμία οργανικής σύνθεσης. Δίχως ετούτο να σημαίνει, να υπονοεί, πως δεν υφίστανται οργανικά μεταμοντέρνα έργα.
Η περίοδος του μοντερνισμού καθορίστηκε, επίσης, από  πολιτικοκοινωνικές συναρτήσεις οι οποίες ήταν άσχετες με τη λογοτεχνία. Το πιο ζωηρό παράδειγμα, η περίπτωση του Έλιοτ, ο οποίος μολονότι εφάρμοσε όσα λαχταρούσαν διακαώς να εφαρμόσουν οι ελάσσονες ποιητές και όσα απέφυγαν ή αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τοιουτοτρόπως οι μείζονες ποιητές (Aleksei Kruchenykh, Velimir Khlebnikov, Blaise Cendrars, Guillaume Apollinaire, Léon-Paul Fargue, Francis Picabia, Ezra Pound, William Carlos Williams, e. e. cummings, κ. α.), αναδείχθηκε ως περίβλεπτος μοντερνιστής3. 
Ο Έλιοτ ήταν ένας καλός και συμπαθής ποιητής, ο οποίος διαδραμάτισε ρόλο εποικοδομητικό, ήταν όμως πολύ λιγότερο σημαντικός απ’ όσο τον παρουσίασε η κριτική, απολύτως κατάλληλος να επωμιστεί την παρόξυνση του νέο-συντηρητικού, ανανεωμένου μέσω μοντερνισμού, αισθητικού μετώπου∙ το οποίο θα αποσπούσε την προσοχή από τους αληθινούς νεωτερισμούς, χρησιμοποιώντας την απήχηση που δημιουργούσε η στημένη εγκυροποίηση φαινομενικών διακρίσεων. Σε επίπεδο ποιητικού λόγου, δηλαδή, γλωσσικών και φιλοσοφικών δανείων, ήτοι διαπολιτισμικών θωπειών, οι οποίες συνέστησαν τον μηχανισμό υποβάθμισης του αληθινού μοντερνισμού4. Διότι, δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό το γεγονός πως  η ανακαίνιση της λογοτεχνίας συνέβαινε πολύ, μα πολύ μακριά, από το ακαδημαϊκό, ή έστω το αισθητικά μετριοπαθές, πεδίο. Ανάλογα παραδείγματα υφίστανται στις μέρες μας.
Στις αρχές του περασμένου αιώνα, τόσο στην ποίηση όσο και στη ζωγραφική, οι έλξεις που σηματοδότησαν ορισμένες σημαντικές κλίσεις οι οποίες, διόλου τυχαία, αξιολογήθηκαν ως κορυφαίες, ήταν, η παρακαταθήκη της Ασίας, στην ποίηση, και η παρακαταθήκη της Αφρικής, στη ζωγραφική. Αμφότερες συνετέλεσαν ουσιαστικά στην επιτέλεση έργων τα οποία είναι αξιομνημόνευτα μα, στην πραγματικότητα, δεν απήρτισαν τη δέσμη των κορυφαίων. Δεν δημιούργησαν αυτά την Παράδοση5.
Η λογοτεχνική σχετικότητα δεν ξεπεράστηκε ποτέ με τη διαχείριση της πολιτισμικής και της αναγνωστικής ικανοποίησης, συνεπώς ούτε σήμερα ξεπερνιέται. Χρειάζεται κάθε αρχή να γίνεται τέλος και κάθε τέλος να γίνεται αρχή. Νέα αρχή είναι εκείνη που δεν καταλήγει σε προηγούμενο τέλος, αλλά το τέλος της εντοπίζεται σε άλλο σημείο, καθώς ούτε σε προηγούμενη αρχή, μα σε άλλη.
Η επικράτεια της ανακρίβειας συνυπάρχει με τις προοπτικές της προσωρινότητας, κι αυτές με τη σειρά τους αντιπαρατίθενται με τις αναλαμπές όσων διακυβεύονται στις μακροκλίμακες, οι οποίες αποκτούν στο διηνεκές νέες ιδιότητες.

Παρίσι, Νοέμβριος 2016


1, 2, 3, 4, 5 Σημ. τ. σ. : βλέπε τις τεκμηριώσεις στον τόμο Ανάπτυγμα, δοκίμια και σημειώματα ποίησης  (Κουκούτσι 2015). 

Αρχειοθήκη ιστολογίου

.