«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Προσήκει Ανεπιτρέπτως, γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς [Στο Literature.gr/]

http://www.literature.gr/prosiki-anepitreptos-grafi-o-giannis-livadas/


















Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση.
Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον.
Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει.
Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί.
Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός».
Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία  με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα.
Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται.
Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα.
Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.


Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση. Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον. Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει. Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί. Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός». Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα. Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται. Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.

Read more at: http://www.literature.gr/
Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση. Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον. Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει. Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί. Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός». Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα. Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται. Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.

Read more at: http://www.literature.gr/
Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση. Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον. Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει. Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί. Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός». Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα. Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται. Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.

Read more at: http://www.literature.gr/

Yannis Livadas - Poems in Urdu language [translated by Ahmad Sohail]

http://www.punjnud.com/Aarticles_detail.aspx?ArticleID=1685&ArticleTitle=Yannis%20Livadas














" کرامر ڈیلی ونجن کی عدم یار کا غم "
 --------------------------------------

شاعر: یانش لیوداس [ یونان]
 ترجمہ: احمد سہیل

**۱۔ روح تخیل میں اترنے والی خود سے چونکا دینے والی تصویر ہے
جو ایک دوسرے سے
وہ اختتام میں عام بات نہیں ہے اگرچہ
لوگ ۔۔۔۔۔۔ دوسرے موضوعات تلاش کرتے ہیں
نہ جدا ہونے والے نکات کے ساتھ
وقت کے الفاظ ھم آقاون کے حوالے کردیتے ہیں

۲۔ میں کبھی مایوس نہیں رہا
لوگ اس کی خوبصورتی کونہیں جانتے کی وہ کتنی خوبصورت ہے
میں جہازکو ٹھوکر لگاتا ہوں
" جنیت جاناں"۔۔۔۔۔۔ کپکپاتا ہے
 کولکاتا میں ۔۔۔۔

۳ ۔ میں قومی کتب خانے کے پاس جاوں
یہ اپنے طور پر اچھی سطر ہے
وہ اندر خاموشی سے اچھی بات کرتا ہے
اس کے سابق ملازمین منشیات کے عادی ہیں
وہ " پونی ٹیل" سے بھی خراب ہیں
جیسے بھڑیئے کا غصہ
میں کہتا ہوں ، جہاں ھم اسے تلاش کرسکتے ہیں
اور یقینی طور پر میں اسے ایک نظر دیکھنا چاھوں گا
وہ کہتی ہے ھم دونوں سوالات سے باہر ہیں
چونکہ ادارے تزین و آدائش کے تحت ہیں
لیکن اگر آپ چاہتےہیں
تم میرے لیے میری نئی کتاب پر دستخط کرسکتے ہو
[ تم مجھے تسلیم کرسکتے ہو]
میرا نام " نصف کاتب" کا ہے
میں قلم کی نوک کو دھکا دیتا ہوں تو وہ یہ کہتی ھے یہ کافی بہتر ہے
 جیسے یہ ہے

۴۔ قارئین کی اسمگلنگ
یہ ایک
ثبوت ہے شاعری کا

Γιάννης Λειβαδάς: Μοχάμεντ Σουκρί, ο διάγγελος της Ταγγέρης [στο Literature.gr]

Γιάννης Λειβαδάς: Κάτω Από Το Ηφαίστειο, το ρέκβιεμ του Μάλκολμ Λάουρι [στο Book Press]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/kato-apo-to-hfaistio-to-requiem-tou-malcolm-lowry



Την πρώτη φορά που διάβασα το βιβλίο ήμουν είκοσι ενός χρόνων. Έκτοτε το πήρα ξανά κάμποσες φορές στα χέρια μου, είτε για να το διαβάσω είτε για να απολαύσω επιλεκτικά ορισμένες αράδες του.
Μετά από μία δεκαετία, και έχοντας αποκτήσει ένα πολύτιμο αντίτυπο της πρώτης του αμερικανικής έκδοσης, το διάβασα πάλι, και αυτή η ανάγνωση, όπως και εκείνες που ακολούθησαν, διέθεταν όλα τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά της πρώτης. Κάθε φορά το βιβλίο κατάφερνε να επικεντρώνει το ενδιαφέρον μου σε διαφορετικό σημείο, σε άλλη πτυχή της πραγμάτευσής του.
Το 2009 δημοσίευσα ένα πρόχειρο και συνοπτικό σημείωμα για το βιβλίο στη στήλη που διατηρούσα τότε στην Ελευθεροτυπία. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να το επεξεργαστώ και να το δημοσιεύσω εκ νέου. Η εφημερίδα, ως γνωστόν, έκλεισε. Το κείμενο χάθηκε από τον ορίζοντά μου. Πολύ πρόσφατα, με αφορμή μία εργασία μου σχετικά με τον τρόπο που η μοντερνιστική λογοτεχνία εισήγαγε τη μεταμοντερνιστική εξέλιξη πριν ακόμη αυτή επικυρωθεί στα μεταμοντερνιστικά έργα, χρειάστηκε να επισκεφθώ το Κάτω Από Το Ηφαίστειο. Στα διαλείμματα αυτής εργασίας συντέθηκε το παρακάτω κείμενο.
Πρόξενος αυτής της ιστορίας, ο Μάλκολμ Λάουρι*. Μα τίνος πράγματος, και τι ακριβώς προασπίζει; Τη ζωή που είναι βδελυρή, γιατί η πραγματικότητά της είναι κατ’ ανάγκη εναγής, ώστε να είναι ολοκληρωμένη. Ο κεντρικός ήρωας, αυτού του ρέκβιεμ στο όνομα της αμεταβλησίας, ένας Αμνός Του Χαμού αντί για Αμνός Του Θεού.
Ο Πρόξενος, ετεροειδής και αλλιώτικος από τους χαρακτήρες που τον συνοδεύουν, έρχεται θαρρείς στη ζωή μόνο για μία μέρα, εκείνη του Εορτασμού Των Νεκρών, και με τη λήξη της επιστρέφει στον κόσμο των νεκρών ενώ η ανθρωπότητα αρχίζει να κατρακυλά στο έρεβος των ανίερών της επιδιώξεων.
Ο Μάλκολμ Λάουρι τοποθετήθηκε σχετικά με τη φύση του βιβλίου, εξ αφορμής της θετικής απόκρισης του υπευθύνου των εκδόσεων Τζόναθαν Κέιπ να το εκδώσουν –μετά από μακρά σειρά απορρίψεων από πολλούς εκδότες– με μία αδιανόητη επιστολή σαράντα σελίδων. Εκεί ο Λάουρι υπογράμμισε τα πάντα, το έργο όμως κατάφερε να απεξαρτηθεί, θα μπορούσε να πει κανείς, από τον προσδιορισμό του δημιουργού του, αποκτώντας εκ νέου προοπτική, καθώς εκείνος ο τόσο χαρακτηριστικός «ρυθμός της απόσυρσης και της επαναφοράς» επαναπροσδιορίστηκε απροσδόκητα από την περιπέτεια της απώλειας-απόκτησης νοηματικής συνοχής της νεότερης μεταμοντερνιστικής πεζογραφίας – προωθώντας για άλλη μία φορά το Κάτω Από Το Ηφαίστειο στην έπαλξη της σύγχρονης συλλογιστικής σχετικά με τη σημερινή λογοτεχνία.
Αναμφισβήτητα ένας συγγραφέας τέτοιου διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως ο Λάουρι, δεν θα μπορούσε ποτέ να πατρονάρει τη γραφή του ακολουθώντας την όποια πρόσφορη αισθητική που θα υποστήριζε το έργο του. Ως εκ τούτου, η τεχνική των παράλληλων πλοχμών έκφρασης (μοντερνισμός), αλλά και η αισθητική του έντονου διανοητικού αντικομφορμισμού δεν αποτελούν παρά την πλεκτάνη πάνω στην οποία έθεσε τη δράση των ιδεών του – θέτοντας σε μόνιμο κίνδυνο (ένεκα που η έκφραση υπηρετεί τη ροή και όχι την ολοκλήρωση), τόσο τη δυναμική του συγγραφέα όσο και του αναγνώστη. Ο Λάουρι βοήθησε να στηθεί ο τελειωτικός του εφιάλτης, αντί να εξαρτηθεί από τη διαφθορά της καθημερινής έξης για διαφυγή.
Παντού και πάντοτε ο Λάουρι υπήρξε εκφραστής ενός δαιμόνιου μανιχαϊσμού πολλαπλών αυτοπροβολών, οι οποίες συνέβησαν, λαμβάνοντας ποικίλες μορφές, και στην πραγματική του ζωή.
Την εποχή που γράφτηκε το Κάτω Από Το Ηφαίστειο, αλλά και για τις δεκαετίες που ακολούθησαν, μπορεί να πει κανείς πως, αποτέλεσε μία από τις καλύτερες αναλύσεις του φαινομένου της γενικότερης κρίσης που καθόρισε και καθήλωσε τον μοντέρνο κόσμο, τις πολιτικές και αισθητικές τάσεις που επικύρωσαν την παντελή αδυναμία των ανθρώπων τού, γεμάτου υπερβολικές προσδοκίες, 20ού αιώνα, να επιτύχει την πνευματική του ανανέωση. Ο Πρόξενος ήταν μια εξαιρετική μεταφορά του υποτροπιασμού που υπέστη ο μοντέρνος άνθρωπος, σαν ήταν άνθρωπος.
Το Κάτω Από Το Ηφαίστειο δεν είναι απλώς ένα σύγχρονο έργο, όσο μοιάζει να είναι κατόπιν μίας πρώτης επισκόπησης, υπό την έννοια πως αποτελεί από μόνο του ένα είδος, από εκείνα τα ακαταχώριστα, που προσέφεραν αίγλη και μνημειακότητα στον αγγλόφωνο μοντερνισμό. Αναπτύχθηκε σε συγγένεια με τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες.
Ο Πρόξενος, ένας σύγχρονος αναθεματισμένος ήρωας, συναντά τη μοίρα του, διατρέχοντας τις είκοσι τέσσερεις ώρες μίας και μόνης ημέρας, ζώντας το σκοτάδιασμα της οικουμένης. Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας κομμός όπου ο μέγιστος των υποκριτών έχει μετατραπεί σε ρυθμιστή του έργου, ο οποίος και αναλαμβάνει προσωπικά την έξοδο.
Η Ημέρα Των Νεκρών, η χαρακτηριστική γιορτή, που συμβολίζει το αναπόφευκτο μα και τον αμήχανο προθανάτιο χλευασμό του ανθρώπου προς την ακεραιότητα του πεπρωμένου του. Ο Λάουρι έχοντας κλονισμένη τη δική του σύμβαση με τη ζωή, προσδιορίζει με  ένα εξαιρετικά πυκνό και υπαινικτικό ύφος, το πέρασμα, ή ίσως το κύλισμα, από τη λογική βαθύτητα στην υποστασιακή παραφωνία.
Για δέκα σχεδόν χρόνια ο Λάουρι έγραφε και αναθεωρούσε το Κάτω Από Το Ηφαίστειο έχοντας ως πρότυπο το αδιεξοδικό «δάσος των συμβόλων», δίλεκτο του Μποντλέρ, το οποίο ο συγγραφέας είχε τοποθετήσει στον χαρακτήρα του Πρόξενου σε ένα από τα πρώτα σχεδιάσματα του μυθιστορήματος. Ο Λάουρι ως συγγραφέας διακρινόταν για τις ικανότητές του στην πολυπλοκότητα και την απόλυτη δυσλειτουργία του στη ροή της καθημερινής απλότητας.
Το Κάτω Από Το Ηφαίστειο επανυπαγορεύει επιμόνως τον Μπλέικ, τον Σέξπιρ, τον Μάρβελ, τον Γουόρντσγουορθ, τον Γκαίτε, την Καμπαλά, τον Παράκελσο, τη Μαχαμπαράτα, τον Μάρκο Αυρήλιο και πόσους άλλους. Υπό μία έννοια το βιβλίο αποτελεί, ιστορικά και σε σχέση με τα υλικά και τη διαχείρισή τους, την πρώτη πεζογραφική υπερσύνθεση που γράφτηκε μέσα στον εικοστό αιώνα.
Ο Λάουρι με το Κάτω Από Το Ηφαίστειο, κατέστησε εμφανή τα όρια του μοντερνισμού, μα αποτέλεσε ταυτόχρονα και ξεπέρασμά του. Πολλά από τα χαρίσματα των υπολοίπων έργων του, μα κυρίως ο τρόπος γραφής και εκπόνησης του Κάτω Από Το Ηφαίστειο, προέκυψαν από την αγάπη του συγγραφέα για την τζαζ. Λεπτομέρειες σχετικά με την επίδρασή της στη ζωή και το έργο του μπορεί να αντλήσει κανείς από τη βιογραφία του και το αρχείο των επιστολών του. Το Κάτω Από Το Ηφαίστειο, ήταν το αποτέλεσμα που έφεραν η διακινδύνευση ύφους του συγγραφέα,  η καταγραφή της ρευστότητας της συνείδησης, και η χρήση των μετρικών αναλογιών της τζαζ στις διαρθρώσεις και την ανάπτυξη της εξιστόρησης.
Παρά τις τόσες διακυμαντικές ιδιαιτερότητες και την πολυπλοκότητα, ο Λάουρι υποδόμησε αυτό το χαρισματικό κείμενο με μία συγκρότηση που τον εντάσσει πιο κοντά στα ρεύματα του Μέλβιλ και του Κόνραντ, παρά στο ρεύμα του Τζόις. Οι συμβολισμοί διαπλέκονται, οι παραπομπές όμως συγκρούονται, ισοπεδώνονται, η εξιστόρηση αποτελεί μία σκωληκοειδή αινιγματώδη διαμόρφωση: μυστικισμός, θρησκεία, φιλοσοφία, ποίηση, αγάπη, κατατυράννηση, καταδίκη.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1947. Κέρδισε κάποιο αναγνωστικό κοινό στις ΗΠΑ, στην Αγγλία διακινήθηκε μα πέρασε μάλλον απαρατήρητο, ενώ στον Καναδά, όπου ο Λάουρι έτυχε μάλιστα να ζήσει την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του, στη διάρκεια των δύο πρώτων ετών από την έκδοσή του πουλήθηκαν μόνο δύο αντίτυπα. Στην Ελλάδα το βιβλίο δεν έχει δεχθεί ακόμη κάποια εμβαθυντική κριτική, παρότι κυκλοφορεί από το 1990, από τις εκδόσεις Αστάρτη.
Το Κάτω Από Το Ηφαίστειο, καθώς και ο συγγραφέας του, απέκτησαν φήμη μετά τον θάνατο του δεύτερου, το 1957, ο οποίος επήλθε από αναρρόφηση, αφότου είχε κάνει χρήση βαρβιτουρικών και είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ. Βιβλίο και συγγραφέας λειτούργησαν, ομοίως και από κοινού, ως πρόστυμμα στην τραγικότητα του μοιραίου. Το σφράγισμα της επιλογής της μη-επιλογής.


Παρίσι 2017


_____________
* Σημ. τ. συγγ.: το όνομα προφέρεται Λάουρι και όχι Λόουρι. Η τεκμηρίωση της προφοράς του ονόματος είναι αδιαμφισβήτητη.

Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου