«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.


ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Τόμας Γουλφ, effectus futuri. [Literature.gr]



Γιάννης Λειβαδάς: Τόμας Γουλφ, effectus futuri.

Με αφορμή τη θύμηση ενός κειμένου που είχα συνθέσει ακριβώς πριν από μία δεκαετία για τον Τόμας Γουλφ και το «O Lost», το οποίο τότε δεν είχε καταδεχτεί να δημοσιεύσει κάποιο από τα ηλεκτρονικά ή έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά που είχαν επιλεχθεί γι’ αυτόν τον σκοπό∙ και η οποία ζωντάνεψε με την ανακάλυψη ενός μικρού αποσπάσματος απ’ αυτό στο ψηφιακό μου αρχείο, σημειώνω εντελώς επιγραμματικά κάποιες αράδες.
Το αμίμητο «O Lost», όσο και αν έτυχε μίας πραγματικά αριστοτεχνικής επιμέλειας από τον Μάξγουελ Πέρκινς, στην ουσία κατακρεουργήθηκε για να μετατραπεί στο «Look Homeward Angel», το οποίο μετέφρασε κάποτε στα ελληνικά ο Κοσμάς Πολίτης, με έναν τρόπο ασύμβατο και υποβιβαστικό προς το πρωτότυπο. Ωστόσο ο Έλληνας αναγνώστης που αδυνατεί να διαβάσει την αμερικανική έκδοση, είναι υποχρεωμένος να αρκεστεί σε αυτή την απόδοση.
Το «O Lost» που πολύ πρόσφατα κατάφερε να εκδοθεί στην αυθεντική του μορφή, μόλις το 2000, ως εκτενές πεζογραφικό έργο της αμερικανικής λογοτεχνίας,  αντιστοιχίζεται μονάχα με το «USA» του Τζον Ντος Πάσσος και το «Visions Of Cody» του Τζακ Κέρουακ. Πρόκειται για ένα έργο, ολικά μετατεθειμένο στο μέλλον.   Το γεγονός πως είχε εις τριπλούν απορριφθεί από άλλους εκδότες πριν το αναλάβει ο εκδοτικός οίκος Σκρίμπνερς, δεν έρχεται να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει τίποτα, πέραν της οξύνοιας και της προβλεπτικότητας του Μάξγουελ Πέρκινς, ο οποίος ολοκλήρωνε το εκλεκτικό του άλμα προς την λογοτεχνία του εικοστού πρώτου και του εικοστού δεύτερου αιώνα.
Ο Τόμας Γουλφ είναι παραπάνω από σημαντικός, όχι μόνο επειδή αποτελεί βαθύ μετάλλευμα για τους ερευνητικούς, τους εμπνευσμένους αναγνώστες, αλλά γιατί εσαεί θα αναγκάζει όλων των ειδών τους φιδέμπορες των μέσων λογοτεχνικής ενημέρωσης να γράφουν για όλα όσα αδυνατούν να εντοπίσουν στην αριστοτεχνική γραφή του.
Ο Τόμας Γουλφ είναι μία περίπτωση, πιθανόν και δύο περιπτώσεις, μοναδικότητας, γιατί αιωρήθηκε αριστοτεχνικά ανάμεσα στις δυαδικότητες, ανάμεσα σε όλα όσα ταλαντεύονται σπασμωδικά μεταξύ του ανθρώπου και της απουσίας του.
Ο Τόμας Γουλφ είναι αθάνατος γιατί έγραψε εκείνη την απίθανη, καρδιακή επιστολή στον Πέρκινς, έχοντας διαβεί το κατώφλι του θανάτου του αποδέκτη της.
Ο Τόμας Γουλφ, μία καρδιά που γνέφει, γιατί οι άνθρωποι είναι κουφοί και παγωμένοι. Μία καρδιά, ο Γουλφ, που χτυπά μόνο σαν διαβαστεί με τα εργαλεία της επιστήμης της ανάγνωσης ριγμένα σε μια άκρη, γιατί η επιστήμη του έχει προχωρήσει. Η γραφή έχει απωλέσει εκείνο που προσέφερε για να αυξήσει την εγγύτητα ανάμεσα στην ανημποριά μπροστά στην τελειότητα και το τελευταίο σκαλί της κλίμακας της επίστεψής της.
Ο Γουλφ, με λίγα λόγια, δεν είναι απλώς για διάβασμα, είναι για την κακιά ώρα. Εκείνη που κάποιος γδούπος στα εσωτερικά κανάλια του ανθρώπου θα αντιλαλήσει του ακούσματός του την άρνηση. Πάντα θα υπάρχει κάποιος άνθρωπος με τέτοια δαιδαλώδη κατασκευή.
Ας σκύψει, λοιπόν, ο αναγνώστης, μες στις γραμμές που στολίζουν τις παλάμες του, μες στο αντίκρισμα ενός ξάστερου νυχτερινού ουρανού στο γυαλί του υγρού του ματιού. Για να εκτινάξει την πείνα του, για να πέσει στα γόνατα που αρνούνται την προσευχή του. Για να ζήσει πως έχει πεθάνει πριν την ώρα του.
 
Παρίσι, Δεκέμβριος 2016.


Yannis Livadas: The sardonic pilgrimage of Jack Kerouac

http://www.emptymirrorbooks.com/beat/the-sardonic-pilgrimage-of-jack-kerouac.html
   





 

The sardonic pilgrimage of Jack Kerouac

The works of Jack Kerouac constitute a rich branch of the American literary tradition, which — through the craftiness of such important writers, like Kerouac himself — managed to escape the swamp of intellectual, expressional, pompousness. Ergo, the books of Jack Kerouac do not compose a shadowy and somehow pointless incident, merely supporting the matured American “underground” which wore away with a more dramatic intensity than the one through which it was constructed in late 1950s. Jack Kerouac was a unique experimentalist, a writer on the verge, and he continues to be one, among the very best.
After the termination of countless, equally essential and meaningless, frictions of modern and postmodern literature, the work of the Beat writers is nowadays widely considered as the most influential literary phenomenon of the twentieth century. The Beat movement overshadowed the Lost Generation and the versatile stream of American postmodernism. Whether this distinction is infused into one broader misconceived idea of literary backlash, or to what extent this same distinction is purely a postmodern one, is something that needs an extra period of intense investigation in order to be conclusive. However, the influence and the uniqueness of Jack Kerouac in Beat and postmodern literature is undoubtedly fundamental, integral.
Jack Kerouac overtook, with summary yet confident procedures, the myopic nature of the discordant aesthetic aspirations — the extensive imbroglio that American culture was burrowing through the ‘40s, the ‘50s and, mainly, the ‘60s. He provided the most expansive and transparent literary language since Walt Whitman.
To the consecutive editions of many previously unpublished works of Jack Kerouac which appear lately, which bring to light either important or lesser texts, is added the excellent La vie est d’hommage (Boreal 2016). This volume gathers original French writings of Jack Kerouac. Kerouac’s readers already knew of his fondness for peppering his novels with French sentences, the patois of his French-Canadian family in New England.
After the opening in 2006 of the Kerouac archive (part of the Henry W. and Albert A. Berg Collection of English and American Literature at the New York Public Library) we became aware that Kerouac had written and filed away many French texts. However, only recently has authorization been given to publish the whole of them in their original form. With the blessing of the Kerouac Estate, Jean-Christophe Cloutier, professor of literature at the University of Pennsylvania, has transcribed, reconstructed, and gathered these texts directly from the manuscripts. It took several years in order to present these French texts in their entirety. As Jean-Christophe Cloutier explains in his introduction, “Les Travaux de Jean-Louis Kérouac,” the French texts are greater in number and size than had been previously believed.
Kerouac toiled over and revised these texts, yet never showed them to anyone during his lifetime. They share an essential bond with Kerouac’s published works in English, shedding new light on his creative process by demonstrating the central role French played in his Kerouac’s poetics.
As a whole, this volume reveals to the readers a new adventure in the Duluoz Legend, as well as the extraordinary refinement Kerouac demonstrated when writing in his mother tongue. It is the language he used to give voice to the truth behind his status as the uprooted son of Québécois immigrants ensnared by the assimilative forces of the United States. At the same time, coming to English via French, jazz, and the greater polyphony of the continent gave him the secret freedom to undertake one of the most significant revolutions in postwar American letters. Jean-Christophe Cloutier, being acutely aware of the creative spirit and the significance of these texts, has provided us with a very valuable gift.
The volume contains sixteen texts. The first part consists of works of fiction, including two novellas and many short stories including “On the Road écrit en français” (On the Road written in French). The second part gathers short pieces of non-fiction including letters, notes, and commentaries. This volume will be published in the USA, under the care of the publications of the American Library, edited by Todd Tietchen and translated by Jean-Christophe Cloutier, under the title The Unknown Kerouac: Unpublished, Rare & Newly Translated Writings.
Jack Kerouac was, without doubt, one of the most melancholic and analytical viewers of his time and one of the most innovative. He was also one of the very few writers who purified the ardent wave of new literature from the consequences of the ideological and aesthetic moralism. Nowadays both reappear into world literature, trying to transform it to a coincidental and inorganic externalization.
Kerouac did not think nor write in a positive way, and above all was not — in contradiction to most of the writers of his time –so ignorant as to believe that reality is only a quite affordable ambit in which we gain access to leave the relics of our common pain. Furthermore, Kerouac did not write a single book in which he didn’t undermine the fullness and completion of the modern living conditions and thought.
After all, what is left for us to achieve through the ecstatic and unparalleled literary saga of Jack Kerouac is, “the unspeakable visions of the individual”.


Paris, June 2016

Στο εργαστήρι του Γιάννη Λειβαδά / για τα έργα του Τζακ Κέρουακ

http://www.bookpress.gr/stiles/sto-ergastiri/giannis-leivadas

Στο Book Press.




Κάποια βιβλία του Τζακ Κέρουακ εμφανίστηκαν μπροστά μου όταν ήμουν δεκαπέντε χρόνων. Ήταν η εποχή που στην Ελλάδα λάμβανε χώρα η πρώτη ουσιαστική εκδοτική παρουσίαση της λογοτεχνίας των μπιτ, η δεκαετία του ’80, με τον Κέρουακ να μεσουρανεί για ένα διάστημα ως σκαιός βασιλέας της «περιθωριακής» αμερικανικής πεζογραφίας. Εισήχθη δηλαδή ειδικά μετασκευασμένος ώστε να συμπληρώσει το εικονικό πάνθεον που θα έδινε άλλοθι σε μία σειρά από κριτικές και λογοτεχνικές στρεβλώσεις, οι οποίες θάλλουν ακόμη στις μέρες μας. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, η γραφή και το ήθος του για πολλά χρόνια άσκησαν μεγάλη επίδραση μέσα μου, σε γνωστικό, ανθρώπινο επίπεδο, όχι τόσο σε λογοτεχνικό.
Υπάρχει ανάγκη να εμφανιστούν νέοι άνθρωποι οι οποίοι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τόσο το κριτικό όσο και το μεταφραστικό έργο που απαιτείται ώστε να αποδοθούν τα βιβλία του Τζακ Κέρουακ στην εντέλεια. Μόνο αυτό αρμόζει σε έναν δημιουργό ο οποίος άσκησε τεράστια επιρροή και καθόρισε σε αξιοσημείωτο βαθμό την πορεία και τις ανάγκες της νεότερης λογοτεχνίας, σε διεθνές επίπεδο.
Μεγαλώνοντας, και κάνοντας μία σειρά από κάθε άλλο παρά λογοτεχνικές εργασίες, για να ζήσω, ξεκίνησα να διαβάζω τα έργα στο αμερικανικό πρωτότυπο. Τότε άρχισα να εντοπίζω τον βαθμό παραποίησης, κακής μετάφρασης, που είχαν υποστεί στην ελληνική, οι οποίες είχαν υποβοηθήσει μέχρις ενός σημείου και τους αδιανόητους κριτικούς απολογισμούς που εμφανίζονταν ανά καιρούς για τον ίδιο και το έργο του. Προφανώς αυτές ήταν οι δυνατότητες της εποχής και των ανθρώπων που κόπιασαν, τα πράγματα όμως άλλαξαν και συν τω χρόνω διορθώνονται και αποκαθίστανται στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό. Υπάρχει ανάγκη να εμφανιστούν νέοι άνθρωποι οι οποίοι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τόσο το κριτικό όσο και το μεταφραστικό έργο που απαιτείται ώστε να αποδοθούν τα βιβλία του Τζακ Κέρουακ στην εντέλεια. Μόνο αυτό αρμόζει σε έναν δημιουργό ο οποίος άσκησε τεράστια επιρροή και καθόρισε σε αξιοσημείωτο βαθμό την πορεία και τις ανάγκες της νεότερης λογοτεχνίας, σε διεθνές επίπεδο.
Το να μεταφράζει κανείς βιβλία ενός λογοτέχνη του οποίου το έργο έχει προηγουμένως, έως ενός σημείου, μεταφραστεί, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ξεκινήσει κανείς να μεταφράζει το έργο ενός λογοτέχνη ο οποίος είναι ανέκδοτος. Στην πρώτη περίπτωση ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τις προηγούμενες αβλεψίες και τα λάθη που έχουν υπάρξει, ήτοι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους στην προσπάθειά του να καταδείξει το ποιόν και τις όποιες ιδιαιτερότητες καθορίζουν αλλά και αντικειμενοποιούν το λογοτεχνικό περιεχόμενο.
Το να μεταφράζει κανείς βιβλία ενός λογοτέχνη του οποίου το έργο έχει προηγουμένως, έως ενός σημείου, μεταφραστεί, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να ξεκινήσει κανείς να μεταφράζει το έργο ενός λογοτέχνη ο οποίος είναι ανέκδοτος. Στην πρώτη περίπτωση ο μεταφραστής είναι υποχρεωμένος να αποκαταστήσει τις προηγούμενες αβλεψίες και τα λάθη που έχουν υπάρξει, ήτοι, θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους στην προσπάθειά του να καταδείξει το ποιόν και τις όποιες ιδιαιτερότητες καθορίζουν αλλά και αντικειμενοποιούν το λογοτεχνικό περιεχόμενο. Οι μεταφράσεις των έργων του Κέρουακ με οδήγησαν αυτομάτως στην πρώτη περίπτωση.
Οι όποιες μεταφραστικές δυσκολίες αφορούσαν την απόδοση ορισμένων λεκτικών ιδιωμάτων τα οποία συναντά κανείς σε κάποια από τα βιβλία που έγραψε ο Κέρουακ, καθώς και στον ιδιαίτερο τρόπο γραφής του, την οποία ονόμασα «διασυγκοπτόμενη σύνταξη», την οποία θεωρώ θεμελιώδες στοιχείο του ύφους του, ειδικά στα δυσκολότερα, μα συνάμα, σημαντικότερα έργα του, τα οποία είναι το Μέξικο Σίτι Μπλουζ και τα Οράματα του Κόντυ, με όλα τα υπόλοιπα να ακολουθούν.
Η εξειδίκευση στο έργο του Τζακ Κέρουακ δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί δίχως προηγουμένως να έχω εξειδικευθεί στο έργο ολόκληρης της μπιτ γενιάς, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω με τον τρόπο που προχώρησα εάν δεν διέθετα ήδη την απαιτούμενη εποπτεία στην μπιτ λογοτεχνία, αν δεν είχα αφιερώσει τόσα χρόνια στη μελέτη και την εμβάθυνση σε αυτό το βασικό παρακλάδι της αμερικανικής μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.
Το έργο του Κέρουακ δεν ήταν στην πραγματικότητα, τίποτε άλλο από μία κατακρήμνιση λογοτεχνικών μοντέλων, τόσο στην πεζογραφία όσο και, ίσως ακόμη περισσότερο, στην ποίησή του. Αμέτρητες παραμορφώσεις, εμπλοκή με ριψοκίνδυνες εννοιολογικές ενσωματώσεις. Σε όλα του σχεδόν τα βιβλία ο Κέρουακ απασχολήθηκε με τη μοναδικότητα που κρυβόταν πίσω από το ύφος και την πρωτοτυπία, εν ολίγοις πίσω από τις, λεγόμενες, προοδευτικές αμφισβητήσεις της εποχής του.
Το έργο του Κέρουακ δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από μία κατακρήμνιση λογοτεχνικών μοντέλων, τόσο στην πεζογραφία όσο και, ίσως ακόμη περισσότερο, στην ποίησή του. Αμέτρητες παραμορφώσεις, εμπλοκή με ριψοκίνδυνες εννοιολογικές ενσωματώσεις. Σε όλα του σχεδόν τα βιβλία ο Κέρουακ απασχολήθηκε με τη μοναδικότητα που κρυβόταν πίσω από το ύφος και την πρωτοτυπία, εν ολίγοις πίσω από τις, λεγόμενες, προοδευτικές αμφισβητήσεις της εποχής του.
Ο Τζακ Κέρουακ, ως ποιητής και πεζογράφος μιας αποκάλυψης που ανέκυψε από τις πολιτισμικές κατακόμβες, εκδήλωσε μία σειρά από οντολογικές ιδιότητες της αισθητικής και κοινωνικής εμπειρίας, τον φιλοσοφικό στοχασμό της καθημερινής ζωής, όταν αυτή όδευε στην απώλεια πιθανότητας ενός εναλλακτικού μέλλοντος, όταν η ζωή έδειξε να ενσωματώνεται άρρηκτα στην απάτη και τη μίμηση. Όλα αυτά τα γνωρίσματα χρειάζονται μιαν ιδιαίτερη μεταχείριση ούτως ώστε να ξαναγραφτούν στην ελληνική και να καταφέρουν να αποδοθούν, να μην καταλήξουν απονευρωμένες προτάσεις οι οποίες θα φέρουν στο εξής ένα μικρό ποσοστό της αξίας που διαθέτει το πρωτότυπο κείμενο.
Ο Τζακ Κέρουακ, εφόσον αναφερόμαστε στη λογοτεχνία με την απορρόφηση της ακριβολογίας του όρου, μας παρέδωσε ένα είδος γραφής πολύ πιο εξελιγμένο από τις επίσημες προηγμένες τεχνοτροπίες που καταγράφηκαν αργότερα από την εποχή του ως διακριτές μεταβολές στη νεότερη ποίηση και πεζογραφία.
Ο Τζακ Κέρουακ, εφόσον αναφερόμαστε στη λογοτεχνία με την απορρόφηση της ακριβολογίας του όρου, μας παρέδωσε ένα είδος γραφής πολύ πιο εξελιγμένο από τις επίσημες προηγμένες τεχνοτροπίες που καταγράφηκαν αργότερα από την εποχή του ως διακριτές μεταβολές στη νεότερη ποίηση και πεζογραφία.
Ετερο-αναφορικός σχεδόν σε κάθε περιγραφή, σε κάθε επίκληση, ο Κέρουακ εξέτρεπε τη γραφή σε μία υπαρκτική όσο και πνευματική αποτύπωση, πολλές φορές κάνοντας τον αναγνώστη να πιστέψει πως καμία από τις δύο αυτές διαστάσεις δεν εκτυλίσσεται. Αυτή η λογοτεχνική «συμπαιγνία» μεταξύ κειμένου και λογοτέχνη, που πλέον συναντάται πολύ σπάνια, ακριβώς την στιγμή που επικεντρωνόταν στο «ίχνος», στην πραγματικότητα το εξαφάνιζε, ως συντονισμό, ως δεδομένο· αυτή η πράξη όμως συνέθετε τον μηχανισμό ενός άξονα με το κέντρο του: ο αναγνώστης ωθείτο σε απομάκρυνση από την, αναγκαστικά περιγραφική, ερμηνεία των γεγονότων, ώστε να καταπιαστεί με την ερμηνεία του περιεχομένου, το οποίο ήταν πάντοτε συναρπάζον.
Η αγάπη προς τον λογοτέχνη όχι μόνο δεν είναι αρκετή, αλλά ορισμένες φορές μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστα αποτελέσματα. Ο μεταφραστής πριν και πάνω απ’ όλα, έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης. Οι άξονες για μία καλή μετάφραση είναι δύο: η ανοχή απέναντι στο έργο και η δημιουργική σύγκρουση του μεταφραστή που γεννά αυτή η ανοχή. Τίποτε άλλο.
Η μετάφραση των έργων του Κέρουακ, όπως κάθε μετάφραση, δεν μπορεί να αποτελέσει οργανική, επιμελή εργασία, εάν ο μεταφραστής δεν κινηθεί με γνώμονα την υποχρέωση απέναντι στο έργο, και όχι το δικαίωμα – ακριβώς όπως γίνεται και με την ποίηση. Όταν μεταφράζω εξακολουθώ να λειτουργώ ως ποιητής. Η ποιητική ιδιότητα έχω την εντύπωση πως καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το μεταφραστικό έργο. Αυτές οι δύο όψεις αλληλοεξοντώνονται· η προσέγγιση του έργου δεν είναι προσωπιδοφόρος, δεν υφίστανται φαντασιώσεις «διασύνδεσης» του μεταφραστή, με την επιφάνεια και τον πυθμένα του έργου, μα και με τον ίδιο τον συγγραφέα. Η αγάπη προς τον λογοτέχνη όχι μόνο δεν είναι αρκετή, αλλά ορισμένες φορές μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστα αποτελέσματα. Ο μεταφραστής πριν και πάνω απ’ όλα, έρχεται αντιμέτωπος με ένα έργο τέχνης. Οι άξονες για μια καλή μετάφραση είναι δύο: η ανοχή απέναντι στο έργο και η δημιουργική σύγκρουση του μεταφραστή που γεννά αυτή η ανοχή. Τίποτε άλλο.

Έως σήμερα έχω μεταφράσει έντεκα τίτλους του συγγραφέα [Ρεμπό και 18 Χάικου (Κουκούτσι 2015), Οράματα του Κόντυ (Ηριδανός 2015), Μπιτ Γενιά [θεατρικό] (Ηριδανός 2011), Ορφέας Ανέδυσε (Ηριδανός 2009), Τριστέσσα (Ηριδανός 2009), Mexico City Blues (Ηριδανός 2009), Πικ (Απόπειρα 2008), Η Σούτρα της Χρυσής Αιωνιότητας (Απόπειρα 2009), Ποιήματα (Ηριδανός 2007), Ο γυρισμός του ταξιδευτή (Απόπειρα 2007), Γραφές της αιωνιότητας (Απόπειρα 2006)] και τον έχω συμπεριλάβει σε τρεις πολυσυλλεκτικούς τόμους [Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς / Στοιχεία για την Beat Generation (Κέδρος 2011), Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα (Ηριδανός 2007), Ανθολογία Μπιτ Ποίησης (Ροές 2003)]. Πέραν των παραπάνω, κείμενα του Τζακ Κέρουακ θα περιλαμβάνονται στον τρίτο και τελευταίο συγκεντρωτικό τόμο για την μπιτ λογοτεχνία, με τίτλο Beat Ανάλεκτα ο οποίος θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κουκούτσι. Επίσης, ένα δικό μου έργο δοκιμιακού χαρακτήρα, με τίτλο Τζακ Κέρουακ, μια μονογραφία, θα εκδοθεί τον Οκτώβριο του 2016 από τις εκδόσεις Απόπειρα.

Το αέναο κάλεσμα του Τζακ Κέρουακ

http://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/jack-kerouac








Γιάννης Λειβαδάς:
Το αέναο κάλεσμα του Τζακ Κέρουακ

Τα έργα του Τζακ Κέρουακ αποτέλεσαν εύχυμο κλάδο της αμερικανικής λογοτεχνικής παράδοσης*, η οποία με λογοτέχνες του δικού του διαμετρήματος κατάφερε να αποφύγει την καθίζηση στo έλος της διανοητικής, εκφραστικής, εκζήτησης. Ως εκ τούτου τα κείμενα του Κέρουακ δεν αποτέλεσαν σκιώδες και ανούσιο περιστατικό που απλώς εξόπλισαν το ώριμο αμερικανικό «άντεργκραουντ» – το οποίο αποσαρθρώθηκε με πιο δραματική ένταση από εκείνη με την οποία είχε συγκροτηθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Ο Τζακ Κέρουακ ήταν και παραμένει ένας μοναδικός, μεταιχμιακός, λογοτέχνης.     
Με το πέρας αμέτρητων ουσιωδών όσο και ανούσιων τριβών, η λογοτεχνία των μπιτ χαρακτηρίζεται πλέον ως το πιο βαρυσήμαντο λογοτεχνικό φαινόμενο των αμερικανικών γραμμάτων του εικοστού αιώνα, έχοντας την τελευταία περίοδο επισκιάσει εξίσου τη Χαμένη Γενιά και το πολυεδρικό ρεύμα του αμερικανικού μεταμοντερνισμού. Κατά πόσο ετούτη η διάκριση ήταν εμποτισμένη σε μία, κακώς εννοούμενη, αντίδραση, ή σε ποιον βαθμό η ίδια αυτή διάκριση ήταν αμιγώς μεταμοντερνιστική, είναι κάτι που χρειάζεται επιπλέον χρόνο για να διερευνηθεί. Η επιρροή του Τζακ Κέρουακ, όμως, σ’ αυτό που ονομάζεται μπιτ λογοτεχνία μα και μεταμοντερνισμός ήταν  παραπάνω από θεμελιώδης, ήταν ολοκληρωματική. Ωριμαντική.
Ο Κέρουακ προσπέρασε με συνοπτικές διαδικασίες τη βραδύτητα των διιστάμενων επιδιώξεων, την εκδηλωτική βραχυκύκλωση της περιόδου την οποία διερχόταν η αμερικανική κουλτούρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, προσφέροντας την πιο απροκάλυπτη και αποκαλυπτική λογοτεχνική γλώσσα από την εποχή του Ουόλτ Ουίτμαν.     
Στην Ελλάδα παρότι τα τελευταία χρόνια οι εκδόσεις μεταφράσεων των έργων του έχουν πυκνώσει, διαφαίνεται πως αυτός ο οργασμός μάλλον δύσκολα θα συνεχιστεί. Διότι όσα και αν κερδίζονται από την προσφορά των βιβλίων, άλλα τόσα χάνονται από τις επάλληλες, ιδεολογικές και αισθητικές κηδεμονίες, τις οποίες προσπαθούν ορισμένοι αυτόκλητοι μέντορες να επιβάλλουν, με δεδομένο πως αντί να εντρυφούν στο λογοτεχνικό αντικείμενο, εντρυφούν σε ιδιωτικές σκοπιμότητες. Ο διόλου μικρός όγκος «ειδικών κειμένων» για τον Τζακ Κέρουακ που έχουν δημοσιευθεί, έχουν δημιουργήσει μία στρεβλωτική, ατεκμηρίωτη βάση δεδομένων, η οποία ζημιώνει τους ένθερμους αναγνώστες μα και τα πρωτότυπα κείμενα. 
Οι μπιτ είναι αλήθεια πως ώθησαν την ποίηση στο «πεζοδρόμιο», την εποχή που το πεζοδρόμιο προσδιόριζε το μοναδικό ίσως εναπομείναν πεδίο που διατηρούσε μια σχετική αυτονομία. Σήμερα το «πεζοδρόμιο» είναι κατειλημμένο από τους ακόλουθους της επικρατούσας μόδας του πεζοδρομίου, οι οποίοι, διόλου τυχαία, προβαίνουν στις πιο έντονες κειμενικές κακοποιήσεις και δηλωτικές διαστροφές της λογοτεχνικής ιστορίας.
Οι διαδοχικές εκδόσεις των μέχρι προσφάτως ανέκδοτων έργων του Κέρουακ οι οποίες λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ, άλλοτε φέρνοντας στο προσκήνιο σημαντικά και άλλοτε όχι τόσο σημαντικά του κείμενα, συμπληρώθηκαν από την κυκλοφορία του τόμου που φέρει τον τίτλο «La vie est d’hommage», από τον καναδικό εκδοτικό οίκο Boréal (2016), ο οποίος περιέχει άγνωστα για το αναγνωστικό κοινό έργα, τα οποία ο Κέρουακ είχε γράψει στη γαλλική η οποία ήταν η μητρική του γλώσσα. Τα έργα αυτά προήλθαν από το άνοιγμα του κερουακικού αρχείου, το οποίο ήταν μοιρασμένο στη συλλογή χειρογράφων των Χένρι και Άλμπερτ Μπεργκ, και της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Νέας Υόρκης. Η άδεια για την εκμετάλλευσή τους δόθηκε το 2006 και έκτοτε μία σειρά από ειδικευμένους μελετητές και μεταφραστές ασχολούνται επισταμένως με την τακτοποίηση και την έκδοσή τους. Την επιμέλεια του «La vie est d’hommage» ανέλαβε και έφερε επιτυχημένα εις πέρας ο καθηγητής λογοτεχνίας του πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, Ζαν-Κριστόφ Κλουτιέ.
Το πρώτο μέρος του τόμου αποτελείται από έργα μυθοπλασίας, μεταξύ των οποίων δύο μικρές νουβέλες, το «La Nuit est ma femme» το οποίο ο Κέρουακ έγραψε λίγο πριν καταπιαστεί με τη συγγραφή του «Στον Δρόμο» και το «Sur Le chemin» που έγραψε έναν χρόνο αργότερα, το 1952. Πέραν αυτών, ορισμένα μέρη του έργου «Μάγκι Κάσιντι» και του «Σατόρι στο Παρίσι» γραμμένα επίσης στα γαλλικά. Στο δεύτερο μέρος συγκεντρώθηκαν μικρότερα μη-λογοτεχνικά κείμενα, επιστολές, σημειώσεις και σχόλια.
Με αφορμή αυτήν την κυκλοφορία, ετοιμάζεται στις ΗΠΑ και η αμερικανική έκδοση του εν λόγω τόμου, με τον τίτλο «The Unknown Kerouac: Unpublished, Rare & Newly Translated  Writings», από τις εκδόσεις Library of America, τον οποίο επιμελήθηκαν από κοινού, ως μεταφραστής ο Ζαν-Κριστόφ Κλουτιέ και ως γενικός υπεύθυνος ο  Τοντ Τίτσεν.
Ας ελπίσουμε πως εάν αυτά τα έργα προωθηθούν για έκδοση στην Ελλάδα, θα μεταφραστούν από ανθρώπους ικανούς να προσεγγίσουν την κερουακική γλώσσα και να αποτιμήσουν την ιδιότυπη δομή τους.   
Τα κείμενα αυτά αποκαλύπτουν τη λατρεία του συγγραφέα για την προφορικότητα και την πολυφωνία οι οποίες είχαν εκδηλωθεί από τότε έντονα, καθώς και την επιρροή της ποιητικής της τζαζ, η οποία είχε αφήσει από πολύ νωρίς το ανεξίτηλο σημάδι της μέσα του. Εκ παραλλήλου, από τις ιδιαίτερα εύστοχες τοποθετήσεις του Κλουτιέ αντιλαμβάνεται κανείς πως εκείνη η ανατρεπτική τάση του Κέρουακ να αναστατώσει τις παραδοσιακές δομές και τις αφηγηματικές φόρμες της αμερικανικής πεζογραφίας έχουν τις ρίζες τους στην γαλλο-καναδική κουλτούρα.
Η ιδέα του Τζακ Κέρουακ πως ο γλωσσικός αυθορμητισμός θα οδηγούσε κάποια στιγμή σε μία «υπέρτατη πραγματικότητα» της έκφρασης, όχι μόνο έπιασε τόπο αλλά αναθεώρησε συθέμελα τον ορισμό και τις δυνατότητες της μεταπολεμικής αμερικανικής λογοτεχνίας, μα και της ευρωπαϊκής συνάμα. Αυτό συνέβη πρωτίστως με τα κορυφαία του έργα «Οράματα του Κόντυ» και «Μέξικο Σίτι Μπλουζ», τα οποία ξεχώρισαν έντονα από τα υπόλοιπα και ήταν εκείνα που τον κατέστησαν περίβλεπτο νεωτεριστή.
Ενόσω οι υπόλοιποι μπιτ σκιαγραφούσαν όλα εκείνα με τα οποία δεν ήθελαν να έρθουν αντιμέτωποι οι επιμελητές κειμένων και οι βιβλιοκριτικοί, αλλά εξύψωναν τις πτυχές που δελέαζαν τους ψυχαναλυτές και τους γλωσσολόγους, ο Κέρουακ αποδείχθηκε ο πιο μελαγχολικός και αναλυτικός απεικονιστής της εποχής του, και επιπλέον ο πιο πρωτοποριακός από τους υπόλοιπους: «Δεν είχα να προσφέρω σε κανέναν τίποτα πέρα από τη δική μου σύγχυση».
Η σύγχυση αυτή ήταν, σε επίπεδο περιεχομένου, τόσο διεισδυτική και σπασμωδική που απεκάθαρε την ορμητική εισροή της νέας λογοτεχνίας από τις συνέπειες του ιδεολογικού και αισθητικού  ηθικισμού, μολονότι κι οι δυο κατάφεραν να επιστρέψουν ξανά στην παγκόσμια λογοτεχνία, καθιστώντας το μεγαλύτερο κομμάτι της,  περιπτωσιακή και ανόργανη εξωτερίκευση.
~
Ο συγγραφέας ευχαριστεί θερμά τον Ζαν-Κριστόφ Κλουτιέ για την παροχή απαραίτητων πληροφοριών και την πολύτιμη επικοινωνία-συνεργασία, μαζί του. Περαιτέρω εισαγωγικές και ερμηνευτικές πληροφορίες για τη ζωή και τα έργο του Τζακ Κέρουακ θα δημοσιευθούν στην εργασία του υποφαινόμενου με τίτλο «Τζακ Κέρουακ, μία μονογραφία», η οποία θα συνοδεύεται από επίμετρο του Τόνι Σάμπας, εκτελεστή της συγκληρονομίας του Τζακ Κέρουακ, γραμμένο ειδικά για την εν λόγω έκδοση. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 2016 από τις εκδόσεις Απόπειρα.


Παρίσι, Μάιος 2016


______________
Σημ. τ. σ.:  Η παράδοση ως ακολουθία του παραδίδειν και όχι του παραλαμβάνειν (βλ. «Ανάπτυγμα», Δοκίμια και σημειώματα ποίησης, Κουκούτσι 2015).






Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου