«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Η βία του κοινωνικού πανικού στην ποίηση και το ζώπυρο της εξαΰλωσης (στο Literature.gr)

http://www.literature.gr/i-via-tou-kinonikou-panikou-stin-piisi-ke-zopyro-tis-exa%ce%b0losis-grafi-o-giannis-livadas/


















Με τούτο το σημείωμα δεν απευθύνομαι σε κανέναν. Καταγράφω εντούτοις ένα μέρος της ολοζώντανης προσχηματικής αρθρογραφίας η οποία επανέρχεται, πολύ συχνά, δίχως να διαθέτει την παραμικρή επισκοπική δυνατότητα,  επί της αισθητικής και ιστορικής παρουσίας της Τέχνης, των τεχνών γενικότερα. Είναι προφανώς, και αυτό, ένα από τα διακριτά χαρίσματα της βίας του κοινωνικού πανικού που αναπαράγει ένα αισθητικό άλλοθι, μία κάλυψη στα εκτεθειμένα νώτα, παρά διαθέτει κριτικό, ή αναθεωρητικό, πνεύμα. Στη δεύτερη περίπτωση, το κείμενο, το άρθρο, για την τέχνη, θα στρεφόταν από τις πρώτες κιόλας αράδες, στο ξεγύμνωμα των τοποθετήσεων εκείνου που θα το υπέγραφε. Αυτό, βεβαίως, θα αποτελούσε πράξη με λέξεις και όχι λέξεις που αδυνατούν εκ φύσεως να πράξουν, να ενεργήσουν.
Τα μπακαλόχαρτα που απονείμουν τα πανεπιστήμια, τα φροντιστήρια και τα φιλικά χτυπήματα στον ώμο την ώρα που ολοκληρώνονται οι συνάξεις των ωχριώντων (είτε αυτές λαμβάνουν χώρα σε καφενεία είτε σε διαδικτυακά καταφύγια), συγκλίνουν δραματικά σε ένα πράγμα: στην ατερμάτιστη παράνοια εκείνων που, λόγω κάποιας συναινετικής ομοβροντίας με το καθρεφτισμένο τους είδωλο,  αποφάσισαν πως καθορίζουν και εκτελούν τον πλέον αποφασιστικό ρόλο στην παγιοποίηση όλων εκείνων των στοιχείων που συνθέτουν αυτό το ιδιαίτερα προσφιλές μνημείο αποσυντεθειμένων πληροφοριών. Αυτό το μνημείο το οποίο διογκώνεται με σκοπό να ρίξει τη σκιά του και στο τελευταίο γνωσιακό ψήγμα που εξακολουθεί ζωντανό.
Σημειώνω αυτές τις γραμμές λοιπόν, όχι τόσο για να εγκαλέσω, να υπογραμμίσω αυτό το γεγονός, για το ολοκληρωτικό φανέρωμα του οποίου χρειάζεται κανείς να παραθέσει κάθε λέξη και παράγραφο, κάθε δημιουργημένο έργο, τα οποία διευρύνουν το μέλλον και το παρελθόν της Τέχνης. Όπως ανέφερα πιο πίσω, δεν υφίσταται κριτική που να μην εξαϋλώνει τον εαυτό της. Μα, για να καταδείξω, δια της δημοσιεύσιμης αντιστροφής, πόσο ωφέλιμη, πόσο βδελυρή, είναι κάθε αφομοίωση που μετατρέπεται σε θεμέλιο, ώστε να αποκλειστεί εκείνη η πιθανότητα (η οποία είναι η Τέχνη, η ουσία της) να μετατραπεί, να προαχθεί, σε έναυσμα, σε ζώπυρο.
Τόσο οι περισσότερο όσο και οι λιγότερο επίσημοι,  αποκαταστημένοι, δικαιωμένοι, διαθέτουν, είναι πρόδηλο, τις απαιτούμενες ετυμηγοριακές δυνάμεις ώστε να παρακάμπτουν την οργανική φύση της Τέχνης και να φαντασιοκοπούν την εμφάνισή της μέσω της δικής τους αυτό-προβολής – κι εδώ εννοώ το προβολικό σημείο όπου ενταφιάζεται η προσωπικότητα και όχι τόσο το σκέρτσο, την παιδικότητα της ανάγκης για δημοφιλία ή δημοσιότητα. Είτε σπάζει τη φωνή του «εκείνος» για την τέχνη της ποίησης, είτε για το φάσμα της Τέχνης γενικότερα.
Υπάρχει πιο τέλεια και διαδεδομένη παραφροσύνη από εκείνη του σύγχρονου «ποιητή» ο οποίος διαπραγματεύεται, πάντοτε δημοσίως και πάντοτε συνταρακτικά θλιβερός, τις «πολιορκίες» του; Ήτοι, τη μόνιμη ανάκαμψή του από τις απαιτήσεις ενός αναγνωστικού κοινού το οποίο λειτουργεί ως διανυκτερεύον κατάστημα της ταραχής του;
Πριν αναδειχθούν, λοιπόν, εκείνες οι ιερές δυσκολίες που μοιράζουν υποχρεώσεις και αφαιρούν δικαιώματα, δηλαδή, οδηγούν στην τέχνη  της γραφής, ουδείς στέκεται ικανός να την επικαλείται, εφόσον αδυνατεί, ή καλύτερα, αρνείται πεισματικά, να αναγνωρίσει πως κάθε κίνητρο είναι πρωτίστως μια απελπισία που ενστερνίζεται κανείς για να αναθεωρήσει το ακατανόητο.
Η προσπάθεια, ειδικότερα η κοπιώδης προσπάθεια, διερεύνησης της τέχνης, της ποίησης, δηλαδή το αντίθετο της ποίησης, λειτουργεί υποχρεωτικώς σε μία κατάσταση «υψηλού καθήκοντος» στην οποία είναι καταδικασμένη να λογοδοτεί, όσο και, δημοσίως, να συμπεριφέρεται σαν να είναι απ’ αυτήν ικανοποιημένη.
Στάχτη και μπούρμπερη. Κάθε προστατευμένη υπογραφή, κρύβει μέσα της μία ακόμη πιο προστατευμένη διέγερση, η οποία είναι κατά βάθος επιθετική, δηλαδή ψεύτικη, φέρει όλα τα κληρονομικά  σημάδια μιας προ πολλού διαμορφωμένης, ανακουφιστικής, συγκατάνευσης.
Μιλώ για ένα πράγμα το οποίο χθες αφορούσε μια χούφτα ανθρώπους και αύριο θα αφορά ακόμη λιγότερους. Οι υπόλοιποι, είτε θα έρθουν είτε δεν θα έρθουν να διαφωνήσουν, είναι αδιάφορο. Ευκοιλιότητα του στόματος, δυσκοιλιότητα του μυαλού. Ζηλευτή ισορροπία. Η λογοτεχνία έχει αναβαθμιστεί σε ταπετσαρία. Στην πιο τρυφερή εξώνηση. Όταν φτάσει στις απολήξεις της η ανθρωπότητα, θα έχει απομείνει μόνο μια κοινωνική ομάδα, εσείς, οι ποιητές σας.
Εντωμεταξύ, με την πάροδο ημερών και αυτό το σημείωμα θα έχει την ίδια τύχη με τα προηγούμενα: κάμποσα περιεχόμενά του θα εμφανιστούν, ως απόρροια κάποιας ποιητικής έμπνευσης, στο κείμενο κάποιου άλλου, ανάμεσα σε αυτούς που ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως.
Η ποίηση, σε σχέση με τον εαυτό της, έχει τελειώσει. Υπάρχει, σε σχέση με σχολαστικούς και αναγνώστες. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν η κοινωνία, και το κατάφερε. Πέρασε στο ανώτερο στάδιο του υπαρκτικού νοικοκυριού: διαδραματίζονται τα πεντόβολα με τα θεσμικά και τα θεσμοποιούμενα. Η αισθητότητα της αναισθησίας, η αναισθησία της αισθητικής.   
Σποράδην συναντώ κάτι πιο διαυγές από τη μίμηση, την ανοησία. Ιδού η σκιά του αποδέκτη αυτού του κειμένου. Η καταληπτότητα, η έβδομη αίσθηση της παράνοιας.


Παρίσι 20 Απριλίου 2017

Γιάννης Λειβαδάς: Η χρονικότητα της καύτρας [στο Book Press]

Γιάννης Λειβαδάς: Τσαρλς Μπουκόβσκι, οι αποδόσεις



Στο Literature.gr












Γιάννης Λειβαδάς:
Τσαρλς Μπουκόβσκι, οι αποδόσεις.

Λογοτέχνες υψηλού ρίσκου και λογοτέχνες της γκανιότας∙ κι από κοντά οι αντίστοιχοι κριτικοί και μελετητές με τα ανάλογα επιγενόμενα.
Πολύ συχνά η εργασία που οφείλεται να γίνει από πλευράς μελετητών, στην ελληνική, καθυστερεί ή, τελικώς, δεν ολοκληρώνεται, από τις τόσες, παραπάνω από αναγκαίες, αποκαταστάσεις και διορθώσεις οι οποίες απαιτούνται για το ξεκαθάρισμα του λογοτεχνικού πεδίου ενός δημιουργού∙ ώστε εκείνος και το έργο του να επανέλθουν, σε μία πρώτη φάση, στη φυσική ισορροπία των δεδομένων τους. Μεγάλος αριθμός τοποθετήσεων βιβλιοκριτικών και μελετητών, έχουν αποβεί οριακά καταστροφικές για ένα, όχι μικρό, κομμάτι της νεότερης εισαγόμενης λογοτεχνίας.
Ο λόγος για τον οποίο ετούτο πρέπει συχνά να καταδεικνύεται, δεν είναι για να στρέφεται, όπως ορισμένοι αφελείς πιστεύουν, η προσοχή  σε συγκεκριμένα πρόσωπα, δηλαδή στα υπαρκτά, τα οποία σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό εμπλέκονται∙ μα για να δοθεί η απαιτούμενη έμφαση στην ανευθυνολογία, η οποία ανάμεσα σε όλα τα αθεμελίωτα που έχει παρουσιάσει, έχει σημαντικά υποβαθμίσει θέματα και  πρόσωπα με τα οποία έχει ασχοληθεί, ακόμη και, διότι υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, προσπαθώντας με καλή προαίρεση για τη διάδοση κάποιων λογοτεχνικών έργων.  
Ένας σωστός και ψύχραιμος μελετητής, το πρώτο πράγμα που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, είναι η εικόνα που έχουν δημιουργήσει τα μέσα ενημέρωσης για έναν λογοτέχνη. Αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις απόψεις όσων καρπώθηκαν φήμη ή ανανέωσαν το πενιχρό τους καλλιτεχνικό προφίλ μέσω του λογοτέχνη, ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο μελέτης. Αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις απόψεις εκείνων των οποίων ο λόγος και η παρουσία αυτοκαταναλώνονται δίχως αισθητική και δημιουργική βαρύτητα.
Ένας σωστός και ψύχραιμος μελετητής, εξαντλεί την υπάρχουσα βιβλιογραφία που αφορά το αντικείμενο της μελέτης του, κατά κύριο λόγο για να ξεχωρίσει εκείνο το, συνήθως μικρό,  ποσοστό της, το οποίο είναι έγκυρο και ουσιώδες, και όχι για να χρησιμοποιήσει στοιχεία από όσες περισσότερες πηγές είναι δυνατό. Αυτό είναι δεοντολογικά και εξειδικευτικά απολύτως μεμπτό. Δεν μελετά και δεν δημοσιεύει κανείς για να αποδώσει στον εαυτό του εύσημα, ούτε για να καταφέρει να επιπλεύσει επαγγελματικά ή κοινωνικά. Αυτό είναι, συν τοις άλλοις,  τραγικό.
Τουτέστιν, μια εργασία, μία μελέτη, σύμφωνα με τα όσα δυσμενή καταγράφηκαν πιο πάνω, είναι βέβαιο πως θα αποτελεί ασυγκρότητο  ποτ-πουρί και όχι, όπως θα όφειλε, μία εργασία με διαυγή προσδιορισμό η οποία θα οδηγήσει εκ νέου το αντικείμενό της  στο μέλλον, αφού αυτός είναι ο μοναδικός στόχος κάθε υπεύθυνου σχολιαστή, και μελετητή, ανά τον κόσμο.  Εδώ, αντικείμενο αυτού του σημειώματος, είναι ο Τσαρλς Μπουκόβσκι.
Οι Έλληνες αναγνώστες είναι πια χορτασμένοι, πιθανόν κουρασμένοι, με την, άνευ λόγου και ουσίας, υπερπληροφόρηση σχετικά με την καθημερινότητα της ζωής του, ενώ ταυτοχρόνως βρίσκονται σε πάγια ανάγκη παρουσίασης, ενημέρωσης, των στοιχείων εκείνων που άπτονται της τεχνικής και του περιεχομένου των έργων του. Εντούτοις, ακόμη κι εκείνη η υπερπληροφόρηση που αφορά τη ζωή του, είναι λιγότερο έγκυρη και ακριβής, απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Ως και το όνομά του προφερόταν για δεκαετίες λανθασμένα, μέχρι που το χρησιμοποίησα αποκατεστημένο (παρά τις λοιδορίες που τότε εισέπραξα από διαφόρους) στις μεταφράσεις που έκανα, καθώς και στα κείμενα που έγραψα, διορθώνοντάς το επίσης στο λήμμα της ελληνικής Βικιπαίδειας.
Ο Μπουκόβσκι, πέρασε περισσότερες ώρες της ζωής του σκυμμένος πάνω στη γραφομηχανή*, παρά πίνοντας γερμένος στο σκαμπό ενός μπαρ ή περιφερόμενος στα αμέτρητα περιπετειώδη σοκάκια της αλήτικης εμπειρίας, στην οποία αρέσκεται η εμμονική αρθρογραφία. 
Είχα την τύχη να ασχοληθώ με την περίπτωση του Μπουκόβσκι, -στο πλαίσιο της έρευνάς μου που αφορούσε την αμερικανική μεταμοντέρνα λογοτεχνία-, παρακάμπτοντας κάθε επί μέρους στοιχείο, δίνοντας, με επιμονή,  έμφαση στην προσέγγιση του λογοτεχνικού φαινομένου. Όλα του τα βιβλία ξεκοκαλίστηκαν και οδήγησαν στην ανάγνωση αρκετών τόμων οι οποίοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο καταπιάνονταν με τη ζωή και το έργο του. Η ίδια τύχη με οδήγησε στη μετάφραση πολλών πεζών και ποιητικών του έργων, στη σύνθεση, επίσης, ορισμένων ευσύνοπτων κειμένων τα οποία διαλαμβάνονταν τη σημασία και τον απόηχο της τέχνης του.
Το πόσο άνισο και αντιθετικό ήταν το υλικό των βιογραφικών και κριτικών κειμένων, είναι κάτι αδιανόητο, διαπιστώνοντάς το τολμώ να πω ότι έμεινα άναυδος. Οι θετικές μου υποψίες καθώς και οι αρνητικές, βγήκαν αληθινές μέσω της φιλίας μου με τον Νίλι Τσερκόφσκι, ο οποίος ήταν στενότατος φίλος και βιογράφος του Μπουκόβσκι, οι πληροφορίες του οποίου έδωσαν τέλος στις όποιες αμφιβολίες εξακολουθούσαν να με προβληματίζουν∙ όχι ως ειδήμων της μπουκοβσκικής  manière, που δεν είμαι, μα ως μελετητή/μεταφραστή που με απασχόλησε το εμπεριέχον της γραφής, όντας εργάτης της λογοτεχνίας και όχι υπάλληλος εκδοτών ή φυλλάδων.  
Επί κειμένου, ο Μπουκόβσκι δεν καταπιάστηκε με πρόσωπα, αλλά με τα φαινόμενα που χαρακτήριζαν, ή πιο συγκεκριμένα, προκαλούσαν, τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν ανέλυε τους χαρακτήρες των βιβλίων του, ο ρεαλισμός εξάλλου, ο ρεαλισμός της διαπλεγμένης συμφόρησης, δεν χρειάζεται πολλά για να αναδειχθεί∙ τα πάντα γίνονται διάφανα μες στην κατάσταση όπου κάποιος οδηγείται και συνάμα τείνει, άθελά του, ή επιχειρώντας το συνειδητά, να οδηγήσει και τους άλλους. Ο ρεαλισμός του Μπουκόβσκι ήταν ένας ρεαλισμός άφαντος μέχρι την έκδοση των βιβλίων του, ένας ρεαλισμός βαθύς, παιγνιώδης και για τα υπόλοιπα ρεύματα της αμερικανικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας,  συμπληρωματικός.
Τα έργα του, όσο βασίζονται στον σχετικισμό των συναισθηματικών προεκτάσεων, άλλο τόσο ολοκληρώνονται μέσα στην ιδέα μιας στωικότητας, ενός ορθολογισμού που εδράζει βαθιά στον αηθικισμό, ο οποίος κρίνει τα «υψηλά» μέσω των «χαμηλών» και το αντίστροφο.
Εάν, δηλαδή, ο Μπουκόβσκι είναι σημαντικός λόγω του ότι απλώς  και μόνον «έδωσε φωνή στο κοινωνικό περιθώριο» -πράγμα το οποίο είναι εντέλει εντόνως αμφισβητήσιμο, αφού περισσότερο χρησιμοποίησε το, λεγόμενο, κοινωνικό περιθώριο ως αφορμή παρά ως πυρήνα- δεν είναι όντως σημαντικός. Εδώ όμως ο Μπουκόβσκι εξετάζεται ως μείζων.
Η ειδολογική ένταξη του Μπουκόβσκι στον λεγόμενο «βρόμικο ρεαλισμό», ο οποίος δεν ήταν κάτι παραπάνω από κριτική φιοριτούρα ενός μετρίου σχολιαστή, είναι σαφώς λανθασμένη. Δεν υφίσταται βρόμικος ρεαλισμός διότι αντιστοίχως δεν υφίσταται κάποιος καθαρός. Ότι και αν ήταν αυτό που ονομάστηκε «βρόμικος ρεαλισμός», σύντομα αποδείχθηκε προϊόν αψυχολόγητης προσέγγισης, μέσω μη οργανικών γνωρισμάτων, τα οποία αφορούσαν ένα μέρος της επιφανειακής τυπολογίας, μπορεί να πει κανείς, των έργων του.
Η ολκή της λογοτεχνίας, ομοίως με την ανουσιότητά της, τεκμηριώνονται διττώς από το ύφος και το περιεχόμενό της, ουδόλως από τα επί μέρους. Δεν είναι τα στοιχεία, μα ο τρόπος μεταχείρισης των στοιχείων, ακόμη και της ίδιας της λογοτεχνικής φύσης, για την οποία ο Μπουκόβσκι είχε δηλώσει, «δεν προσπαθώ [να γράψω], απλώς δακτυλογραφώ».
Παρά τις προβλέψεις του αγαπημένου του εκδότη και των ανθρώπων που συμμερίζονταν τις απόψεις του, πως θα παρέμενε εσαεί ένας περιθωριακός της λογοτεχνίας, ο Μπουκόβσκι έγινε ένας από τους πιο διάσημους, ευπώλητους και πολύ-μεταφρασμένους λογοτέχνες ανά τον κόσμο. Η επιτυχία του είναι σχεδόν εκκωφαντική. Είναι πια εμπορικότερος απ’ όσους καυτηρίαζε για την εκδοτική τους επιτυχία, αποτελεί πλέον διδακτέα ύλη στα πανεπιστήμια που τόσο απεχθανόταν. Όλα αυτά όμως δεν αφορούν τον Μπουκόβσκι, αφορούν τη συμπλεγματικότητα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ζωή και την ευρύτερα αποδεκτή ερμηνεία της.
Ως λογοτέχνης συνεχίζει την πορεία του όντας ένας στωικός, ένας άνισος και ανασφαλής διαβάτης του πεπρωμένου, ένας γελασμένος που γέλασε τόσο με το χάος που συγκολλά τη μοναξιά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Παρίσι 2016


* Σημείωση δίχως βαρύτητα μα συνάδει στον παιγνιώδη χαρακτήρα του συγκειμένου: Λάτρεψε τις Royal, τις Underwood, και τις Olympia, οι οποίες όπως έλεγε «είχαν ψυχή», απεχθανόμενος τις Remington, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι συγγραφείς που  φθονούσε, αν και νοίκιασε μία το 1968, για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, λόγω ανάγκης.

Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου