«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Η συλλογιστική της περίθαλψης [στο Book Press]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/i-syllogistiki-tis-perithalpsis-leivadas



















Η κλιμάκωση της εξειδίκευσης στον ορισμό και την ερμήνευση του ποιήματος, δεν είναι αποτελεσματική εφόσον η εξειδίκευση αυτή δεν εξειδικεύεται στην ποίηση αλλά στον βαθμό εξειδίκευσης. Στη σύγχρονη κριτική και τη σύγχρονη ανάγνωση, μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως τα θεμελιακά στοιχεία δεν συγκαταλέγονται στα στοιχειώδη, και αντίστοιχα, τα στοιχειώδη δεν συγκαταλέγονται στα θεμελιακά. Επιπλέον, στις περιπτώσεις που αμφότερα, τα στοιχεία αυτά,  συναποτελούν μία κάπως διερευνητική τοποθέτηση, παρατηρεί κανείς πως και από τις δύο κατηγορίες υπάρχουν σημεία  και ορισμοί που έχουν αυθαίρετα εξαιρεθεί – ώστε να καταντήσει το ποιητικό αντικείμενο, το στίγμα της ποίησης, ιδιαίτερα χρηστικό και ευάρμοστο, ώστε να αποτελέσει απλώς ένα αντικείμενο με ενδιαφέρον το οποίο όμως δεν θα αφορά την ποίηση καθαυτή.
Το πλεονέκτημα μιας κάποιας υπαρκτικής συντριβής είναι η μοναδική δίοδος για να καταφέρει να αντικρύσει κανείς, τόσο τα θεμελιακά όσο και τα στοιχειώδη, και να κατανοήσει την κοινή τους έδρα από σκοπιά δημιουργική, και όχι από σκοπιά τελεσίδικη.
Αναλόγως, η εκμαίευση του περιεχομένου ενός ποιήματος -και όχι η ποίηση η οποία δεν καθίσταται δυνατό να εκμαιευθεί- δεν επιτυγχάνεται μέσω μίας, κατά το σύνηθες ενημερωτικής, κριτικής ή ανάγνωσης, μα μέσω μίας ολικής προς αυτό αφιέρωσης. Το ποίημα δεν είναι εγκατεστημένο, ούτε περατωμένο – παρά μόνον σαν είναι κάτι που φέρνει σε ποίημα.
Το ίδιο το ποίημα άλλωστε, από την μεριά του ποιητή, είναι η ώση μιας αφιέρωσης, η οποία, εντελώς αντίθετα με αυτό που συμβαίνει από τη μεριά του αναγνώστη, δεν είναι συμπερασματική μα απολύτως  εισαγωγική.
Μια παρανόηση μπορεί εύκολα να λυθεί, και αυτό θα φανεί κάποια στιγμή, από την κατοπινή απότιση ενός φόρου τιμής, ή μιας απολογητικής τοποθέτησης. Αυτό όμως δεν θα μπορέσει να συμβεί στην περίπτωση ενός κύρους το οποίο δικαιολογείται μέσω κάποιας αισθητικής μεγαλοστομίας. Ειδικά δε, όταν η μεγαλοστομία αυτή αποτελεί κεντρική κολόνα μίας, υποτιθέμενης, παράδοσης, η οποία δεν είναι, εξ ορισμού, δυνατό ούτε να χρονολογηθεί μα ούτε και να διατυπωθεί, αφού απαρτίζεται από μία και μόνη στιγμή. Τη στιγμή της επινόησής της που ήταν συνάμα και η λήξη της διάρκειάς της – η οποία συναντάται αενάως μέσα στον εαυτό της και κρίνεται ως ομολογία της δικής της απαθανάτισης.
Μία από τις επιπτώσεις αυτής της ιδιάζουσας εξειδίκευσης, η οποία πλέον μετά από αμέτρητες αποδόσεις κατακυρώνεται ως κριτική και ανάγνωση ποίησης∙ είναι το λεκτικό ξεδίπλωμά της υπό μορφή δοκιμίου, το οποίο, βεβαίως, δεν ξεδιπλώνει το ποιητικό αντικείμενο μα την επιτηδειότητα μιας καλά διαβασμένης (κατά τα όσα σχετικά προανέφερα) περιεχομενικής αποφυγής, η οποία δεν είναι τυχαίο πως έρχεται να ανταποκριθεί, τρόπον τινά, σε κάθε όχληση που της προκαλεί η περιεχομενική κριτική και η ίδια η ποίηση – οι οποίες δεν συμμερίζονται και δεν εκπροσωπούν την ταραχή τόσο των επιδιώξεων όσο και των επιδείξεών της.   

Παρίσι 2018

Γιάννης Λειβαδάς: Δείται Δηλίου κολυμβητού















https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/deitai-diliou-kolimvitou-leivada
 Γιάννης Λειβαδάς: Δείται Δηλίου κολυμβητού

Η ένταξη σου σε μία ανθολογία δεν σε καθιστά καλύτερο ποιητή από κάποιον του οποίου το έργο στην εν λόγω ανθολογία δεν έχει συμπεριληφθεί – δεν σε καθιστά καν ποιητή. Πολλοί απ’ αυτούς που συμπεριλαμβάνονται σε ανθολογίες δεν είναι ποιητές, είναι άνθρωποι που για λόγους και αφορμές που δεν αφορούν την ποίηση εμφανίζονται ως τέτοιοι, διότι η νομοτέλεια της υποχρέωσης στην ομοιότητα, στην κοινή καταφυγή, είναι ισχυρότερη από την ποιητική εμπλοκή.
Στο πρώτο κάλεσμα της αγαπητής και ιδιαίτερα ευγενικής Κάρεν Βαν Ντάικ, για συμμετοχή μου στην πρώτη ανθολόγηση σύγχρονων Ελλήνων ποιητών σε ένα αμερικανικό ή βρετανικό, δεν θυμάμαι ακριβώς, περιοδικό, είπα πως το σκεπτικό ήταν ιδιαίτερα περιοριστικό, ιδεολογικοποιημένο, και τα κριτήρια της εν λόγω ανθολόγησης δεν άγγιζαν τις πτυχές της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας στην Ελλάδα. Συνεπώς αρνήθηκα.
Κατόπιν, στο δεύτερο κάλεσμα, για την ανθολογία Austerity Measures, το οποίο τέθηκε συγκεκριμένα και από τον υπεύθυνο της ποιητικής σειράς των εκδόσεων Penguin, δέχθηκα να συμπεριληφθώ υπό τον όρο πως το σκεπτικό της επιλογής είχε αλλάξει, και πράγματι, έλαβα το σχετικό ιμείλ το οποίο με διαβεβαίωνε για την αλλαγή αυτής της στάσης. Είπα ναι, ευχαρίστως, και έλαβα ένα απαντητικό σχόλιο στο οποίο σημειωνόταν, μεταξύ άλλων, πως τα ποιήματα που τους είχα στείλει ήταν «quite unlike anything else in the anthology, and I think also indispensable …»κτλ.
Υποψιάζομαι πως δεν ήμουν ο μόνος που έλαβα ένα τέτοιο σημείωμα, το αναφέρω όμως, διότι, τόσο στη βρετανική έκδοση, όσο και στην αμερικανική, η οποία ακολούθησε, στη λίστα των ανθολογούμενων και στην εισαγωγή των δύο βιβλίων, δεν διέκρινα κάποια διαφορά ή κάποια τοποθέτηση που ικανοποιούσε άλλο αίτημα από εκείνο της αριστερής, (αισθητικά όχι μόνον ιδεολογικά), αριστερόστροφης, μα και της πλασματικής, εκπροσώπησης, της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αυτό με έκανε να αναλογιστώ, για λίγο, το γιατί και για ποιον λόγο συμπεριλήφθηκα. Μία πιθανή απάντηση θα μπορούσε να ήταν πως η εμφάνισή μου εκεί μέσα ήταν μία απόδειξη πως πράγματι η ανθολογία αυτή είχε δημιουργηθεί με ένα τέτοιο σκεπτικό. Αν αυτό όντως συνέβαινε, τότε θα έπρεπε να συναντήσω εκεί μέσα και ορισμένους άλλους ποιητές τους οποίους δεν συνάντησα. Θα πει βεβαίως κανείς, ότι δεν είναι δυνατό κάθε ανθολογία να καταφέρνει να καλύπτει ικανοποιητικά την ευρύτητα ενός τέτοιου φαινομένου – ορθώς. Αυτό όμως αποκλείει μία τόσο αθρόα και απερίσκεπτη ανθολόγηση κειμένων τα οποία δεν καθόρισαν ούτε τροποποίησαν τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Και αυτό ακριβώς είναι το άξιο περίεργο, όχι το πόσοι ποιητές απουσιάζουν αλλά το πόσοι μη-ποιητές, ή εν πάση περιπτώσει, ελάσσονες ποιητές, ανθολογούνται.
Όσο για μένα, που από σήμερα θα δεχτώ τους μύδρους ενός συγκεκριμένου κύκλου επαϊόντων και παρατρεχάμενων, για το παρόν άρθρο, έχω να συμπληρώσω μόνο πως εξεπλάγην όταν διαπίστωσα πως στην ελληνική έκδοση της ανθολογίας το εργοβιογραφικό μου σημείωμα είχε μεταγραφτεί κακήν-κακώς, με αποτέλεσμα την άμβλυνση ή την αστειοποίηση όσων είχα παραθέσει, και επίσης, τα έξι ποιήματα τα οποία παρουσιάζονταν στις δύο αγγλόφωνες εκδόσεις, στην ελληνική έκδοση είχαν μειωθεί στα δύο. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι και γιατί συνέβη, και η προσπάθεια αιτιολόγησης από την πλευρά της ανθολόγου ομολογώ πως ήταν, δυστυχώς, ασόβαρη. Ελπίζω να μην έχει συμβεί κάτι ανάλογο και σε κάποιον άλλον. Αυτό το αναφέρω ως ενδεικτικό των διαστάσεων που παίρνει, αναγκαστικά, μία εργασία, όταν δεν στηρίζεται στα πόδια της ευθύνης και της δεοντολογίας. Ας επανέλθουμε όμως από το ελάχιστο και το σημαδιακό, στο απολύτως ουσιώδες.
Για μύριους λόγους, μα κυρίως λόγω της δυσφόρητης, ιδιαίτερα περιορισμένης σκοπιάς της συγκεκριμένης ανθολόγησης, κάποιοι ποιητές (εννοώ απ’ αυτούς που ανθολογούνται), εάν εκτιμούν πράγματι τους σημαντικούς ή έστω τους σημαντικότερους ποιητές, οφείλουν να μιλήσουν δημόσια, για το κατά πόσο η ανθολόγηση αυτή, αλλά και κάθε προηγούμενη, πιστεύουν πως είναι πράγματι αντιπροσωπευτική, δίκαιη και ανάλογη των όσων συμβαίνουν σήμερα στην ποίηση της ελληνοφωνίας – δίχως να επαναπαύονται στην ψευδή ή περιπτωσιακή φωτεινότητα που εκπέμπει το όνομά τους στη λίστα των ανθολογούμενων. Να κάνουν μπροστά και όχι πίσω, όπως συνήθως κάνουν, και να μιλήσουν ανοικτά για το κατά πόσο μία ανθολογία σαν αυτή,  στέκεται στο πλάι της ποίησης ή, τελικώς, στο πλάι όσων, είτε από αφέλεια είτε από προμελέτη, προβαίνουν σε τέτοια πορίσματα.
Τόσο οι εκφάνσεις της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, όσο και της δοκιμιακής της προσέγγισης, απαιτούν, πιστεύω, μία πιο εμπεριστατωμένη, δίκαιη και ποσοτικά πιο αυστηρή παρουσίαση.
Κάθε ιδεώδες που συλλαμβάνεται για να αποκαταστήσει το προηγούμενο, θα έχει την ίδια μοίρα: θα καταρρέει ως ιδεώδες∙ συγχέοντας, δηλαδή, την πραγματικότητα με την αποτελεσματικότητα, συγχέοντας το ποίημα με την προκατάληψη, συγχέοντας, τελικά, τον άνθρωπο με την ανθρωπότητα.
Τα λέω αυτά, κάπως επιγραμματικά, τονίζοντας εντούτοις, πως  στην ποίηση, ο ορισμός του θεμιτού αποτελεί αμφιλογία γιατί δεν εκφράζεται μόνον από όσα επικαλείται, μα και από όσα διέπεται.

Γιάννης Λειβαδάς - Ποίηση δίχως ποιητές, ποιητές δίχως ποίηση. [Book Press]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/2017-09-03-03-23-51















Γιάννης Λειβαδάς - Ποίηση δίχως ποιητές, ποιητές δίχως ποίηση.

«Χαμένος μέσα σ’ αυτό που απουσιάζει,
αυτή είναι η άπταιστη κουβέντα.
Όχι δα· απών μέσα στης άγνοιας την τάξη.
Μεσολάβηση τελεολογίας που σαφρακιάζει
την παραμέληση των θεωριών.»

Το υστερόγραφο ενός ανολοκλήρωτου προλόγου έξι δοκιμίων -τα οποία δημοσιεύθηκαν σε σειρά από τον Μάρτιο του 2016- σχετικά με την πεφυσιωμένη θλίψη, τη νοθεία, και την αισθητικοποίηση των κοπετών∙ με την προϋπόθεση μίας απροσάρμοστης δυσκολίας: αυτή η κριτική τοποθέτηση δεν επιζητεί κάποιο πόρισμα, δεν προσαρμόζει εντέχνως ή αλλιώτικα την επιχειρηματολογία της, -στον βαθμό πάντοτε που μπορεί μία επιχειρηματολογία να επεκταθεί στα όρια ενός τυπικού δημοσιεύματος- εφόσον αψηφά κάθε προοριστική και τελεολογική ισχύ της γραφής, όταν αυτή σχετίζεται με την ποίηση.
*
Η επινόηση είναι συμφυής με την ποιητική τέχνη όχι μόνο όπως η δημιουργία είναι σύμφυτη με τον άνθρωπο αλλά και όπως ο μαρασμός είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο,  επίσης.
Πολύ συχνά, ο άνθρωπος που «γράφει», μετατρέπει τη συνεκτικότητα της ζωής σε δημόσιο βωμό της «ποιητικής του πτώσης». Σε αναλογία με την απουσία επινοητικότητας και το πλεόνασμα μεμψιμοιρίας, τοποθετεί συστηματικά την ποιητική του «πτώση» στον δημόσιο  βωμό, αφού η αυτή η «πτώση» δεν έχει τέλος και προσφέρεται για αμέτρητες θεαματικές θυσίες. Ατέρμονο μπιζάρισμα. Η «πτώση» δεν απολαμβάνει τυχαία τα πρωτεία της πιο διαδεδομένης παλιλλογίας, με  τις υπόλοιπες,  δίχως να υπολείπονται σε τεθλιμμένη χαριτολογία, να ακολουθούν.
Σε αυτό που ονομάζεται ποίηση -στη διάσταση των αισθητικο/ιδεολογικών αναβατήρων,- η ηθική της παθητικής φωνής έχει αναγορευθεί σε χρυσόμαλλο δέρας. Το οποίο συχνά επιδεικνύεται  μαζί με το σεσηπός γδαρμένο ζώο. Αμέτρητα περίλυπα πλάσματα εμπνέονται από οτιδήποτε, αρκεί αυτό να επανεμπνέει την απλοϊκότητα των πεποιθήσεων και των ευαισθησιών τους.
Κι επειδή ετούτη η μέθοδος δεν αργεί να φανερώσει εκ των έσω πως πρόκειται για κάτι έωλο και ευκαιριακό, έρχεται η αντιγραφική, η οξεία μιμητική επαναπροσέγγιση, των «πιστεύω» και «αμφιβάλλω», τα οποία αντικαθιστούν κατά βούληση το ένα το άλλο, με την αρπαγή των γλωσσών και των αιτημάτων νεκρών ή εν ζωή ποιητών.
Όταν η ποίηση η οποία μέχρι πρότινος μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυθεντική», ««καλή», ή ακόμη και «υποστηρίξιμη», ξαναδίνει σημεία εμφάνισης, αναπλασμένη ή αναπαριστώμενη από δεύτερο χέρι, ακόμη και όταν έχει σκοπό την απόλυτη εξαπάτηση, δηλαδή τη μέγιστη προσέγγιση του προτύπου της∙ αποτελεί μία προσωπική επιτυχία η οποία προσφέρει βαθιά συγκίνηση από την καταχώρισή της, από τη διόγκωση της σκιάς της, λουφαγμένη στο κίνητρο του υποδείγματος στο οποίο συγκαταβατικά νεύει - δηλαδή μία «ποίηση» κοσμητικής επέμβασης, κατά τον τρόπο των πλαστικών εγχειρήσεων.
Η επιτυχία αυτή, λοιπόν, διαβεβαιώνουν οι επιτυχόντες, οφείλει να αναδειχθεί, μήπως και μέσω της ανάδειξης αρχίσει αίφνης να σημαίνει κάτι, ώστε να μην πάει εντελώς στράφι ο στεναχτικός κοινωνισμός της επιτυχίας αυτής∙ η κοσμητική της τρανότητα: εκείνο το «βάθος» που συγκλονίζει, καθώς αναδεικνύει την υπόθεση βάθους όσων διαλογίζονται στα ρηχά.
Για του λόγου το αληθές∙ πόσες από τις σύγχρονες, τις σημερινές, ποιητικές γραφές, μπορούν να σταθούν στα πόδια τους, εάν αφαιρέσει κανείς από μέσα τους την ποίηση (την προγενέστερη μα και την  ομόχρονη), η οποία όντας με σαφή ωμότητα συρμένη στο αβαθές εσωτερικό τους, είναι εκείνη που τις βαστά «όρθιες» στα πόδια τους; Εντοπίζεται τελικώς κάποια νεότητα, με όρους νεότητας; Γιατί νεότητα με όρους αναπροσαρμογής του ποιητικού γήρατος, σαφώς και υφίσταται. Ανθεί.
Η ξαναγραμμένη ποίηση λοιπόν, ως υποβίβαση, στο μέτρο της ανάγκης προσωπικής επιτυχίας, μα και αμιγώς ως προσωπική επιτυχία, δεν αποτελεί επιτυχία της ποίησης – κατά την υπόθεση πάντοτε μίας τέτοιας επιτυχίας, αφού η ποίηση γίνεται ενόσω αποτυγχάνει πάνω στην απόπειρα λύσης του απολύτου1.
Είναι η οδυνηρή, ευλογοφανής μικρότητα της πραγματικότητας, η οποία περνά για συντροφικότητα στην ερημιά, για ένταξη σε κοινότητα όντας στο πουθενά∙ καθώς και η πικρή προσαρμοστικότητα του αντιγραφέα που λιμνάζει στην καταδεκτικότητα της πραγματικότητας, η οποία μέσω της αντιγραφής, της επανάληψης, συμβιβάζει κάπως το συμβαίνον με την εγκαρτέρηση ως την εμφάνιση ενός φωτός αλλιώτικης έμπνευσης.
Με το να αντικαθιστά κανείς τη βελόνα στ’ άχυρα με την τρίχα στ’ άχυρα, ή το άχυρο στις βελόνες, δεν βγαίνει τίποτα. Αυτός είναι πάντως ο απώτερος στόχος, να μετατραπεί η ποίηση σε ποιητικό διατύπωμα το οποίο θα εκπληρώσει το όραμα μιας κοινωνικής οικειότητας. Η  ποίηση που θέλουν να φτιάξουν δεν είναι παρά το καθρέφτισμα του κόσμου, της κοινωνίας, που προσπαθούν να δημιουργήσουν. Και αυτός ο ποθητός κόσμος, η τελειωτική πάταξη του ανθρώπου ως ζωτική μεταφυσική μονάδα, δεν θα υλοποιηθεί εάν οι τέχνες στο σύνολό τους, η αισθητική, δεν καταστούν διαχειρίσιμες.
Οι επαναλήψεις κουράζουν, απωθούν,  γιατί λοιπόν, θα αναρωτηθεί κανείς, η επανάληψη της άνωθεν τοποθέτησης; Διότι αυτή η, τελικώς, μακάβρια επανάληψη της ποιητικής γραφής, είναι βολικά τακτοποιημένη στη συνείδηση αναγνωστών και γραφόντων. Διότι αυτό το φαινόμενο που περιέγραψα είναι αδιάλειπτο, και με τις διαστάσεις που έλαβε μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, πέρασε στο επίπεδο του θεσφάτου.
Εκείνα τα στοιχεία τα οποία η, αυθαίρετη, κριτική, εκτιμά ως νέο προσωπικό ύφος, ως παρέμβαση και ανακαίνιση, δεν είναι παρά τα στοιχεία «προέλευσης» τα οποία καταδεικνύουν τη νοθεία του πράγματος. Έκβαση αναμενόμενη, απ’ εκείνους που, ενώ διατείνονται πως εξετάζουν με κριτικό πνεύμα το όποιο δημοσιοποιημένο υλικό, πως ερευνούν ενδελεχώς τη σύγχρονη ποίηση, αρκούνται στην εξέταση των όποιων ποιητικών συλλογών λαμβάνουν, στοχευμένα, από εκείνους που τις υπογράφουν, αντί να ξετινάζουν βιβλιοθήκες.
Ωστόσο, ακόμη και μία ενδελεχής έρευνα δεν θα φέρει σίγουρα ένα αποτέλεσμα διαφορετικό προς τα έξω∙ γιατί η αισθητική παραδοχή είναι κατά βάθος μία παραδοχή πολιτισμική, δηλαδή μία παραδοχή της βιούμενης κατάστασης, και όντας τέτοια η δυσκολία της δημοσιοποίησής της είναι αν όχι απίθανη, τουλάχιστον δυσχερής. Ωσαύτως, πώς να θιγούν, να μελετηθούν, τα στοιχεία της νοθείας και της προέλευσης, όταν δεν γνωρίζει κανείς τη μορφή και το περιεχόμενο και των δυο; Κάνω εδώ ετούτη την τοποθέτηση  ορίζοντας το φαινόμενο της νοθείας ξεκάθαρα σε επίπεδο εκφραστικής και περιεχομενικής αναδίπλωσης/συγκάλυψης του προϋπάρχοντος έργου, μέσα στο χρονολογικά πιο πρόσφατο κείμενο, και όχι σε επίπεδο ερμηνευτικής αναφορικότητας ή παραπομπής. Τοποθέτηση η οποία, είμαι βέβαιος, θα θεωρηθεί από πολλούς λανθασμένη ή άνευ σημασίας, εφόσον εκείνο που έχει σημασία είναι να ξεγελούν ισοβίως τον αβάσταχτο λιμό που δημιουργούν τα ερείσματά τους: αισθητηριακή αποχαύνωση, ιδεολογική και θρησκευτική σωτηριολαγνεία, αναπαραγωγή κάθε κοινωνικής δοξασίας, όλη η διαστρωμάτωση της «θετικότητας».
Κατ’ αντιστοιχία με τον συρμό αυτών των ερεισμάτων, οι καταγγελίες, ακόμη και οι εξονειδισμοί, αντί να θέσουν τους φυσικούς τους αποδέκτες σε περισυλλογή, περνούν και αυτοί σε χρήση, σε «δημιουργική διαχείριση υλικού» από τους αποδέκτες, οι οποίοι κατ’ αυτόν τον τρόπο περιστοιχίζουν τη διανοητική τους κόπρο με συμπιλήματα, δημιουργώντας μία σύγχρονη αντίκα, η οποία είναι αυτό που είναι∙ εκείνο που ουδέποτε προήχθη από τον λόγο των αντιγραφόμενων, εκείνο που ουδέποτε προάγεται από τον λόγο εκείνων που την αμφισβητούν, που την ακυρώνουν.  
Ασφαλώς οι τρύπες που γίνονται στο νερό είναι νερότρυπες, δεν είναι τυφώνες, ασχέτως εάν τα δημοσιεύματα εκλαμβάνουν την ύλη τους ως δελτία καιρού που προειδοποιούν για φαινόμενα. Μα απ’ το να είναι κανείς οτιδήποτε, είναι προτιμότερο να είναι εκείνος που περιγράφει τις θαλασσοταραχές που λαμβάνουν χώρα στην προσωπική του μπανιέρα.
Όχι σε μεγάλη απόσταση από τα παραπάνω, οριοθετείται ένα ακόμη άκρο, από τα τόσα: να αποδέχεται και να συμμερίζεται περισσότερο και πολύ πιο εύκολα κανείς, έναν επιπόλαιο αμφισβητία, απ’ όσο έναν μη αμφισβητία ο οποίος μολαταύτα βρίσκεται πιο κοντά στην ποίηση σε σύγκριση με τον πρώτο.
Εκείνος που συλλαμβάνει τα τεκμαρτά και τα τεκμαιρόμενα της ποίησης, εκείνος δηλαδή που είναι σε θέση να αμφισβητεί, δεν είναι, όπως και αν το δει κανείς, ίδιος ή παρόμοιος με εκείνον που τα απορρίπτει, ή που κάνει πως δεν τα βλέπει. Πόσο μάλλον εάν πράγματι δεν είναι ικανός να τα δει, και πόσο ακόμη εάν εντούτοις ξεφουρνίζει τις δικές του ηλιθιώδεις αμφισβητήσεις.   
Το ρεύμα, που εμπερικλείει τις τάσεις οι οποίες συνδιαμορφώνουν την τρέχουσα «fata morgana», δεν αποδεικνύει μόνο πως είναι προδιατεθειμένο να αναγάγει τον μικρόκοσμό του σε απόλυτο διαχειριστή των πάντων, μα έχει την ευστροφία να προδιαψεύδει με εκθαμβωτική χάρη τον εαυτό του, ώστε να αποποιείται εκ των προτέρων κάθε ευθύνη και υποχρέωση – από εκείνες που καθορίζουν οργανικά την ψυχική και τη διανοητική κατάσταση ενός ποιητή, δηλαδή τα πεδίο διαφοράς της ίδιας της ποίησης.
Η περίκλειστη ρυμοτομία των εκδιδομένων υποδείξεων βρίθει συγκλονισμών, ικανότατων επηρμένων και ταπεινοφρόνων, οι οποίοι κάθε φορά που εκφράζονται κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, δεν λησμονούν να φορέσουν τον στέφανο των βασάνων τους, από αγκαθωτό μαϊντανό.
Αρκεί. Όταν φωτίζονται τα κίνητρα φωτίζεται το θέμα. Στης ποίησης την παλάντζα ο κανόνας με το κινητό αντίβαρο προεκτείνεται εσαεί στο αδιάσειστο.

23 Ιουλίου 2017
_____________
1«Ανάπτυγμα» (Κουκούτσι 2015)

Γιάννης Λειβαδάς: Τζων Μπέρρυμαν, η μάσκα ένδοθεν [στο Literature.gr]

http://www.literature.gr/tzon-berryman-giannis-livadas/





















Σαν επιθυμήσει κανείς να πέσει από ψηλά και να σκοτωθεί, βρίσκει ένα ψηλό σημείο και απομένει μόνο η βούληση της πτώσης. Από τις γέφυρες ανέκαθεν οι άνθρωποι πηδούσαν για να πέσουν και να πνιγούν – μα η νόρμα ετούτη καμιά φορά χαλιέται σαν αποφασίσει κανείς να πέσει από τη γέφυρα της Λεωφόρου Ουάσινγκτον, στη Μινεάπολη, για να συντριβεί στο τσιμεντένιο κράσπεδο της δυτικής όχθης του ποταμού Μισισιπή.
Ο ποιητής Τζων Μπέρυμαν, είχε επίγνωση πως άλλος τρόπος από την πρόωρη και προκλητή φυσική του εξόντωση, δεν θα μπορούσε να υπάρξει∙ για να ολοκληρώσει, στον βαθμό που ένας σημαδιακός και μοναδικός ποιητής μπορεί να ολοκληρώσει, τη σχέση με την εποχή του.
Η απήχηση της ποίησης του Μπέρρυμαν εντός Ελλάδας είναι μάλλον μηδαμινή, και αυτή είναι μάλιστα υποβοηθούμενη, καθώς φαίνεται, από το μάρκετινγκ της εικόνας ενός γενειοφόρου αλκοολικού αυτόχειρα. Η ανάγνωση και η αναγνώριση της ποίησής του, δηλαδή, είναι προδιαγεγραμμένο να λάβουν χώρα σε κάποιο μέλλον, όχι λιγότερο μακάβριο από το παρόν στο οποίο συντίθεται αυτό το κείμενο.
Η ποίηση του Τζων Μπέρρυμαν ήταν από τις λίγες,  τις πολύ λίγες, οι οποίες ευδοκιμούν μόνον κατόπιν εορτής, ως πρότυπο για ανεξάντλητες απομυζήσεις από τους μεταγενέστερους. Όσο βρισκόταν στη ζωή ο Μπέρρυμαν εκπροσώπησε, μαζί με μία χούφτα ακόμα Αμερικανούς ποιητές της ίδιας περιόδου, την ποίηση του αποδεκατισμού των λογοτεχνικών συγκυριών, των σκαρωμάτων, πιστεύοντας σε μία ποίηση, σε μία γραφή, η οποία απομονωνόταν αναληπτικά στη ρουτίνα της αυτότητας, αντικρούοντας, ορισμένες φορές με εντελώς αναπάντεχη σφοδρότητα, εκείνη την ανάπτυξη της συλλογιστικής των επιρροών, όπως αυτή δηλώθηκε από τους ελαφρότερους κλάδους της μεταμοντερνιστικής περιόδου οι οποίοι, αξίζει να σημειωθεί, αναδείχθηκαν, παρότι άωροι και ποιητικώς ανυπόστατοι, σε διαχειριστές του, τότε, νεωτερισμού.
Ο Μπέρρυμαν γνώριζε πως όταν μιλάς για κάτι δεν σημαίνει απαραιτήτως πως το εκφράζεις, συνεπώς η ποίηση δεν είναι ομιλία, έκφραση ή κατάδειξη. Ως εκ τούτου ο μεταμοντερνισμός, με τον Μπέρρυμαν να κατέχει μία θέση ανάμεσα στους κορυφαίους ποιητές του, αψήφησε, αρνήθηκε το θεώρημα της «ποιητικής κατασκευής» – μέσω του οποίου οι ποιητικές ορδές ζητούσαν να ξεμπερδέψουν με τη δημιουργία, η οποία όντας τρομακτική αντικοινωνική και αντιδογματική δυσκολία, καθιστούσε την ποίηση «αλλόκοτη» και «αποξενωτική», μη επιτρέποντας την κατάχρησή της ως «εξευγενισμένο γλωσσικό ισχυρισμό» από τις μάζες – η οποία «ποιητική κατασκευή»,  παραδόξως ή όχι, εκτιμάται ακόμη και σήμερα ως κλειδί του μεταμοντερνιστικού ιδεώδους.
Ήτοι, ο ποιητικός μεταμοντερνισμός, δεν ήταν ένας, μα, τουλάχιστον δυο. Εκείνος τον οποίο ποιητές όπως ο Μπέρρυμαν ανέδειξαν από τις γόνιμες εκχυμώσεις του μοντερνισμού, και ένας ακόμη, ο οποίος κατάφερε, λες και αυτός ήταν ο απώτερος στόχος του, να δημιουργήσει ένα αισθητικό/ιδεολογικό κατεστημένο απαρτιζόμενο, εξ ανάγκης, από τον μέγιστο πιθανό αριθμό μελών και ακολούθων ενός πρωτοποριακού συστημισμού.
Ο Μπέρρυμαν διακρινόταν, συν τοις άλλοις, για το χιούμορ του. Συνεπώς δεν ήταν δυνατό να μην κατείχε πως, ακόμη και όταν εμφανίζονται αλλαγές ή ανανεώσεις, το προχώρημα της αισθητικής δεν είναι σίγουρο, το προχώρημα δεν στέκεται οπωσδήποτε ικανό να επαναδημιουργεί ατελώς το ειδικό βάρος του κινδύνου του, δηλαδή το πνευματικό του ήθος. 


Αρχειοθήκη ιστολογίου

.