«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθεροτυπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελευθεροτυπία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Το άκαρπο ειδίκευμα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 10/12/2011)

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=10%2F12%2F2011&id=330560

Με τα περιθώρια της «διακειμενικότητας» και τον ελλιπή ορισμό της «σημασιολογίας» να αιωρούνται πάνω από τη σελίδα του άγραφου όσο και του γραμμένου ποιήματος, η κριτική αποτίμηση ενός ποιητικού έργου καθίσταται, εξ ορισμού, υπερβολικά διαπραγματεύσιμη. Ή, καλύτερα, αποτελεί πλέον εργασία και ενασχόληση δίχως ουσιαστικό ενδιαφέρον.
Φτάσαμε σ' ένα σημείο όπου δεν βρίσκεται πια κοινός τόπος ανάμεσα στην κρίση και την αξιολόγηση του ποιητικού έργου και στην ίδια την ποίηση.
Η φιλολογία, ως μανιακή και στερημένη νεανίδα, μπορεί να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της, πολύ επιμελημένα, αγωνιζόμενη δήθεν υπέρ του ποιητικού μεγαλείου, μα η ίδια πολύ σπάνια καταφέρνει να προσεγγίσει τις προδιαγραφές και τις αξιώσεις της ποίησης, ώστε να αποκτήσουν νόημα σε ένα μεταποιημένο γνωσιακό επίπεδο οι όποιες συμφωνίες και διαφωνίες.
Στις καλύτερες των περιπτώσεων, η φιλολογία, δηλαδή η κριτική, δείχνει να πασχίζει να εκτοπίσει την ποίηση και να την αντικαταστήσει με το συμπλεγματικό της όραμα της απόλυτης ερμηνείας, το οποίο θα κλείσει επιτέλους τον θηριώδη και ακατανόμαστο κύκλο της ποιητικής δημιουργίας. Στις χειρότερες των περιπτώσεων οι κριτικοί σχολιάζουν πολύ μακριά από το κέντρο του λογοτεχνικού κειμένου, προχωρώντας μάλιστα σε «εξακριβώσεις», οι οποίες προδίδουν απροκάλυπτα το πόσο λίγο κατέχουν την ιστορία της λογοτεχνίας και την τέχνη της γραφής.
Οπωσδήποτε πρέπει να είναι κάποιος παραπάνω από αφελής για να επιζητεί την σύγκλιση ή, ακόμη χειρότερα, την ομοιομέρεια των δύο, ποίησης και κριτικής. Παρ' ότι η παταγώδης αποτυχία της να εντρυφήσει ουσιαστικά στην αισθητική σφαίρα του ποιητικού λόγου έχει προσγειώσει, δικαίως, ανώμαλα όλες σχεδόν τις κριτικές παρατάξεις στο κράσπεδο της μηδαμινότητας, η λεγόμενη κριτική συντηρείται και παραμένει· παίζοντας όμως έναν ρόλο που ομοιάζει μ' εκείνον της κακής δημοσιογραφίας.
Παρ' όλα αυτά η κριτική ως κακή λογοτεχνική δημοσιογραφία (η οποία τον τελευταίο καιρό ασκείται ακόμη και από απαίδευτους και ανάξιους λόγου σχολιαστές που υπογράφουν ως κριτικοί) θα μπορούσε να πει κανείς πως διατηρεί ένα status. Η αλήθεια όμως είναι πως παραμένει βαθιά αλληλέγγυα με το ακυρωμένο της παρελθόν, το οποίο άλλοτε μετατρέπει σε ποιητικό νοσοκομείο και άλλοτε σε άσυλο ανιάτων. Ενα μακάβριο πλέγμα ξεπερασμένων αξιών και αποτυχημένων εκτιμήσεων, το οποίο, δυστυχώς, προσανατολίζει σαρωτικά όσους αποπειρώνται να δοκιμαστούν στην ποίηση ή προσφέρει λυτρωτικό καταφύγιο και επούλωση τραυμάτων σε όσους παρέκκλιναν ανεπιτυχώς και παρασύρθηκαν από τη γοητεία της μιαρής δοκιμασίας. Η κριτική λοιπόν, ως έχει, ανθεί και ακμάζει και διαθέτει τους δικούς της ποιητές, τους δικούς της αγαπημένους λογοτέχνες- οι οποίοι αποτελούν συνάμα τον δρόμο της, μα και τις ακτίνες των τροχών του ασθενοφόρου της.
Για να ονομάσουμε όμως κάτι ποίημα (όπως και πεζογράφημα κ.τ.λ.), χρειαζόμαστε τουλάχιστον δύο πράγματα: έναν τρόπο και ένα αίτημα. Εάν δεν έχουμε κάτι από τα δύο μιλάμε για άλλα πράγματα. Μα σύμφωνα με τα κριτικά/φιλολογικά δεδομένα και τεκμήρια φαίνεται πως στο εξής αρκεί ένα νεύμα προσκείμενο σε κάποια από τις προεκτάσεις της ψυχοπαθολογίας μιας επικαλυμμένης ανεπάρκειας για να χαρακτηριστεί λογοτεχνία. Το βιβλίο πρέπει να καταφέρει να πωληθεί πάση θυσία και αν δεν πωληθεί, τουλάχιστον να χαρακτηριστεί εσπευσμένα ως παραγνωρισμένο επίτευγμα που πρέπει να μας απασχολήσει. Και όλα αυτά για να βγει κάποιο μεροκάματο ή κάποιο άχτι.
Επ' αυτού θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο εάν διερωτόταν κανείς τις διαφορές ανάμεσα σε μια χαμένη και μια κερδισμένη ζωή. Προφανέστατα οι κριτικοί αδυνατούν να επιτύχουν μια ουσιώδη προσέγγιση και στις δυο. Εν τούτοις επιμένουν στη λογοτεχνική κρίση θεωρώντας τη γνώμη τους τεκμηρίωση ή προοπτική.
Ασφαλώς η ποίηση εξασφαλίζει πάντοτε τη μελλοντική γονιμότητα, συνεπώς δεν εμπίπτει σε καμία από τις λιγωμένες εσοχές της κριτικής. Τοιουτοτρόπως όλα τα παραπάνω δεν καταγράφτηκαν προς υπεράσπιση κάποιας αδικημένης ποίησης, αλλά προς γνώση και συμμόρφωση της κριτικής, η οποία στερείται την αφύπνιση.

Γιάννης Λειβαδάς: Η θλίψη ξεπουλάει πάντα, και τα πάντα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=12/11/2011&id=324841

Η θλίψη ξεπουλάει πάντα, και τα πάντα

Είμαι μέσα. Ακουμπάω την πλάτη μου στο τσόφλι. Δέχομαι ό,τι ακούγεται απ' έξω. Οτιδήποτε συμβαίνει στο στομάχι μου. Το πνεύμα μου χωνεύεται με το κρασί και τις πράξεις μου, το ψωμί και το κρέας με την αφροσύνη και το δέος μου - ξεσπούν τα γαστρικά υγρά και οι αναθυμιάσεις. Κινούμαι στην έλλειψη βαρύτητας στο εσωτερικό του αβγού. Αναδιπλώνομαι, τινάζομαι. Ηρεμώ.
Καταναλώνω τα πάντα και υποδέχομαι τα πάντα, αντιδρώ στα πάντα για την αθωότητα.
Δίνω εντολές μέσα από το τσόφλι και οδηγούμαι εκεί που πρέπει. Εχω τη στάση του εαυτού μέσα και έξω από την ύπαρξη των ορισμών μου. Ζορίζω στη μέγκενη τις αυτοανοσίες και βγάζω ένα ποτήρι γεμάτο αντιδράσεις και το πίνω. Ή τις βάζω στη μέγκενη, τις εξοντώνω και απλώς κοιτάζω. Ξύνομαι μέσα στο τσόφλι και ξύνω απ' έξω το αναμαλλιασμένο μου κεφάλι.
Η πραγματικότητα κομπάζει, επίσης, που μας υποχρεώνει στην αστοχία κάθε θεώρησης. Σαν πρεσβευτής του παράλλου πράγματος στην ανθρωπότητα ετούτη προφέρω την ανθρωπότητα από τα μέσα και από τα έξω της. Τι χωράει μες στο τσόφλι αν το πεις τσόφλι. Αν ανήκεις στη σύνθεση εντός. Σε περιφερόμενο τσίρκο.
Χτυπούν το αβγό σάμπως κάτι ν' ακούσουν, κάνουν μετρήσεις, το ζυγίζουν, τα ερωτήματα δίνουν και παίρνουν. Οι απαντήσεις στο στριφτό μουστάκι των θηριοδαμαστών. Ολο αυτό θα ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Αλλά δεν.
Ζωγραφίζω την εσωτερική επιφάνεια και το τσόφλι αποκτά σχέδια, γράφω κάτι λέξεις και αποκτά νόημα. Απ' έξω σύγκρυο, ιδρώτας, γαργαλητό, συσπάσεις, ένταση.
Η ριγωτή τέντα, πολύχρωμη, η ρεκλάμα με φώτα, αλλά δεν γίνεται να διαβαστεί. Στο γκισέ προτιμούν τα εισιτήρια ελευθέρας. Μπαίνουν μέσα και μένουν άφωνοι με το ημιδιάφανο αβγό που εκτίθεται αδιαλείπτως στο μοναδικό κλουβί. Εκείνος τινάζει το μαστίγιο και βάζει στα κρυφά μπόλικο φούμο στο μουστάκι. Κάτι κινείται μέσα του.
Φαινόμενα απατημένα. Οι θεατές τραβούν κουπί, θαλασσοδέρνονται γύρω από το τσόφλι. Εχουν πέσει κατά κάποιον τρόπο μέσα τους, καθισμένοι κυκλικά μετά του αντιτίμου, στο απάγκιο κάτω από την πτυσσόμενη σκεπή, στο σημείο που ύστερα από χρόνια θα καθίσει η ζωή τους, συλλογισμένη της ζωής την απελπισία. Θέαμα περιφερόμενο. Δεν υπάρχει προηγούμενο.
Εκείνο που καταφέρνεις είναι εκείνο που θα σε καταφέρει. Αυτό προβάλλεται αντεστραμμένο στον μουχλιασμένο τοίχο της όρασης, ενώ ανασηκώνεις με τους ώμους το ραγισμένο τσόφλι.
Ανήκων; Εχεις συλληφθεί εκεί που αγωνίζεσαι υπέρ του καλού, για τη μεγάλη αξία. Λιανά που αποταμιεύονται για τον καλό σκοπό. Είσαι κυρίως θλιμμένος, αλίμονο στα χατίρια. Η θλίψη ξεπουλάει πάντα, και τα πάντα.
Εχεις την επιδότηση των λαθών που ακμάζουν. Εχεις όλα τα δίκια. Θες το αβγό σου μελάτο και ζεστό. Είναι που θες και το μαστίγιο. Ταιριάζει στους κορυφαίους, ταιριάζει στη μεταμέλεια - ανάστημα η λουκουμόσκονη. Επιθετικός σαν προσδιορισμός. Η ναυτία σου στον τομέα των εξωθεσμικών. Η δημιουργική γραφή έχει πατώσει αύτανδρη ως αντίθετο της δημιουργίας της γραφής.
Λιάζεις για λίγο κάποια σημεία και μιλάς σαν παιδί. Νυχτώνει και τρέχεις να κρυφτείς. Τρέφεσαι με ορό, αντλείς την καλολογία μιας χυδαίας θλίψης που είναι όλη δική σου - ωστόσο δεν είναι η θλίψη που θα ήθελες. Κατήφεια λόγω απανθρωπίας.
Αν σου έχει απομείνει στόμα, καλά θα κάνεις να το απορρίψεις. Δεν αψηφάς, γι' αυτό και δεν μπορείς να γελάσεις πραγματικά. Δυσκοιλιότητα του πνεύματος και ευκοιλιότητα της έκφρασης.
Το μολύβι κάτω, κλείνω το μάτι στον ήλιο - χρυσό ταψί της πείνας των αιώνων.
Τα γεγονότα αυτά είναι όλα τους μίας στιγμής, με ακρίβεια που ανακάλεσα απολαυστικά στον πραγματικό κόσμο των προσωπικοτήτων. Κατακλυσμός συμπεριφορών· όλες τους παλεύουν να επιζήσουν, να παρατήσουν τα πάντα εντελώς.
Τραβάω για τον ψαθόπυργο.

Γιάννης Λειβαδάς: Άντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)




Άντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον [4/12/2009]

Λέμε τόσα πολλά και καταλαβαίνουμε τόσα λίγα. Χωρίζουμε και χωριζόμαστε με άλλους, και με την ιστορία, με τα γραπτά. Με όλα. Και ο Όμηρος παραμένει ακλόνητος στη θέση του. Μετά απ' αυτόν λογαριαζόμαστε με τον Αρχίλοχο. Που ήταν ο πρώτος μοντέρνος ποιητής.
Και εδώ, για μας, ποιητές και μη, ο Αρχίλοχος είναι μια βαθιά χαραγμένη γραμμή ακριβώς στο όριο που το ελληνικό μας κενό χάσκει από την ανάγκη μιας συνέχειας μεγάλης και βαθιά ανθρώπινης. Λέμε πολλά και θα συνεχίσουμε να λέμε ακόμη περισσότερα. Δεν είχαμε εξάλλου ποτέ μας ασπίδα για να τη χάσουμε. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί κανείς, εξοστρακισμένος από τις δήθεν αγαθότητες μιας τραγικά μεγάλης και πνιγηρής αλαλίας αρκετών αιώνων, να κατανοήσει ξαφνικά τι; Πως κανένας δεν μπορεί δεν κάνει κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένος. Ας κάνουμε μια επαλήθευση στην πράξη αυτή λοιπόν.
Κάθομαι εδώ στο μικρό μου γραφείο και λέω στον εαυτό μου: «Άνθρωπέ μου, από τον Αρχίλοχο και ύστερα πέσαμε σε κενό αέρος, πιάσαμε ξανά πορεία (αν ήμουν άλλος θα έλεγα "με τον Σολωμό, τον Καβάφη", υπαρκτούς ποιητές, μα δεν είμαι...) με τον Γιώργο Μπάτη. Αυτόν τον τρομερό καλλιτέχνη. Και φαντάσου πως δεν είμαι και κανένας λάτρης του ρεμπέτικου».
Πώς μου ήρθε και τα είπα όλα αυτά;
Δεν πρόκειται να σας πω τι έγραψα στο σημειωματάριό μου, αυτό θα παραμείνει μυστικό μέχρι να πάρω επιτέλους μιαν ασπίδα όντας νεκρός. Προτιμώ να σταθώ πλάι σε όλα αυτά που σκέφτομαι και λέω σαν αναλφάβητος. Δεν γνωρίζω τίποτα, λοιπόν. Αδυνατώ, σε κάθε πεδίο και επίπεδο. Λυγίζω και ιδρώνω, κάμπτομαι και ύστερα από λίγο αναλαμβάνω. Αρνούμαι να δανειστώ αυτά που κατάλαβαν άλλοι πριν από μένα. Οι εξ αριστερών του Κυρίου καθώς και οι εκ δεξιών του αξίζουν μόνο την αδιαφορία - γιατί; γιατί πήγαν τάχα να ρίξουν φως στον Αρχίλοχο, καθώς και σ' αυτόν που πόνταρε τις αράδες του πάνω στο μπουζούκι. Λες και η ποίηση έχει ανάγκη από (του οποιουδήποτε) το φως. Μάλλον σκιές και σκοτάδι έχει ανάγκη. Και στο τέλος θα συμφωνήσεις, αγαπητέ μου άνθρωπε, όχι μόνο κατά βάθος αλλά και κατά ύψος - και θα πεις κι ένα τραγούδι: «Μηχανικός στη μηχανή / και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο / με τις φωτιές μαλώνει / Αγάντα θερμαστάκι μου / και ρίχνε τις φτυαριές σου / μέσα στο καζανάκι σου / να φτιάξουν οι φωτιές σου / Κάργα ρασκέτα και λοστό / τον Μπέη να περάσω / και μες του Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν' αράξω / Μα η φωτιά είναι φωτιά / μα η φωτιά είναι λαύρα / κι η θάλασσά μου τα 'κανε / τα σωθικά μου μαύρα».
Σηκώνομαι να χορέψω, αλλά δεν μπορώ. Χορεύει μέσα μου εκείνη και πιο μέσα χορεύω μέσα της εγώ. Πώς να μας φτάσουν τότε της δάφνης τα στεφάνια; Τόσοι πολλοί που είμαστε; Εκεί μέσα που είμαστε, εγκαταλελειμμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, κατατροπωμένοι πριν καν γδυθούμε για τη μάχη. Και μετά λέμε πως αγαπάμε τάχα και τις γυναίκες και ξέρουμε να ερωτευόμαστε. Φευ!
Εάν γνωρίζεις πρέπει να κοπιάσεις για να ξεμάθεις. Αν γράφεις πρέπει να γράφεις πως δεν γίνεται να γράφεις. Αν αγαπάς μπορεί να χρειάζεται να φύγεις. Πηγαίνει κάπου ο νους σας θαρρώ.
Μα είμαστε όλοι φίλοι πάνω απ' όλα και μέσα σ' όλα. Αλλά αυτό μάλλον δεν θέλουμε να το καταλάβουμε όλοι. Είμαστε εξίσου και εχθροί, μα αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε όλοι. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και την αντιστροφή, είναι το ίδιο πράγμα.
Να και κάτι από το σημειωματάριο που κρατάω και μπορώ μαζί σας να το μοιραστώ: «Σου ζήτησα να χωρίσουμε, εγώ που έβαζα όλα τα στοιχήματα... καταργώ λοιπόν τα πάντα για το πιο μεγάλο στοίχημα απ' όλα... Σ' αγαπώ ως μέλλον». Μπροστά σου πάντοτε μια θάλασσα. Πάντοτε μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη απ' αυτήν που άφησες πίσω σου.
Τι να μας πουν λοιπόν όλα εκείνα τα ενδιάμεσα. Βαυκαλίδια. Αναχώματα. Ο φόβος υπάρχει, μα εντέλει είναι ο πορφυρός μανδύας της καρδιάς. Μπορεί να γίνει και σημαία. Είμαστε και δεν είμαστε. Ο Αρχίλοχος τινάζει σε μια γωνιά την πιτυρίδα του. Μετράει τα ψιλά του. Γράφουν άλλοι γι' αυτόν τα βιβλία του. Και δεν το ξέρουν. Το κείμενο κλείνει από μόνο του. Έχω ραντεβού με τους πιο άγριους εχθρούς μου. Οχι μόνο σε περίοδο ειρήνης άξιοι λοιπόν. Και όχι μόνον ειρήνη. Η μακαριότητα είναι η μισή αρχοντιά, όχι ολόκληρη.
Αν η ποίηση περίμενε μονάχα από τις λέξεις θα ήταν χαμένη.





[Σημ. τ. Σ. :το κείμενο γράφτηκε το 2007 και δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία δύο χρόνια αργότερα]

Γιάννης Λειβαδάς: Κεράσιον ευαισθησίας (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=306168

Κεράσιον ευαισθησίας

Ενός έργου από τα τόσα ή εν τω συνόλω χρειάζεται να μην του περισσεύει τίποτα. Και ποιος δεν συμφωνεί μ' αυτό. Ασχέτως που διαβάζονται, επειδή γράφονται, πολυλογίες κάθε είδους, διαφόρων βηματισμών και εντάσεων.
Πάντως να το δούμε χαλαρά το θέμα, μην οργιάζουμε και μην οργιζόμαστε. Να έχουμε κατά νου και την ακαδημία και τις αγέλες των ζηλωτών με τα περιοδικά. Αβέρτα επιχειρήσεις. Κάποιος πρέπει να προλαβαίνει τα μεγαλεία, να ενημερώνει για σήκωμα του κεφαλιού από το σκάμμα. Κάτι πρέπει να κερδίζεις αν πας στο σκάμμα. Είναι επιβεβαιωμένο: ριγούν από εναλλακτική συγκίνηση.
Εκείνο το έργο, λοιπόν, για το οποίο μιλήσαμε, για πού τράβηξε; Το από πού προήλθε το γνωρίζουμε, μα αυτή η πληροφόρηση καταχωρίστηκε αναλυτικά σε κάποιο κεφάλαιο βιβλιογραφίας. Αυτό ήταν όλο. Χαλάρωσε...
Πιάνεις το βιβλίο στα χέρια σου και του αλλάζεις τα φώτα. Το συσκοτίζεις, το φωτίζεις ξανά, το πετάς, το σηκώνεις, το διαβάζεις ακόμη και ανάποδα. Εντάξει. Το δουλεύεις κιόλας. Οπως τον εαυτό σου δουλεύεις δουλεύοντας.
Δεν πας να γράψεις τίποτα καλύτερα; Θα το κάνεις κι αυτό σύντομα. Το έχει αποδείξει πυρ και μανία η ίδια η ιστορία.
Ανοίγει λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος το βιβλίο και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να δει, έτοιμος να φτύσει, άμα το πόνημα συνοδεύεται από κεράσιον ευαισθησίας, το κουκούτσι. Και να τα επίμετρα και άλλοτε να οι εισαγωγές. Παράφραση να' ναι κι ότι να 'ναι. Αλλά τι να γίνει, βλέπεις, η οψιμάθεια, που μπορεί να έχει προσβληθεί και από κάποια καταγωγή. Πού να γνωρίζεις ίσαμε πού φτάνει το σόι. Νιώθεις υπέροχα όμως γιατί είσαι κάπως δημιουργός και ο χρόνος σε έφερε να βαστάς τα ηνία· ακόμα και αν δεν μπορείς να τα τραβήξεις, μπορείς όμως ιστορικά να φωτογραφηθείς. Με πιάνεις τώρα, με καταλαβαίνεις καλύτερα...
Μέχρι και υπουργοί παρασύρονται και διαβάζουν τρομερά πράγματα. Τα πανεπιστήμια γεννοβολούν αβέρτα ειδικευμένους στο παίξιμο του κρέατος και στο κοπάνισμα του αέρα. Γι' αυτό λέμε, άμα η κοινωνία διαθέτει πολιτισμό, τι τα θες τα υπόλοιπα. Μάλιστα. Γύρισε και λιγάκι προφίλ τώρα.
Μόνο το χέρι σού πιάνω και τρέμεις, νομίζεις ότι σε φυλακίζω. Είναι από το απανωτό μέτρημα των γωνιών εκεί που είσαι κλεισμένος. Και το χειρότερο απ' όλα είναι πως δεν μπορείς μήτε να διανοηθείς πως όλα τα μυστικά σου τα ξέρω. «Πάντα κάτι θα ξεφεύγει» ψιθυρίζεις μέσα στο μυαλό σου και να τα γραψίματα, να οι επικεφαλίδες, να τα συνημμένα κείμενα. Πηγαίνεις μ' εκείνο που έχεις χάσει, και είναι κατάδικό σου, να διακριθείς. Θα διακριθείς, αν αυτός είναι ο σκοπός σου, αλλά ο καιρός πάνω απ' το μνήμα δεν πρόκειται ν' αλλάξει τίποτα.
Μέχρι και ο Σελίν φύσηξε τα δάχτυλά του απ' την καυτή πατάτα. Εκαμε ένα έργο (με κεφαλαία γράμματα), μα υπέκυψε, κι όμως απίστευτο, στη χθαμαλή φροντίδα τού Εσο. Αράδιασε και κάτι συνομιλίες. Μετά, και το μετά ορισμένες φορές φέρνει επικινδύνως στο εάν. Τώρα θα μου πεις, τι σκαλίζεις και δεν αφήνεις τα πράγματα να κυλήσουν ήσυχα στην αγορά. Μα είναι που δεν μου αρέσει η αγορά. Στα πράγματα, ακόμη και υπό τη λαβή ενός συνδέσμου υποθετικού, φέρνομαι πάντα φιλικά.
Τουλάχιστον να μάθαινε κανείς από το διάβασμα. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα έφτανε στο ώστε. Ενεργώντας διά μέσου εκλεπτυσμένης εκδίκησης, που θα κέρδιζε σε διάρκεια. Η εκδίκηση ήταν ανέκαθεν ένα βασιλικό προνόμιο. Για τον βασιλιά άνθρωπο. Κάτι πρέπει να γίνει όμως και με τους παράσιτους. Κοίταξέ τους πώς αδιαφορούν. Πώς να σωπάσει η καλοσύνη μιας τέτοιας καλής τύχης.
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον υπήρξαμε κάποτε παιδιά είμαστε κατά κάποιο βάθος, έστω, καλοί άνθρωποι. Λες; Τότε σε ποιου το ρουθούνι προσπαθείς να μπεις;
Στα ενηβητήρια που δροσίζεις ανέμελα τα πονεμένα σου πόδια τηρούν τη δικαιοσύνη αλιγάτορες.

Γιάννης Λειβαδάς: Σημειώματα εν εξελίξει 3. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=298953

Σημειώματα εν εξελίξει 3.

αρ. 33
Τα αναλαμβάνουν όλα και δεν αφήνουν στην ποίηση τίποτα. Γράφουν αμοίραστα. Οταν γράφουν δεν είναι δύο, είναι ένας. Δηλαδή, απλώς γράφουν, δεν δημιουργούν ποίημα. Για το ποίημα προϋποτίθεται κάποια ποίηση. Το δύο. Οχι το ένα. Η σύζευξη. Που γεννάει τη διαφορά.
Οταν λοιπόν κανείς δημιουργεί ποίημα δεν είναι μόνος· όσο και αν αυτό τον βολεύει σαν σκέψη. Οπως συμβαίνει με το δέντρο και το άνθισμα. Ή με το σώμα και το κρασί. Με τον τύπο και την ουσία, με τη γνώση και το κενό της.
Εκείνη η ανάρμοστη σχάση που διατηρεί συγγένειες με τον Ρομαντισμό, όχι τον Ρομαντισμό που συγχωνεύει, μα τον Ρομαντισμό που διαχωρίζει (ώστε να πετύχει ένωση), αυτόν που σε κρατάει σφιχτά από σημείο που ακινητοποιεί.
Προσηκόντως: σε πείσμα των χαριτωμένων βασιλίσκων, που διατυμπανίζουν πως η ποίηση είναι αυτό που πρέπει να γραφτεί, λέω πως η ποίηση είναι αυτό που πρέπει να δημιουργηθεί.
Από το συντηρημένο επέκεινα ερχόμαστε στο σήμερα. Με μια διάθεση χαρωπή και χαρμόσυνη γιατί καταφέρνουμε να υποστούμε τα δικά μας καζάντια και να μην υποκύψουμε στων άλλων. Μα δεν υπάρχουν άλλοι, αφού δεν γίναμε εμείς. Ισως να μην υπάρχουμε καν όπως νομίζουμε. Σιωπές ποικίλες προσπαθούν να σημαδέψουν τις λέξεις. Για φαντάσου, παραπάνω από μία φορά τη φορά, να υπάρχουν λόγοι για κάτι τέτοιο.
Οπου απλώσω το χέρι μου αγγίζω αντίκες. Ο,τι περνά από το μυαλό μου έχει προηγουμένως περάσει από αλλού.
Οπως εδώ, ας πούμε, αφήνουμε εσκεμμένα κάποιο κενό, μια λευκή αράδα ανάμεσα στα γραμμένα. Εχει χρειαστεί όμως μια σύζευξη, δεν πρόκειται απλώς για μια τακτική. Η κενή αράδα αρμόζει στις λέξεις. Αρδεύονται από κοινού με το χάρισμα μιας διαστολής, όχι μιας ταυτοποίησης. Ειδικά εφόσον υπάρχουν και πράγματα που γράφονται και κατόπιν, από μόνα τους, ξεγράφονται.
Αυτά που δεν ξεγράφονται ποτέ είναι εκείνα που ξεγράφτηκαν μια κι έξω με τον εγκλιματισμό τους εντός του ποιήματος. Αυτό είναι το ποίημα που δεν ξεγράφεται, το ποίημα των ξεγραμμένων. Η επαλήθευση της ποιητικής πράξης.
Αφού ο χαμός και ο σάρακας τον έχουν επιλέξει
Να πει της άλλης χίμαιρας την τελευταία λέξη.

Γιάννης Λειβαδάς: Σημειώματα εν εξελίξει 2. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=297294

Σημειώματα εν εξελίξει 2.

αρ. 14
Η διαστρέβλωση στην οποία υπόκειται κάθε πρωτοπορία προκειμένου να πέσει στη συνεσταλμένη αγκαλιά της κοινωνικής αποδοχής είναι δεδομένη. Για να γίνει κάτι «μύθος», οφείλει ουσιαστικά να έχει υποστεί προηγουμένως ορισμένη έκπτωση. Οι πτυχές της, εκείνες που την οδήγησαν στα ανοιχτά, θα ξεπέσουν στην αναγκαία αισθητική διαστρέβλωση, ώστε να οδηγηθούν αναίμακτα στα ρηχά νερά της ανήσυχης κοινωνίας.
Ισως θα σκεφτόταν κανείς πως οδηγούμαστε σε επικίνδυνη ρήξη, σε κάποιον σκόπιμο ελιτισμό. Μα, όχι· εκείνο που φταίει είναι η οδηγία που απορρέει από την έλλειψη ενότητας, η πνευματική συστολή που καθημερινά προβαίνει από την απόλυτη δυσκοιλιότητα της διάνοιας στην ευκοιλιότητα της έκφρασης.
Σύνθετες, ούτως ειπείν, ιδέες ή ιδιαίτερα διευρυμένες πνευματικές, καλλιτεχνικές προτάσεις, συμπυκνώνονται σε ένα σύνθημα ή σε ένα ανηλεώς υπερφορτισμένο motto, ώστε να αγγίξουν επιτέλους κάποιες χορδές κατανόησης. Τι πιο δυσάρεστο από τη μαζική αποδοχή, όταν η ουσία έχει πολτοποιηθεί από το έλλειμμα της γνώσης και της γλώσσας. Την απόλυτη «συμφωνία» που προκύπτει όταν οι σημασίες και οι έννοιες αντιμετωπίζονται σαν απόνερα. Ο μύθος, λοιπόν, ενισχύει αυτό το πρόβλημα.
Και ο μύθος (απευθυνόμενος τώρα ειδικά στις νεότερες γενιές) μπορεί να είναι, και είναι, η αδυναμία δημιουργίας ενός μύθου που θα έρθει να αντικαταστήσει τον μύθο που και δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει, να ανακαινίσει τον εαυτό του· μα και δεν υπάρχει πλέον (και ευτυχώς) τρόπος να μεταφερθεί με τις πολυποίκιλτες φιάλες των αγαπημένων παρελθόντων μας, διότι είναι πια όλες τους σπασμένες, θρύμματα από τις δυνάμεις μιας υπαρκτής, μα ανίδωτης ακόμη νεωτερικότητας.
αρ. 21
Η τιμή των φίλων σε ισορροπία με την τιμή των εχθρών. Αν και οι εχθροί δεν χωρούν παρά μόνο μέσα σε εισαγωγικά.
Είναι τιμή μεγαλύτερη να λείπεις. Η ωραιότητα του να δοκιμάζεσαι μόνο με τους αληθινούς, ειδικά όταν διαφωνείς μαζί τους.
Οι παλινωδίες των speculatori φέρνουν στη βρομιά που μαζεύουν τα νύχια. Κάποτε θα καθαρίσουν.
Εφόσον «αυτό που είναι δικό σου δεν γίνεται ποτέ να το χάσεις, αυτό που δεν είναι δικό σου δεν πρόκειται ποτέ να το κερδίσεις».
αρ. 24
Αυτή η έφεση προς το μέτριο δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας· επιτρέπει στον αναγνώστη να στρογγυλοκάθεται σε παρατεταμένο χρόνο μέσα στον κλωβό, στην κοιλιά που συσπάται κάθε τόσο για να τον βγάλει στον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης προτιμά τα κείμενα που υποθάλπουν, με τον πλέον πειστικό και έντεχνο τρόπο, την «ηρωική» του παραμονή μέσα στην προστατευτική σάρκα.
αρ. 29
Οταν είναι νέος κανείς, τόσο νέος που το μυαλό του είναι κυρίως απασχολημένο με τους ερανισμούς των πληροφοριών με τις οποίες πιστεύει πως θα θέσει σε περιστροφή τη σβούρα που γράφει πάνω τ' όνομά του:
Αυτήν την προσωρινή «βιβλιοθήκη» δεν πρέπει μόνο να τη θέσει σε άγριες δοκιμασίες, αλλά πρέπει, κυρίως, να την κρατήσει μυστική, ώστε τίποτε να μη διαφεύγει προς τα έξω με κίνδυνο να του επιστραφεί παραγνωρισμένη από επεμβάσεις άλλες.
Και οφείλει, για το καλό της σβούρας, να μάθει να περιμένει. Το πρώτο φως πάνω από τις πρόχειρες στοίβες όλων εκείνων των ανεπαρκών στοιχείων, τις οποίες θα κάψει ολοκληρωτικά. Καίγοντας ολοκληρωτικά και τον ίδιο. Τον νέο. Για να γίνει.
Η διασπορά, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι εσκεμμένη, αυτής της βαθιά εκπαιδευτικής διαδικασίας, αποκαλύπτει όχι έναν παθιασμένο καλλιτέχνη, μα έναν μασκοφόρο που αναζητεί μανιωδώς τα φώτα της ράμπας. Για τα οποία μάλιστα υποχρεώνεται στην ίδια του την αμβλύνοια και στις χειραγωγίες των διευθυντών προγραμμάτων να παράγει θέαμα. Και στο θέαμα θα προσπαθήσει να σαρώσει κάθε διάκριση, φορώντας ανά περίπτωση το κοστούμι του γνώστη, του σώφρονα, του μπροστάρη, του καταραμένου· και οπωσδήποτε θα εφεύρει κι άλλους ρόλους.
Ο εν λόγω, «νέος», ένας περίφημος αντιδραστικός. Φτύνει πάνω σ' αυτό που έχουν φτύσει τόσοι, δίχως να γνωρίζει τι υπήρχε από κάτω. Η πρωτοβουλία του όμως έχει καταγραφεί, κι αυτό φτάνει.
Με την πρώτη κλαγγή του θανάτου, σαν αναλάβει το ελάχιστο, και βγει από τα μαρμαρωμένα σίελα, θα αντικρίσει τις μακρινές πλάτες όσων νοερώς πίστευε πως ακολουθούσε. Θα έχουν τα πρόσωπά τους στραμμένα σε αδιανόητο φως.

Γιάννης Λειβαδάς: Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=295298

Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα

Μια είδηση ξεκολλά από των καιρών την ταπετσαρία, πέφτει και κυλάει κάτω από ζοφερά γραφεία.
Η Toyo Shibada εξέδωσε η ίδια την προσωπική της ανθολογία ποιημάτων στα ενενήντα εννιά της χρόνια και κυριολεκτικά (ξε)πούλησε ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα στη χώρα της, την Ιαπωνία. Σε μια αγορά που το πλαφόν των δέκα χιλιάδων αντιτύπων θεωρείται τρομερή επιτυχία.
Κάποιοι από τους τίτλους των ποιημάτων: «Ολων τα όνειρα είναι ισάξια», «Πάρ' το χαλαρά», «Μη ζορίζεσαι και τόσο».
«Εφτασα ώς εδώ χάρη στην υποστήριξη της οικογένειάς μου, των φίλων μου, των νοσοκόμων και των γιατρών, μετατρέπω λοιπόν την ευγνωμοσύνη μου σε ποίηση για να τους πω ότι τους ευχαριστώ πολύ, είμαι στ' αλήθεια ευτυχισμένη». Αυτά είναι τα λόγια που βγήκαν από το στόμα της.
Στο ποίημά της με τον τίτλο «Μυστικό» γράφει: «Αν και είμαι/ενενήντα οκτώ χρόνων/ερωτεύθηκα. Από την άλλη έχω/και όνειρα. Θέλω/να καβαλήσω ένα σύννεφο».
Τα μέσα και οι τηλεοράσεις την υποστήριξαν αμέριστα. Η ίδια ώς τα ενενήντα της χρόνια παρέμενε σε μια φάση σκεπτικισμού για το αν θα έπρεπε να γράψει αυτά που τελικά έγραψε. Ο εξηντάχρονος γιος της την ενθάρρυνε και της χάρισε την ώθηση που χρειαζόταν. Η ίδια υπέφερε από δυνατούς πόνους στην πλάτη ένεκα που ασχολούνταν δυναμικά με τον κλασικό ιαπωνικό χορό και η όλη η (φάση) ζωή της είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα.
Εγραψε το πρώτο της ποίημα και παρότι δεν είχε καμία σιγουριά για τον εαυτό της το έστειλε κατευθείαν σε μια αστική εφημερίδα. Το ποίημα δημοσιεύθηκε ταχύτατα και ακολούθησε άλλο ένα. Αυτό την κράτησε σε εγρήγορση και συνέχισε να γράφει. Ολες οι ιδέες και οι εικόνες της προέρχονται από το δωμάτιό της, στο οποίο βρίσκεται κατά κόρον ξαπλωμένη, στο Τόκιο, όπου ζει μονάχη τα τελευταία δεκαεννέα χρόνια, από τότε που ο σύζυγός της απεβίωσε.
Η γιαγιά Shibada ετοιμάζει την καινούργια της ποιητική συλλογή, που θα κυκλοφορήσει φέτος τον Ιούνιο, αμέσως μετά τα εκατοστά της γενέθλια.
Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία για το πώς ξεπέφτει μια κοινωνία. Τώρα απομένει να μεταφραστεί στην Ευρώπη και να πάρει την ανιούσα για κάποια από τις γνώριμες διακρίσεις. Ας παίξουμε λιγάκι σαν παιδιά. «Να το πάρει το ποτάμι;» «Να το πάρει».
Είναι όμως ένα υπέροχο Σάββατο, με βοριάδες, κρυστάλλινη βροχή και παγωνιά, που μπορεί κανείς να κοιτάξει (να κοιταχτεί) με την εγγύτητα που φέρνει ακόμη και στο νεφρίτη το αίσθημα της εγκατάλειψης μέσα στην ωραιότητα. Το ποιείν της ζωής.
Οσο και αν το αίμα τρέχει στον καρπό σου, πρέπει να λειτουργείς το χέρι. Ο χρόνος δεν πρόκειται ποτέ να σε εγκαταλείψει.
Πιάνω τις «Εννέα Ιστορίες» του Σάλιντζερ. Και διαβάζω. Διότι ο Σάλιντζερ διαβάζεται. Τα δύο του βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα δεν άφησαν το τελευταίο δεκαπεντάμηνο λειψό από βιβλία.
Γυρνάς ωραιότατα το κεφάλι και φτάνεις μια σπιθαμή από το κενό που μανιωδώς σε αναζητεί. Εχουμε χάσει το γέλιο μας, το τράνταγμα της τέρψης από τα ωραία και τα εντέχνως ολοκληρωμένα της πένας.
Θα πει κανείς ότι κατακλυζόμεθα από νεωτερισμούς και φρέσκα ονόματα. Τα φρέσκα, προσωπικά, τα βρίσκω μόνο στα μανάβικα και μόνο αν είναι πράγματι φρέσκα. Είναι να ρίχνεις τον ίσκιο σου πάνω στις σελίδες που διαβάζουν οι αναγνώστες σου και να σηκώνουν το κεφάλι για να συλλάβουν με το μάτι την περαστική συννεφιά.
Διάβασα τις Εννέα Ιστορίες και στην πραγματικότητα διάβασα δεκαεννιά. Είκοσι εννιά. «Παρομοίασε τον εαυτό του μ' ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που τα λαμπιόνια του, συνδεδεμένα στη σειρά, πρέπει να σβήσουν όλα όταν καεί ένα».
Επιβεβαιώσεις των αδιαφιλονίκητων με το σκέρτσο μιας έντασης που δεν σπάζει τίποτα, μα ανατρέπει όσα την ανατροπή δεν ανέμεναν.

Γιάννης Λειβαδάς: Σημειώματα εν εξελίξει 1. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=289104

Σημειώματα εν εξελίξει 1.

αρ. 9. Γράφω σημαίνει ίσταμαι. Γιατί ο γράφων δεν αναρωτιέται εάν. Αυτός που αναρωτιέται δεν μπορεί να γράψει· με τον ίδιο τρόπο που τίποτα φυσικό μες στη ζωή δεν προσπαθεί να αποκαταστήσει τον εαυτό του.
Ισταμαι, δηλαδή τεκμηριώνω τη συνθήκη της ενότητάς μου εισερχόμενος εθελοντικά στο μικρό σχήμα για να το διαρρήξω, να το διασπάσω. Οντας η κινητικότητά μου αυτή η μοναδική πράξη απόδειξης της οργανικής φύσης του Ολου, το οποίο αναταράσσεται διαρκώς από την αδυναμία του να ολοκληρώσει την ενότητά του. Από τούτο και οι διαδράσεις, με κορυφαία την ποίηση.
Υπάρχει και το μη-ίσταμαι, παντελώς διαχωρισμένο, σαφώς, από τον λειτουργικό αρνητισμό του ζεν (το οποίο λανθασμένα εκτιμούν ορισμένοι ως αποκατάσταση). Το μη-ίσταμαι, που υποδηλώνει και συντελεί στο απόλυτό του την απουσία εμβόλιμης συνθήκης, είναι εκείνο που δεν γράφει, γιατί δεν είναι φτιαγμένο να γράφει. Είναι φτιαγμένο να νομίζει· έως την ώρα και τη στιγμή που θα κατορθώσει να αποκαλυφθεί.
Η καταγραφή των όσων έως της ώρας και της στιγμής εκείνης δεν αποτελούν λογοτεχνικό σώμα. Δεν καθίστανται έργο. Καθίστανται βεβαίως αντικείμενα εμπορικής ταυτότητας, αναλώσιμα κάποιας υποκουλτούρας.
Οταν ο Νίτσε σημείωνε πως «Οι χειρότεροι αναγνώστες είναι αυτοί που προχωρούν με τον τρόπο των στρατιωτών που λεηλατούν: μαζεύουν λίγα πράγματα που χρησιμοποιούν, μολύνουν και ανακατώνουν τα υπόλοιπα και τα βλασφημούν όλα μαζί», προανήγγειλε, ίσως μάλιστα προγραμματισμένα, πως οι χειρότεροι αναγνώστες, σε σχέση πάντοτε με την απουσία αυτοπροσδιορισμού και την έλλειψη παιδείας, ταυτίζονται απολύτως με τους, χειρότερους, λογοτέχνες.
Εδώ έρχονται να ταυτιστούν όλα τα πολιτικά ορθώς και τα μη ορθώς· τα πανδαιμόνια των τραγικών και υψηλοφρόνων, δήθεν, «εκ των έσω», τα οποία δεν είναι άλλο από φοβικές δερματίτιδες. Το ποιητικό υποκείμενο, πάντοτε τουλάχιστον υπό δύο έννοιες, και ποτέ υπό μία, καταχωρίζεται δεν καταχωρίζει. Μιλάει τον εαυτό του με τη δική του μοναδική γλώσσα, δεν υποθάλπει, δεν προνοεί, και δεν περιγράφει. Πόσω μάλλον, δεν διακειμενίζει, εννοώντας ότι δεν μπορεί να δανείσει και δεν μπορεί να δανειστεί.
Μπορεί ίσως να υποστεί εγκλήματα, εκτοπισμούς και άλλα. Μα αυτά συμπεριλαμβάνονται στο ατελές παιχνίδι τού γράφω σημαίνει ίσταμαι.
αρ. 11
Ναι, δεν υπάρχει τίποτε νέο κάτω από τον ήλιο· γιατί ο άνθρωπος βρίσκεται από πάνω. Κάτωθεν του ηλίου βρίσκονται οι τυφλωμένοι θιασώτες.
Συνήθως οι μεγάλες κουβέντες μάς κάνουν στενόχωρους. Να χωράμε όπως τα χέρια μες στις τσέπες.
Η ποίηση όμως δεν είναι κάτι, είναι αλήθεια. Και όταν μιλάς την αλήθεια, έχεις τον τρόπο της αλήθειας.
Εάν έχεις λοιπόν απλώς «έναν» τρόπο και «κάποια» αλήθεια, δεν μιλάς παρά μόνο για κάτι. Εναντιώνεσαι στην αλήθεια, απομακρύνεσαι εντελώς από τη δυνατότητα και το πνεύμα της δημιουργίας.
Αυτό το κάτι κοινωνείται μέσω των ανάλογων ομοιοτήτων. Καταναγκάζει τον άνθρωπο στην ομοιογένεια και την αισθητική (ηθική) παραίτηση. Εξοστρακίζεται η διαφορά, δηλαδή, όχι απλώς ο υποκινητής, μα και η κινητήρια δύναμη της αλήθειας. Της ποίησης.
Αυτό το εξάμβλωμα «κάτι», που καταχωρίζεται και αξιολογείται βάσει όλων των παραπάνω αδυναμιών, βρίσκει έδαφος, κάποιαν αποδοχή, λόγω της κατά συνθήκη διαστρέβλωσης· η οποία αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική, σε σχέση με την άμβλυνση της γλώσσας και του νοήματος, έκπτωση.
Η ποίηση δεν αγγίζει χορδές κατανόησης, είναι η κατανόηση. Το αντίβαρο της πραγματικότητας, η οποία είναι να μπορείς να βλέπεις με ανοιχτά, μα και με κλειστά μάτια. Η πραγματικότητα όμως υστερεί πάντοτε σε αλήθεια· γιατί η αλήθεια είναι τίποτα, σε αντίθεση με το κάτι που υποφέρει ως εαυτόν η πραγματικότητα.
Η νύχτα γυρίζει σελίδα, ενώ γράφω καπνίζοντας, με ουίσκι και αμύγδαλα.
Αυτό δεν έχει πλάκα· είναι πλάκα. Και κανείς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Γιάννης Λειβαδάς: Έφοδος στο μαυσωλείο (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=274789

Έφοδος στο μαυσωλείο

Στο Ρίο βρέχει: ακούς τις στάλες απ' το Καμάργκ και την Τεργέστη. Κάτω από τις γέφυρες τριγυρίζουν αποφάσεις. Η μία γέφυρα σε βγάζει στην άλλη. Η μια βροχή κουβαλά την ψυχή της άλλης. Ολες πέφτουν.
Μεγαλώνω τη ζωή μου σαν να ήταν ένα παιδί και λύνω τις σπαζοκεφαλιές της. Το παιδί μια μέρα θα πεθάνει και θα πάψουν οι διερωτήσεις.
Τι ισοδυναμεί. Μια θέση μέσα στη νύχτα. Μια σβούρα που στροβιλίζεται πάνω στις παρυφές της. Η νύχτα περνάει μέσα από την ώρα, δημιουργώντας ρυτίδες. Πέρασμα στην πράξη.
Οι αναταραχές είναι κι αυτές ρεκλάμες. Φωτιές πάνω στον χάρτη. Ανθρωποι φτάνουν στο σημείο βρασμού, καταφτάνει η αποσυμπίεση. Χάρμα. Περιπάθειες που περιστέλλουν. Γαλουχήθηκες να ρέπεις επί ματαιοδοξίας. Τα ανεξάλειπτα που έχεις σιγοντάρει δεν αρκούν για να σωθείς. Αντε τώρα να στηλιτεύσεις. Να βγεις από το περιθώριο της συμβατής γνώμης. Το οικουμενικό της θεραπείας. Εχεις τραπεί σε φυγή από κάθε τι αυταπόδεικτο.
Λέω εδώ να σταματήσω. Απομονώνομαι κατά διάφορες έννοιες. Οι έννοιες γίνονται διαφορετικές. Η μύγα απομυζά πιο δυναμικά από τις εμπνεύσεις. Ενώ οι εκδόσεις, ο τύπος, τα φέιγ-βολάν κατακλύζονται από ανθρώπους που γράφουν για την υπογραφή και τα λεφτά. Δεν πρέπει να μιλάς, αλλά να μιλιέσαι. Να εμπεριέχεις και να μην ασπάζεσαι.
Υποχρεώσεις ενός επιπλέον που στολίζεται μεταθανάτια δόξα ενώ τα έχει τινάξει από νωρίς. Εχει παραδώσει. Διατυμπανίσματα που κολλούν κάτω απ' τη γλώσσα. Παράτα μες στην παράτα δίχως χειροπιαστό γέμισμα. Εγκολπώνεται τεκμήρια που τα πεπραγμένα του ουδέποτε αφορούσαν· τα γραφτά του δε, τα γραφτά του παρέμειναν απλώς γραμμένα. Για την προσωπική του ιστορία που είναι η ιστορία μιας γυαλάδας στον απομεσήμερο τρούλο πάνω από τα κεφάλια που έχουν σπεύσει για προσκύνημα. Παρατηρεί τον πληθυντικό του να φραξιάζει και να επιτίθεται. Είναι τόσοι που περνιούνται για ένας.
Ασύμμετρη επαναφορά στο άδειασμα του ενικού στομάχου. Γνωστοποιημένη πλέον και η αντιγραφή που υπομένεις. Υπό άλλες συνθήκες το να σε αντιγράφουν θα αποτελούσε τιμή, γι' αυτό αντιγράφεις εσύ. Χάθηκες. Ξαναβρέθηκες. Λεονταρισμοί εντός του φρέατος της μητρός.
Λογοτεχνίζεις γιατί ακόμη χάνεσαι. Οι οριστικά χαμένοι γράφουν λογοτεχνία. Μέχρι τότε αναμορφώνεσαι πλάι στη θερμάστρα. Κομπορρημοσύνη στα εκδιδόμενα.
Εχεις ενημερώσει άπαντες ότι πονάς στ' αλήθεια, μα, αυτό γιατί δεν καταφέρνει να σημαίνει κάτι πέρα από σένα;
Σε ξαναβλέπω στον ρόλο του Kikuchiyo. Αυτήν τη φορά με την επιμέλεια μιας καλύτερης πρόθεσης· ετούτη τη φορά προσφέρεται μια άνεση που επιτρέπει περαιτέρω τιτλοφορία. Οσα συνάδουν με το εφικτό μιας ζωής που σε σπρώχνει να περιγράψεις αυτό που αδυνατείς υπαρκτικά να επιφέρεις. Κοιτάζεσαι που διαδηλώνεις.
Η γραφή δεν μπορεί παρά να είναι εσύ. Είναι κι αυτή μια πραγματικότητα σαν όλες εκείνες, στις οποίες ακόμη πιο καταρρακωμένος θα καταλήξεις. Λες τόσα με απώτερο σκοπό να συσκοτίσεις. Εφοδος στο μαυσωλείο που σε συντάραξε τόσο.
Η γλώσσα διαθέτει, τοιουτοτρόπως, ένα είδος τροπισμού, το απόλυτο τέχνασμα: είκοσι τέσσερα γράμματα όλα κι όλα. Παραδαρμός. Τι είναι εκείνο όμως που θα την καταστήσει φορέα νοήματος; Η μόνη δικαιοσύνη είναι η αλήθεια.
Ή έχεις τίποτε άλλο κατά νου, όπως την κάτω βόλτα. Ξεκινώντας από πού;
Κοινά θρυλήματα. Κοινά παθήματα. Κοινή μακάβρια συναίνεση σ' ένα συνειρμικό τίποτα. Το τίποτα είναι μια άσχημη λέξη, παρ' όλα αυτά την αντιλαμβάνονται όλοι.
Η βροχή δεν είναι κουβάδες που αδειάζουν κάποιοι. Δεν με βλέπεις, κι όμως κάθομαι στο σκοτάδι φουμάροντας ένα sumatra premium, χαρισμένο από καλό χέρι. Ασθμαίνεις και θέλεις να ανοίξω τα φώτα· μα έχω ξηλώσει όλους τους διακόπτες. Η νύχτα είναι μεγάλη.
Αυτήν την εποχή δεν σιγοντάρω. Παίρνω απ' αλλού μελάνι.

Γιάννης Λειβαδάς: Από την πλευρά του ορίζοντα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=269193

Από την πλευρά του ορίζοντα

Είχαν σκορπίσει μετά τον κρότο. Είναι τελειωμένοι. Μαζεύονται τώρα γύρω από της προτίμησής τους τη λιγδιασμένη σκανδάλη για να ακουστούν κι εκείνοι. Θα τραβήξουν όλοι μαζί. Τους απεχθάνομαι από κάθε απόσταση. Τους λυπάμαι, μα όταν το σκέφτομαι δεν είμαι τόσο σίγουρος για το ποιόν της λύπης.
Η Αριστερά μαντρώνει τα κουτάβια της και τα πλασάρει. Η Δεξιά, όπως πάντα, είναι άδεια και παραπαίει.
Δεν σου ζήτησα ποτέ να με διαβάσεις και δεν πρόκειται να στο ζητήσω ποτέ. Ξέρεις να βγάζεις τα μάτια σου και δεν χρειάζεσαι τη βοήθειά μου. Εγώ, απ' την άλλη, δεν θέλω να σε πάρω στον λαιμό μου. Τον θέλω ελεύθερο, βραχνιασμένο, να μουγκρίζει. Ή να γελάει καπνισμένος στο φως του χειμώνα που λιγοστεύει.
Επιστρέφω με μια σακούλα ψώνια στο σπίτι. Την αδειάζω πάνω στον πάγκο της κουζίνας· ποιήματα μαρούλι, ποιήματα κρεμμύδι, ποιήματα σαπούνι, ποιήματα ουίσκι. Το ποίημα του τυπωμένου αναλυτικού λογαριασμού. Το ποίημα του πήγαιν'-έλα. Το ποίημα του να γράφεις για το σκόρπισμα μετά τον κρότο και το επερχόμενο τράβηγμα της σκανδάλης. Ο πίδακας θα αποτελεί τεκμήριο.
Οι γέφυρες καμιά φορά απομακρύνουν.
Η ζωή ξέμεινε από ανθρώπους. Μπορώ να γράφω ασταμάτητα το ίδιο πράγμα με τις ίδιες λέξεις και η ζωή να μην είναι ποτέ ίδια. Η γραφή δεν είναι ίδια ποτέ. Μήπως εννοείται κάτι από άλλη απαίτηση; Ο λογαριασμός είναι ελλιπής; Μα δεν κάνω στ' αλήθεια αυτές τις ερωτήσεις.
Τους βλέπω ανίκανους ακόμη και για ν' αυτοκτονήσουν· από εαυτό. Η αυτοκτονία για μετάθεση είναι εύκολο πράγμα.
Προσκλήσεις και αναγγελίες ανά δωδεκάδες και δωρεάν κουπόνι ποίημα, μυθιστόρημα. Κλείνω τις πόρτες και οδηγούμαι σε μια ανυπέρθετη ομορφιά, κρυμμένη σε κάποιου ωοειδούς ήλιου την ανταρσία. Μα όχι, είμαι ένα παιδί με σημαδεμένα χέρια, αυτός ο ήλιος δεν απομυζά τίποτα, δεν κρύβει τίποτα, δεν σε στραβώνει στα μάτια. Δεν χρειάζεσαι μάτια. Χρειάζεσαι μόνο τσιγάρα και καρδιά. Καθώς και τίποτα απ' όλα αυτά.
Λογοτεχνία είναι το εμπόριο των τίτλων, οι αγοραστές πανέτοιμοι να γειτνιάσουν με τα απαραίτητα, με τους όμοιούς τους που αναβαθμίστηκαν σε λογοτέχνες και επιτέλους προέκυψε ζήτημα.
Οι αρουραίοι ανασηκώνουν τα τσιμέντα και δεν θα μείνει τίποτα. Σεισμοί στα μικρόφωνα, νυχιές στα εξώφυλλα, οι τίτλοι στα τρεχαλητά. Συμβαίνει συχνά αν σκεφτείς τον τρόπο που στέκεται το σινικό τείχος ιδωμένο από το Διάστημα. Συμβαίνει συχνά άμα σκεφτείς το ρίγος του ματιού μπροστά στα εγκλήματα που συμβαίνουν τριγύρω. Συμβαίνει ακόμη συχνότερα όταν σκεπάζεσαι κενός από σκέψεις τα μεσάνυχτα με μια κουβέρτα.
Σου έχω αποδείξει τη δύναμη των λέξεων να αρνούνται να σημαίνουν στο δικό σου ποίημα. Το κέφι τους να μη θέλουν να πετούν μαζί σου στα σύννεφα. Την απόφασή τους να σε καταδικάζουν. Να σε στέλνουν στα χλομά φώτα μιας δημοσιότητας. Να λένε κάτι άλλο όταν προφέρονται στο δικό σου παιδιάστικο ατόπημα.
Δεν παραδέχεσαι τίποτα πια, γι' αυτό και οι λέξεις δεν παραδέχονται εσένα. Καταφέρνεις να οικειοποιείσαι μονάχα. Λυγίζεις αβάσταχτα κάτω από το βάρος της σκέψης που περιέχει εσένα.
Εσύ λες, κι όμως είσαι το καύσιμο στη μηχανή που καλομελετάς. Είσαι το λίπασμα. Φαντάζεσαι την πραγματικότητα να έχει το δικό σου επίθετο. Και το έχει, γιατί η πραγματικότητα σε έχει καταπιεί και ρεύεται ανάσκελα ξαπλωμένη πάνω στα ιερά σου μνήματα.
Το ψεύδος κατά συνθήκη είναι πιο αφόρητο απ' όσο αναμενόταν. Προσπάθησε καλύτερα να διαβάσεις αυτούς που γράφουν, αυτούς που ζουν ζωή καμιά. Μια αληθινή ανάγνωση θα σου έλυνε όλα τα προβλήματα, ακόμη και τα λυμένα.
Γι' αυτό σε λατρεύω και δεν μου φταις τίποτα· σε αντίθεση μ' εσένα.
Ποίηση είναι να μιλάς τόσο καθαρά που οι λέξεις να θέλουν ν' αλλάξουν όνομα.

Γιάννης Λειβαδάς: Ποντάρω μονάχα στο ακατόρθωτο (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=266106

Ποντάρω μονάχα στο ακατόρθωτο

Οσα στοχάζομαι εξευγενίζονται από την ειρωνεία μιας απολαυστικής πραγματικότητας που αντίκειται σε κάθε μετριοπάθεια.
Ας ψάξουν αλλού για Ελπήνορες.
Τα μονότονα πάθη είναι παραθερισμοί εντός προθεσμίας. Οι καλοστημένες φράσεις προσχήματα μιας πεθαμένης τέχνης. Οι ολοκληρωμένες φράσεις, είναι το πρόσχημα της θεϊκής δύναμης.
Τα μούσκλια πάνω στα κεραμίδια του παραπήγματος σ' εκείνον τον περίβολο με τις κυδωνιές, σχηματίζουν τον παγκόσμιο χάρτη δίχως την αμερικανική ήπειρο. Ο ήλιος αστράφτει πάνω στη βανίλια που έχει σχηματίσει το χιόνι. Ενα σμήνος από ξανθές σκνίπες στροβιλίζεται λίγα μέτρα πάνω από το έδαφος· άγνωστες ραδιουργίες με σκοπούς απόκρυφους, που μόνο τυχαία παρατηρούνται. Μου θυμίζουν τον Ρουσό σαν εξομολογείται.
Οσα συνοψίζονται σε απογοητεύσεις είναι παιχνίδια για τα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι ατρακτοειδείς φιγούρες των εσωτερικών σκανδάλων ζουν σε ξέφωτα που έχουν σχηματιστεί από τις παρακλήσεις για συγχώρεση.
Οι παρακαμπτήριες με τη χαμηλή βλάστηση οδηγούν όλες τους στην κεντρική, περιφερειακή λεωφόρο. Συνεχίζω το δρόμο μου προς την πόλη που αχνίζει σαν μια ζωντανή αφίσα του 2011.
Διαβάζω όχι παραπάνω από δέκα βιβλία το χρόνο και όχι λιγότερο από κανένα. Παραγγελίες με ταχυδρομική αντικαταβολή, δώρα (από εκείνους που με γνωρίζουν τόσο καλά ώστε κάθε φορά να με εκπλήσσουν), αγορές στα τοπικά βιβλιοπωλεία που έχουν αρχίσει πια να μοιάζουν με αντικατοπτρισμούς σε μια έρημη και δυσοίωνη άσφαλτο. «Κάπου γέρνουν λιγάκι σκονισμένα τα εξαιρετικά του Μπασλάρ», «Ναι, εκεί πέρα», «Είναι ό,τι πιο συγγενικό, όχι! αδελφικό», «Τυπωμένος ως δοκίμια». Τινάζω το τσιγάρο μου, που εντελώς καταχρηστικά μα με φιλειρηνικό πνεύμα καπνίζω εντός του καταστήματος, ενώ στα πόδια μου τρίβεται μια ριγωτή γάτα. Υπάρχει κάπου κρυμμένο ένα τασάκι που εμφανίζεται κάθε φορά που περνάω για να παραλάβω τα βιβλία που παράγγειλα. «Και ο Σεστόφ;», «Ω, ναι, μου τον έκανε δώρο πριν από καιρό ο φίλος μου ο Εκτορας».
Σκέφτομαι πως σ' αυτό το σημείο θα ήθελες να συμπληρώσεις κάτι· εσύ, που δεν ανήκεις στους οκνηρούς αναγνώστες. Κάν' το. Θα το εκτιμήσω δεόντως από την άλλη πλευρά.
Απ' όσα διάβασα μέχρι τώρα έχω αφαιρέσει τουλάχιστον χίλια βιβλία. Τα αφαίρεσα από μένα, μα και από σένα. Μια μετρημένη ελάττωση χαμού προς χάρη της τέχνης της γραφής που συγκαταλέγεται πια στα περιττά. Μα είμαι ξιπασμένος και τα λέω όλα αυτά; Ή κάποιος αναστατήρας; Κάποιος που δεν ενδείκνυται για καμιά δικαιολογία.
Εδώ παρατίθενται όλα τα προηγούμενα κείμενα. Ολα μετά το ξεπέρασμα. Κάνε την επιστροφή σου πράξη και ανασκουμπώσου στον μέλλοντα μιας καταρχήν άγνοιας.
Με λοιδορείς και πλαντάζεις κάτω από τις σόλες μου. Με παραπέμπεις μα έχεις χάσει το δρόμο σου. Οι αντιφάσεις της άκληρης ζωής σου ήσαν πάντοτε ασταθείς μα με ταπεραμέντο μιας έκδηλα αποκοιμισμένης φύσης. Με όλο το καμάρι που σε διέπει.
Ο οίκος μου, υποσκελίζοντας κάθε υπόνοια κοσμικής ευγένειας, παραμένει ανώριμος. Γι' αυτό μην παραπονιέσαι, μ' εκείνο το κατάστηθο συναίσθημα που δεν σ' αφήνει σε πραγματική ησυχία. Ξεχώρισε αυτό που σε καθόρισε σαν ήσουν αδύναμος απ' αυτό που σε καθόρισε σαν ήσουν δυνατός. Αν όχι, πρωτεύεις σε σχέση με μία συνθήκη που είναι απλώς επικαλούμενη. Κοντράρεσαι άψογα στο εφικτό. Μα στο εφικτό τίποτα απ' όσα πιστεύω δεν βρίσκω.
Ποντάρω μονάχα στο ακατόρθωτο.
Οι κραιπάλες είναι χρέη του πνεύματος. Για ό,τι έχει απομείνει στον ουρανό.

Γιάννης Λειβαδάς: Στον βρόντο (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=248278

Στον βρόντο

Είναι νύχτα και πλένω πιάτα. Εδώ κι εκεί, αστέρια αμυδρά, σαν πιτσιλιές από τη σαπουνάδα. Τρίζουν τα ξύλα στο τζάκι και η θράκα φωτίζει σαν ξεφτισμένο νέον πάνω στα πράγματα.
Η γυναίκα μου στο διπλανό δωμάτιο πριν από ώρα έγραφε ποιήματα και τώρα κοιμάται βουτηγμένη μέσα στα κόκκινα μαλλιά της. Απ' έξω η φοινικιά αφήνεται στον αέρα, όπως ένα κατεστραμμένο πινέλο προγονής ακουαρέλας.
Ασκούμαι βαδίζοντας μέσα στο σπίτι σαν αίλουρος, που η πείνα τον οδήγησε μακριά από τα λημέρια του. Απαρχές μιας καινούριας εποχής. Σκουπίζω τα χέρια μου με την πετσέτα του ουρανού και αρχίζω να σημειώνω επικεφαλίδες, που θα λάμψουν ύστερα από χρόνια σε ξένα κατώφλια. Μελετώ τη γραφή του Ράπα Νούι, έχοντας κρεμάσει τις σελίδες των κειμένων προς αποκρυπτογράφηση πάνω στο πλαϊνό ντουλάπι.
Δεν βρίσκω ανθρώπους πια. Αυτούς που ξέρουν να πεθαίνουν. Αυτούς που κατέχουν πως ο θάνατος είναι γεγονός και όχι φόβος. Ανθρώπους που ζουν και δεν δανείζονται ζωή από άλλους.
Οι ουρανοί προς αντιπαροχή. Φίλοι μού έστειλαν γράμματα, λέγοντάς μου «γράψε κάτι για μας». Μα όλα για αυτούς είναι γραμμένα. Για τους φερτούς, φανταστικούς φόβους που τους χαράκωσαν, μα μέσα από το αδιάκοπο ψαχούλεμα φανερώθηκαν άλλοι φόβοι, πραγματικοί, που απ' τους πρώτους γεννήθηκαν. Μια ανοησία που απέφερε σημαντικά πράγματα.
Συγκινεί κρυπτογραφικά ο κάματος επί της αποκρυπτογράφησης. Προσπαθώ να γράψω ακόμη πιο άσχημα, μα δεν αφήνομαι ολοκληρωτικά πια. Κάνω παύσεις και παρασύρω το ρολόι. Κόβω τα νύχια μου. Ετοίμασα καφέ και τσίμπησα την τελευταία μπουκιά, που είχε μείνει μέσα στο πιάτο της από ώρες.
Περνάω από θέση σε θέση. Κρατάω τον ασπασμό και την καύση. Πατάω στις μύτες με τα ογδόντα μου κιλά και ανοίγω το τζάμι για να ακούσω το ψιλόβροχο που έπαψε αμέσως. Τριβή από τσιγαρόχαρτα. Ξενοδοχείο Λειβαδάς. Για όλα και από παντού. Τώρα ανεγείρω και το μέγαρο των εχθρών μου. Θα δεις, ή αν ξενυχτάς κι εσύ, θα το έχεις παρατηρήσει ήδη.
Δεν έχω αντικείμενο να διαμαρτυρηθώ, ό,τι κάνω το επιλέγω. Δειγματίζω ακόμη λιγότερο. Κι απ' αυτό, καθώς συνεχίζω, σβήνει κάμποσο. Τι θα ήταν ετούτη η ζωή χωρίς το γράψιμο. Χωρίς το πλύσιμο των πιάτων. Χωρίς το Ράπα Νούι. Χωρίς το ζεστό κοριτσίστικο κορμί του θανάτου που θωπεύω. Ο θάνατος ριγεί από το χέρι μου.
Σβήνω τα φώτα και παραμένω με το λαμπάδιασμα της ανθρακιάς μέσα στο τζάκι. Προσεύχομαι για εκείνο που υπερβαίνει τον άνθρωπο. Κοιτάς με μισό μάτι από τότε που κατάλαβες πως δεν θα κάνω τη δουλειά που μου ζήτησες. Βλέπεις αυτό που τόσο σου λείπει. Και θα χρειαστεί να πεθάνεις για να το αποκτήσεις.
Απευθύνομαι;
Σκαμπάζεις τα ποτάμια για την κόπρο του Αυγείου, μα σου διαφεύγουν όλοι οι σύγχρονοι άθλοι. Παραπαίεις αποκλειστικά στην αγαλλίαση που προσφέρει η περάτωση της ενδοσκόπησης στη λατρεμένη σου λακκούβα. Στον δρόμο που τον περπατάς πάντα με στενοχώρια, γιατί η θλίψη σού προκαλεί σύγκρυο. Η θλίψη είναι τόσο πανηγυρική, που δεν μπορείς να την κάνεις πόζα. Μπορείς να μιλάς, αλλά όχι να σημαίνεις. Το «είμαι» σε απεικόνιση megapixel και λαϊκο-δημοκρατικώς ελεήσατε. Κάντε πέρα.
Οσοι εγκατέλειψαν είναι πολλοί. Εγκατάλειψη υπηκοότητας. Εγκατάλειψη της πυγμής που θερίζει. Πού είναι και η γυναίκα που ράβει στο χέρι ολονυχτίς το νυφικό της, που δεν είναι άλλο από ένα μαντίλι για τα όμορφα και τα δύσκολα της ζωής. Τα θαυμάσια όλα ασυνόδευτα. Οι θερμόαιμοι, όσοι από μας απέμειναν, κερνάμε την ευπρέπεια και φτάνουμε στο πάντα στο τελευταίο ποτήρι.
Αν με ρωτήσεις για λογοτεχνία, θα σου πω όχι. Οχι τώρα και όχι καμιά ώρα. Μπορώ παντού, γιατί δεν συμφωνώ, παρά μόνο με εκείνη τη βρομιά που όπου κι αν πας, σε ανακαλύπτει.
Είμαι στον βρόντο, γι' αυτό και η ποίηση. Τα στουπιά στων νεκρών το στόμα, αδελφέ.

Γιάννης Λειβαδάς: Κάλλιστη αλλοίωση (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=245830

Κάλλιστη αλλοίωση

Πριν από καιρό, επιστρέφοντας εν πλω από το πέρασμα του Γιβραλτάρ, είχα σημειώσει πως «ο μέγιστος ανθρωπισμός είναι να τρέφουμε εκείνο που μας ενώνει: τη διαφορά μας μέσα στο ίδιο πράγμα.
Η διαφυγή ή απλώς η απομάκρυνση γίνεται προς τα μέσα». Ελάχιστες μετακινήσεις, που όμως καλύπτουν τεράστια χάσματα. Το χέρι γράφει την κουβέντα για να την εκθέσει στα φώτα της ανθρώπινης ράμπας.
Είμαι στο υπόγειο και ακούω το κομπρεσέρ από πάνω να χωρίζει τον πεζόδρομο στα δυο. Ακούγεται περισσότερο σαν βόμβος παρά σαν θηριώδης τρυπανισμός.
Συμμαζεύω διάφορα πράγματα προς τακτοποίηση. Συμμαζεύω ξανά, γιατί ξανά φεύγω.
Κυρίως πράγματα για πέταμα. Η παραμορφωμένη μορφή μου πάνω στο τζάμι δεν κινείται σπιθαμή και είναι κάπως μουτρωμένη. Βάζω κάτι γέλια. Εκείνη καπνίζει ασάλευτη.
Μοιάζει να μπαίνει φθινόπωρο, αλλά ίσως ξεγελάει. Πάντως για μεσημέρι έχει δροσιά. Βοηθά και στην τακτοποίηση. Στη βιογραφική μέθη. Στην κάλλιστη αλλοίωση. Απανωτές και ζορισμένες κινήσεις, δίχως μια σταγόνα ιδρώτα. Μετακινώ τις βιβλιοθήκες και από κάτω βρίσκω κουβάρια από γυναικείες τρίχες. Βρίσκω τέσσερα μικρά κέρματα. Ενα κομμάτι από κάποιο ερωτικό σημείωμα που τη συγγραφέα του είχα ξεχάσει. Πατάω ξυπόλητος πάνω στη συγκεντρωμένη σκόνη από το νταμάρι της πάλης τόσων σωμάτων. Αυτή η άλως όμως γύρω από τον εαυτό μου, που πάει να μοιάσει με σαχλή κορνίζα, είναι πλεγμένη από τα υλικά μιας φάρσας που παραλλάσσεται σαν ακαταμάχητη φρασεολογία.
Τα γέλια που μ' έπιασαν. Το κομπρεσέρ τα δίνει όλα, ρημάζει, κατατροπώνει και εργάζεται άψογα. Τα λεφτά του τα αξίζει - αξίζει τον θόρυβό του. Τα σωθικά της αλέας και του πεζόδρομου συμπιέζουν το μικρό μου δωμάτιο λες και θα το χωνέψουν. Ανοίγω το ένα παράθυρο στον ακάλυπτο και βλέπω πως φυσάει και απέναντι στα ανοιχτά τζάμια του κλιμακοστάσιου, με την παλιά μαρμάρινη σκάλα, δυο κοριτσίστικα γλυπτά πόδια να κατεβαίνουν, να κάνουν στάση, το δεξί πόδι στο πάνω σκαλί και το αριστερό στο κάτω, και μετά να πατούν και τα δυο στο ίδιο, και ύστερα τα πόδια σιγά σιγά τελειώνουν και βλέπω τμηματικά να κατέρχεται το σώμα ολόκληρο, μα ποτέ το κεφάλι, λόγω της διάταξης και των αναλογιών μεταξύ των ανοιγμάτων και της κλίσης και της περιστροφής της σκάλας, που αντηχεί των δύο κοριτσίστικων ποδιών την απομάκρυνση. Γυρίζω λίγα εκατοστά το κεφάλι μου και βλέπω την Τενερίφη.
Αφήνω ετούτη την αντιδιαστολή να κάνει τη δουλειά της.
Κάποιος που κάθεται ξανά και γράφει πάνω σ' ένα καράβι πράγματα που ο λόγος για τον οποίο τα γράφει τού είναι άγνωστος, γιατί είναι σίγουρος πως ο ίδιος τα γράφει; - κι αυτός είναι κάποιας βαθιάς αφαίρεσης ο καταποντισμός; ή μια διερώτηση στα ρίγη της αποκάλυψης ενός ερωτήματος; «Τι θα απογίνω αν καταφέρω μια μέρα να γίνω άνθρωπος;». Διακρίνει διττά τα επερχόμενα καταπώς βλέπει μέσα του. Δίχως νύξη για το είδωλό του, που δεν είναι παρά η μυωπία σου.
Επιτακτική, αν θα σε συμβούλευε ποτέ, θα ονόμαζε (ο άλλος σου) την ανάγκη σου για έναν βιωματικό φακό - αυτό που διαθέτεις δεν θα το ονομάσει περιεχόμενο γιατί είναι υπερβολικά περιορισμένο, μια λαϊκο-δημοκρατική διάθλαση επαγγελματιών αστέρων της νύχτας των τεθλιμμένων. Κάτι σαν ανώριμη και ανώφελη ομοζυγία, που κατάγεται από τις αναπηρίες του κλασικισμού.
Αυτός εκεί που γράφει παραδίπλα, βρίσκεται σε άλλη ετοιμότητα. Δεν τον απασχολούν οι διαφορές, οι μετακινήσεις, τα κουβάρια από τις γυναικείες τρίχες, οι μορφές πάνω στα τζάμια και τα κλιμακοστάσια, οι στάσεις της ανθρωπότητας κατά όποια έννοια, τα κυματογραφήματα.
Εχει γείρει για τα καλά πάνω στο θέμα, έχει πλησιάσει το αντικείμενο ριψοκίνδυνα. Εκθέτει τώρα της αλήθειας το νευρικό σύστημα. Γράφεται. Τρύπες εμφανίζονται απ' όπου μπορείς να δεις στην άλλη πλευρά. Δεν τρέχουν, παρ' όλα αυτά, αίματα, τρέχουν άλλα πράγματα. Μέσα από μια πραγματικότητα που η πολεμική των ημερών την ονομάζει λανθάνουσα. Οι μέρες ετούτες λοιπόν ομιλούν τη λανθάνουσα, όχι μόνο στην κατάστασή τους αλλά και στην idiotική τους διεργασία.
Οι αλληλουχίες φαντάζουν συσκοτισμένες. Ας καταγινόσουν και αλλιώτικα, άνθρωπε. Σου λέω πως η ποίηση πέρα από όλα τ' άλλα είναι κι ένας έπαινος στην επικίνδυνη ζωή. Ας γινόταν και διαφορετικά, άνθρωπε. Η φαντασία του πρωτόγονου υπερέχει της φαντασίας του τωρινού. Ευτυχώς οι πεποιθήσεις διαθέτουν βρόγχους. Ζωή από ζωή και λέξεις από λέξεις. Είναι που η ποίηση καθιστά τη ζωή πιο σπουδαία από τον εαυτό της.
Αυτός εκεί κάθεται και γράφει. Εχει τα δικά μου χέρια.

Γιάννης Λειβαδάς: Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=240867

Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει

Εχω πάθος με τα τραπέζια της κουζίνας. Σ' ένα άγνωστο σπίτι, ακόμη σχεδόν άδειο, με το τζάκι παγερό να χάσκει λίγα μέτρα μπροστά μου, βρίσκομαι κάτω από τη λάμπα του ανακριτή που κρέμεται πάνω από το τραπέζι της κουζίνας.
Πίσω μου κάμποσα σπίτια πάνω στο βουνό που δεν γνωρίζω τ' όνομά του, λαμπυρίζουν όπως τα φώτα κάποιου επιταφίου. Το φθινόπωρο έχει διανύσει κάμποσες εβδομάδες, όλες στητές και κορδωμένες· γιατί άραγε - το άφιλτρο Βέγκας καίγεται στο αριστερό μου χέρι βγάζοντας άναρθρες πανηγυρικές κραυγές (ήταν κρατημένο για δύο χρόνια σ' ένα σημειωμένο πακέτο από κάποιο ταξίδι), οι φλέβες των χεριών μου είναι φουσκωμένες.
Από δίπλα αφουγκράζομαι τους ελεεινούς ήχους μιας οικογένειας που νταντεύει το μικρό της. Μπήκαμε στο 2011 και μπουσουλάει. Είμαστε εδώ και δεν βρίσκουμε ανάπαυση. Είμαστε όλοι σπρωγμένοι σε μια ροή που δεν λέει να στομώσει.
Συμβαίνουν πράγματα που ακόμη και σαν ψέματα να σου τα γράψω πάνω στο χαρτί, και πάλι δεν θα τα πιστέψεις. Δεν είσαι για να πιστεύεις.
Ο θεός σου είναι πολύ μικρός, κι όμως το ξέρεις. Είσαι ένα αδέσποτο της μοίρας, μα ούτε αυτό το μπορείς. Κιτρινίζεις.
Σκέφτομαι, παρ' όλη την εξαιρετική και γαλήνιά μου διάθεση, λες και γράφω σε κάποιον. Νιώθω πως συμπληρώνω το πίσω κενό μιας κάρτας που έχει πάνω της τη μορφή ενός σύμπαντος. Μια εφημερίδα μελλοντικών πραγμάτων, της μελλοντικής ζωής που ωριμάζει κάτω από το βεληνεκές του σώματος, στα δευτερόλεπτα των σπασμών και των ψιθύρων αυτής της νύχτας, κάπου εκεί, στο σημείο που ξεκινά ο άνεμος. Εκεί που παύει.
Αναμασάω. Εχω διαβάσει τους καλύτερους, κι έχω πράξει. Τα διαβάσματα έχουν κοπάσει, αλλά οι πράξεις όχι. Δράττομαι όλων των ευκαιριών, αρκεί να είναι από τις άλλες. Η στήλη στην εφημερίδα με κρατά σε μια παλαιική εγρήγορση.
Ομοίως κάποια από τα γράμματα που λαμβάνω και είναι σαν να μην τα λαμβάνει κανείς. Γι' αυτό ίσως και η αναποδιά της κάρτας. Διαβάζω για «κορόνα-γράμματα» ενώ λείπει η κορόνα - και άμα φανεί δεν είμαι σίγουρος ότι θα την αναγνωρίσεις. Ασκήσου καλύτερα στο να καταλαβαίνεις. Εκτός και αν θέλεις το κακό σου. Αυτό που αρέσκεσαι να μοιράζεσαι με τους υπόλοιπους. Επικοινωνία. Σπάζεις όλες τις πόρτες αψηφώντας τα χερούλια. Ξεκολλάς όλα τα ρόπτρα. Σηκώνεις μια βιντεοσκοπημένη θύελλα.
Το τραπέζι θέλει να σηκωθώ από πάνω του. Θα μάθω να γράφω στο πόδι, όπως έμαθα να ζω στο σφυρί. Ισως μάθω να βάζω και στη σαλάτα αβοκάντο.
Εχουμε κολλήσει στον πρόλογο. Τα έχουμε τετρακόσια αλλά μας λείπουν τα εξακόσια υπόλοιπα.
Σε τούτης της υπέροχης τύχης την πατέντα υπάρχει μια βρομιά που σε ανακαλύπτει.
Σε τιμά ο σαματάς που σε επαναφέρει εκεί που θες. Μπερδεύεις το εγώ με το εσύ. Κι όμως, καθόμαστε όλοι γύρω από τούτο το τραπέζι.
Ανοίγω το παράθυρο και το βουνό δείχνει. Ο άνεμος φυσά με κατεύθυνση το κέντρο της γης. Το φεγγάρι φεγγαρίζει. Μέσα από την ομήγυρη των επερχόμενων που με περιστοιχίζουν και μου οδηγούν το χέρι, διακρίνω και το πιο γλυκό, το πιο ανάρμοστο που χαρίζει στην οδύνη. Η ώρα είναι πάντα περασμένη και φαίνεσαι να σκαρφαλώνεις. Φυγή άτακτη με το στόμα απολιθωμένο και διάστικτο από τα σημάδια κάποιας στραβής σκαπάνης. Ευαγγελίζεσαι προκομμένος. Οφειλα λοιπόν κάποια στιγμή να σου πω ότι έχω σκοτώσει. Κι έχω σκοτωθεί. Ετούτες οι αράδες είναι σκέτη αποσύνθεση.
Το νεκροκρέβατό μου δεν θα 'ναι στρωμένο, θα υπάρχουν άλλες προτεραιότητες. Δεν σε ενδιαφέρει αυτό που σου το λέω, παρ' όλα αυτά θα ήθελες να είσαι εκεί. Να σβήσεις τη λάμπα από πάνω.
Ο,τι δεν βρίσκεται σε τούτο το χαρτί, δεν βρίσκεται πουθενά αλλού. Αυτό που δεν υπάρχει εδώ· πουθενά δεν υπάρχει.

Γιάννης Λειβαδάς: Του σκοταδιού τη ζάχαρη (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=236940

Του σκοταδιού τη ζάχαρη

Συγχαίρω τώρα τον Νοέμβριο παρατηρώντας το κλωθογύρισμα όλης της έκτασης, με όλες τις συνοικίες, τους δρόμους και τα σημεία αναφοράς της, που κάποτε αλλιώτικα θα τα περιγράφουν, θα τα καταχωρίζουν και θα αναφέρονται σ' αυτά.
Οι άνθρωποι που θα αναφέρονται. Και οι αναφορές τους, βιαστικά και κατ' ανάγκην επισπευσμένες για να ολοκληρωθούν εντός προθεσμίας.
Δεν θέλεις πολύ για να το πιστέψεις όταν για να μιλήσεις γι' αυτόν, για εκείνη, για τον άλλον, για όλους ίσως, είσαι αναγκασμένος να μιλήσεις γι' αυτά που τους συμβαίνουν, όχι για τους ίδιους. Το μόνο που παραμένει είναι εκείνο το αναψοκοκκίνισμα, θρύψαλα κάποιας συγκίνησης που ξεθυμαίνει πια καλά και δεν υπάρχουν άλλες συγκινήσεις.
Τους διαπερνούν κάτι πράγματα που δεν περιγράφονται, καθώς έρχονται ασταμάτητα στα χέρια με την ενόχληση που προκαλεί το διαπέρασμα - μα μόνο σαν ιδέα. Τρυφερή και επίμονη αοριστία που τρυπανίζει στα μέρη που κάποια μέρα θα τα περνούν για άλλα.
Ολοι οι τόνοι στη διαπασών συνάμα με τα κατεβασμένα μπατζάκια. Ξεσπούν φρενιασμένα σπαράγματα από την κουδουνίστρα που πασάρουν για αλήθεια -μια αλήθεια της ανάγκης για ισότητα και άλλα τέτοια- που κάποτε θα καταχωρίζονται αλλιώτικα.
Μα το κοινό ανάμεσά μας, η κοινότητα, είναι η άγνοια και όχι η ισότητα. Για να γίνεις ίσος χρειάζεται να είχες κάποτε χαλάσει και τώρα πια να φτιάχνεις. Να φτιάχνεσαι. Και ναι, σου λέω πως χρειάζεται να φύγουν κάποιοι. Και να μην έρθουν άλλοι. Κανείς να μην πηγαίνει και να μην έρχεται, για λίγο, ώσπου να ξεκινήσει εκείνη η αναφορά, η καταγραφή στο μέλλον. Μέσω της ενεστώσας που, ανάμεσα σ' άλλα, περιέχει και αυτά που σου αραδιάζω εδώ πέρα.
Εχω να πάρω μακρύ δρόμο και σου μιλάω σταράτα. Ολα πέφτουν και όλα θα πέσουν. Κοίτα να δεις όμως που ξέρεις μονάχα να τρίζεις τα δόντια. Ενώ σου παίρνουν τα μέτρα, σε κατεβάζουν μες στη φθινοπωρινή ψιχάλα, τραντάζεσαι, σπάζουν τα σχοινιά και πέφτεις όπως όπως μέσα στον ολόφρεσκο λάκκο. Οσοι σε συνόδευσαν κυριευμένοι από ζόφο τώρα σκορπίζουν και επιστρέφουν στα πόστα τους - εκεί που τους διαπερνούν ασταμάτητα, σαν ιδέα ή άγνωστο κοίτασμα. Δεν το γλιτώνεις το σκάψιμο.
Κοιτάζεις, εσύ, με συνοφρύωμα λες και σε στραβώνει κάποιος ήλιος, και επιμένεις στη συγχώρεση. Παύει η βροχή και θα αναστηθείς και αργότερα θα αναληφθείς κιόλας. Θα κοιτάζεις και θα παρατηρείς και θα καταγράφεις των ανθρώπων την ισότητα από ψηλά. Με προθεσμία καμιά.
Απέτυχες να αλλάζεις διαρκώς θέμα, τόσο που έγινες το θέμα που αλλάζει συνέχεια. Επιδρά σε σένα μονάχα η αγωνία. Του ράκους τα τεχνάσματα.
Είναι καταμεσήμερο και επικρατεί μια σιωπηλή αντάρα. Κοιταζόμαστε με την πλάτη. Αγγιζόμαστε με τους ατμούς κάποιας άστοχης σκέψης. Να και εκείνοι που δεν κοιτάζονται και δεν αγγίζονται - μα γιατί; Σάμπως είναι κοιταγμένοι και αγγιγμένοι εκεί που πρέπει.
Οι περιοχές συνιστούν έναν εν εξελίξει χάρτη που δεν διπλώνει. Τραβάμε γραμμές και σχεδιάζουμε πορείες για όσο. Οι οκτώ πλευρές του μηδέν όταν τα έχει τινάξει σαν καλοσύνη που βρωμάει από μέσα. Σου λέω τι νιώθω για να πάψω να το πιστεύω. Η συνοχή μετετράπη εντός σου σ' ένα συν κι ένα όχι. Τρώγεσαι με τα ρούχα σου και με κάνεις να επαναλαμβάνομαι. Γδύσου. Ακόμα και από τη σάρκα σου.
Πιστεύεις σ' ένα χαμό πατέρα παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης. Που δεν καλύπτει όμως τα ενδιάμεσα, και κυρίως τα παραμέσα. Σου λέω να νιώθεις μέσα σου κάποιον βουλκανισμό, χιούμορ που λέγεται σύμπαν. Να εξάπτεσαι σαν ύπαρξη. Να αλλάζεις τροπάριο πάντα. Του σκοταδιού τη ζάχαρη. Έσο.

Γιάννης Λειβαδάς: Κυοφορούμε τους νεκρούς για να υπάρξουμε απ' αυτούς (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=235534

Κυοφορούμε τους νεκρούς για να υπάρξουμε απ' αυτούς

Τι μας ενδιαφέρει τι γράφει ο καθένας σ' αυτήν τη στήλη. Μας λείπει αλάτι;
Η αγωνία της συνείδησης αποτελεί τη μέγιστη απόδειξη της μετριότητάς της. Ερχεται η ποίηση να ξεκαθαρίσει. Πιάνοντας κουβέντα μ' ένα κείμενο ετούτης της σειράς από πιο παλιά.
Η μηχανή της ζωής στο φουλ. Ετρωγα και κοιμόμουν όποτε μπορούσα, έγραφα του θανατά και έπινα όσο πιο πολύ μπορούσα, ώστε να μην νιώθω τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν - ξόδευα και το τελευταίο μόριο της ενέργειας που είχα και απόγινα ο άνθρωπος που τώρα άλλαξε πάλι ριζικά τη ζωή του. 180 μοίρες, δίχως να σκεφτώ παραπάνω απ' όσο χρειάστηκε, ένα σιωπηλό λεπτό.
Το εκτόπισμα: η τέχνη δεν είναι κάτι παράδοξο, ένα ευφυολόγημα, ή μια στάση που απλώς σε ικανοποιεί. Δεν υπάρχει κανένας να ικανοποιηθεί.
Είναι μια βαθιά, δυσνόητη, απόκρυφη πραγματικότητα. Μία ανάγκη τραχιά και απόλυτη, όσο και ανικανοποίητη, όπως η πείνα, η δίψα, ο έρωτας, που δεν πρόκειται ποτέ να υπερκαλύψεις. Ενα φαινόμενο πανομοιότυπο και περίπλοκο όπως και η ζωή, που ζεις. Και φυσική επίσης. Δεν χρειάζεται να κοιτάξεις κάτι για να ξύσεις το μάτι σου. Ο άνθρωπος για να μιλήσει χρειάζεται να μην αναπνέει. Δεν γίνεται να αναπνέεις και να μιλάς την ίδια στιγμή. Μ' αυτόν τον τρόπο λειτουργεί και η δημιουργία.
Ριζικά η ζωή: τα πέριξ κατατρέχονται. Κάνω κυρίως διαλείμματα. Ζω διαλείμματα. Κάνω τα υπόλοιπα ενδιάμεσα. Ακόμη και ο σκύλος νομίζει ότι έχει αφέντη. Η κυδωνιά λίγο πιο πέρα συντελείται κάτωθεν ουρανών. Χε χε. Απουσία μοιρών, 180, 214, 359... Φυσάει βορειοδυτικός Jemeel Moondoc, δυτικός ξηρός Kaoru Abe.
Ολα είναι διορθώσεις κατανεμημένες σε σωστά λάθη. Προτίμησε τα λάθη. Ανήκω στα λάθη. Εχω μια ικανοποίηση από εδώ ώς εκεί που με διαβάζεις. Και μέχρι πιο πέρα ακόμη, έχω ικανοποίηση μεγαλύτερη· δεν είναι κανένας εκεί.
Δεν σε υπολογίζω παρά μόνο σαν υπολογίσιμο. Οι σοβαρές πράξεις, με πρώτη απ' όλες την αλήθεια, ανήκουν μόνο σε πρώτο πρόσωπο ενικό. Τα πρώτα πρόσωπα ενέχουν. Δεν έχουν.
Η μηχανή του σιωπηλού λεπτού στο φουλ. Ενέργησα δίχως να σκεφτώ παραπάνω απ' όσο χρειάστηκε. Απόγινα του θανατά ξαναγεννημένος, ώστε να νιώθω αυτά που με εγκαταλείπουν. Θέλω να σας πω ότι είμαι απολύτως ευτυχής. Φοβερός. Αφήνω κενά από κενά αφημένα. Ευκολίες να καταγίνεσαι. Αλλάζω πού και πού τη φωνή μου για να καπνίζω γλυκά τσιγάρα, τα οποία στρίβω ο ίδιος. Μου δίνω και καταλαβαίνω για να έχει κάπου να ακουμπά ο χρόνος. Εγώ.
Σας έχω στο νου μου, όλους. Στο φευγιό. Κυοφορούμε τους νεκρούς για να υπάρξουμε απ' αυτούς. Τώρα με διαβάζεις άσκοπα. Δεν πρόκειται να κερδίσεις τίποτα. Πρόκειται όμως να ταυτιστείς με το πρώτο σου πρόσωπο. Να πάψεις.
Περπατάς μέσα σ' αυτό που διαβάζεις, αυτός που το γράφει όμως, όχι. Αλλού περπατάει. Η σελίδα μαζί με τις λέξεις κουβαλάει και το καβούκι του χρόνου της. Δες το αλλιώς, κι ακόμα αλλιώς.
Χανόμαστε: οι πόρτες που κλείνουν βροντούν· οι άλλες όχι.

Γιάννης Λειβαδάς: Ακόμα και το τίποτα χρειάζεται κάποια αβάντα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=225164

Ακόμα και το τίποτα χρειάζεται κάποια αβάντα

Τριγύρω δέντρα που άλλοτε δεν είχα. Ζω σ' ένα προάστιο πια. Κάπως μακρύτερα από την άκρη της μύτης σου. Η ευχαρίστησή μου είναι σαδιστική βλέποντάς με σαν λυκόφως που καπνίζει.
Τελεσφορώ γιατί εσύ. Ομως εσύ δεν τελεσφορείς γιατί εγώ. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνεις. Να διακριθείς. Το λυκόφως χωριστά από την ικανοποίηση φυσά μες στης καρδιάς το μπαλόνι και την κρατά ζωντανή.
Απλώνω το χέρι μου και κόβω ένα λεμόνι βρεγμένο απ' τη θαλασσινή βροχή. Η μεγαλύτερη γέφυρα της χώρας καμπυλώνει ελαφρά και ενώνει. Σημασία όμως έχει να περνούν κάποιοι απέναντι.
Οπου πηγαίνω συμβαίνει. Αυτό που άλλοτε δεν ήταν. Πλέον πιο σιωπηλός κατά το στόμα απ' όσο ήμουν, συναντώ καινούριους φίλους και δεν συναντώ κανέναν.
Εχει γούστο το πόσο διαρρηγνύονται τα ιμάτια ακόμα και όταν τα παίζεις στα ζάρια. Πόσο τρίζουν τα ζάρια μέσα στη χούφτα που φυσάς.
Απλώνω τα χέρια μου στη βροχή και νίβομαι. Είμαι αδιάφορος. Δεν αγαπιόμαστε όμως με τα λόγια. Συμφωνούμε για διαφορετικούς λόγους, όπως διαφωνούμε για διαφορετικούς λόγους (το λέω ξανά). Η βροχή από το πρόσωπό μου πάνω στην πετσέτα του μπάνιου.
Σύννεφα σέρνονται χαμηλά σαν μασούρια από ακατέργαστο μετάξι με τον ρυθμό της δακτυλογράφησης.
Ακόμα και το τίποτα χρειάζεται κάποια αβάντα.
Δεν έχω να πω, αλλά έχω να γράψω σαν αβανταδόρος σπεσιαλίστας. Στείβω το λεμόνι πάνω στα σωθικά μου και μαζεύουν, ασπρίζουν και σφαδάζουν απ' τον πόνο.
Εκείνη η υποχρέωσή μου στη γέφυρα του Σολφερίνο παραμένει· μα θα την αφήσω να παραμένει άχρηστη και συφοριασμένη.
Κάλυψα τη μέρα για την οποία πριν από χρόνια μιλούσα. Γι' αλλού τώρα. Ακόμα και ο εκδότης μου με λατρεύει. Δεν ξέρει τι τον περιμένει - το βιβλίο θα τον κάνει να πάψει να περιμένει για πάντα.
Μια η βροχή και μια ο αέρας. Το τοπίο με παρατηρεί απεγνωσμένα, μα αναπάντεχα φιλικά. Το τσιγάρο μου σβήνει, μα παραμένει στο στόμα. Πιο πέρα, στην εθνική, το άγαρμπο μπαλέτο της κυκλοφορίας ματώνει τους αστραγάλους του. Μαλώνουν μπροστά μου δυο τόσα δα πουλιά. Η χώρα κάνει πως υπάρχει και άνθρωποι παριστάνουν τη χώρα. Μα η χώρα μου δεν έχει υπάρξει ακόμα.
Βγάζω τον σκασμό. Επεκτείνομαι στο αδέσποτο φως ακόμα και αν δεν είναι αδέσποτο, ακόμα και αν δεν είναι φως, είναι μαρμαρυγή ή ασωτία.
Βάζω τελεία και ύστερα άνω τελεία· κατόπιν δεν βάζω τίποτε άλλο από τις λέξεις που λένε δεν βάζω τίποτε -αυτό το τράβηγμα στον γιακά είναι από το χέρι της ύπαρξης. Να σ' έχουν στο μυαλό τους όλα εκείνα που θα υπάρχουν μετά από σένα. Κάθε σκιά εύελπις. Η ελπίδα είναι όλα τα ακατέργαστα, να ξέρεις.
Αυτή τη στιγμή περνάω στη λευκή σελίδα.
Κοίτα να δεις. Εστίασε καλύτερα απ' όσο η ατυχία, τινάξου πιο δυνατά από τον αυγινό ήλιο των 6 και 17'.

Γιάννης Λειβαδάς: Καρτ ποστάλ από τη Λισαβόνα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=213866

Καρτ ποστάλ από τη Λισαβόνα

Μια παρατεταμένη ανάδραση προερχόμενη από το φαινόμενο της διερώτησης του πόσο μυστήριος άνθρωπος είμαι, το οποίο εξαρτάται από το πόσο άνθρωπος είμαι, το οποίο τόσο ξεκάθαρα διακρίνεται καθώς αφήνω πίσω μου το λιμάνι της Civitavecchia, οκτώ του Αυγούστου, και εισέρχομαι σε μια θάλασσα που είναι προθάλαμος μιας θάλασσας που σε λίγες ώρες θα περαστεί, όπως κάθε αντιδιαστολή και επικύρωση διπλωμένη στα μακριά μου μανίκια που έχω ώς τον αγκώνα γυρίσει, σαν επιλεγμένη και καταχωρισμένη σε δρομολόγια ναυσιπλοΐας πορεία ανάμεσα από δύο νησιά.
Στο Μπελέμ στρώνουν ήδη ένα μοναχικό τραπέζι για μένα.
(Στη διάρκεια όλων αυτών ο πατέρας της θάλασσας λαγοκοιμάται μ' ένα στριφτό τσιγάρο να σιγοκαίγεται στο γερμένο του χέρι, που πάλλεται ανεπαίσθητα από τον σφυγμό του αίματός του.)
Εχει σηκωθεί σκοτάδι και τα αστέρια έχουν κάπως απρόθυμα ξυπνήσει, ενώ το φεγγάρι περιστρέφεται σαν το χρυσό κεφάλι μιας βίδας που δεν λέει να βιδώσει, για το σκότος που κρύβει το υπόλοιπο πονεμένο της ομορφιάς του, που είναι στην πραγματικότητα μια στρογγυλή τρύπα απ' όπου περνά απ' το σαλόνι του θεού, το φως. Κι εμείς λέμε, να το φως, το φως του φεγγαριού. Το πλοίο, για να μιλήσουμε σοβαρά επιτέλους, χαρακώνει και η θάλασσα ματώνει αφρούς που μοιάζουν με σαπουνόνερα. Ο καπετάνιος κουμαντάρει το πλοίο, αλλά ποιος κουμαντάρει τη θάλασσα.
Αρδεύω κατόπιν, με οδηγό την ακίδα, την οποία αδυνατεί το μάτι ορθά να παρατηρεί, την Ισπανία, και καταλήγω νωρίς το πρωί της ενδεκάτης Αυγούστου στη Λισαβόνα.
Καφετιά πλακάκια, γαλάζια πλακάκια, αμέτρητα πανομοιότυπα παράθυρα που δημιουργούν τείχη εσωτερικά και στενωπά μπαλκόνια - τα μικροσκοπικά τραμ, κόκκινα ή κοκκινωπά, ανεβοκατεβαίνουν και ο χώρος ανάμεσα στους Λισαβονέζους που περιφέρονται ή πηγαίνουν στις δουλειές τους είναι, με τον δικό τους μοναδικό τρόπο, πάντα μεγάλος. Λες και δεν γίνεται να συγκρουστούν κατά λάθος ή απρόσμενα σε κάποια γωνία ή όντας σκυμμένοι. Στη Λισαβόνα είδα τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο που περπατούν, όχι ακριβώς σκυφτοί, μα με το βλέμμα τους ίδιο σχεδόν μ' εκείνα τα δραματικά και ανήσυχα βλέμματα των ομοιωμάτων της Παναγίας και του Χριστού και της Παναγίας που κρατά τον μικρό Ιησού στην αγκαλιά, που πωλούνται σωρηδόν, και οι κάτοικοι της Λισαβόνας βάζω στοίχημα πως όλοι τους κάτι έχουν πάθει και δεν μπορούν να κοιτάξουν τον ουρανό, που ετούτη την ώρα με αμέτρητες συννεφένιες διακεκομμένες καμπύλες είναι πλημυρισμένος από την Alfama ώς πέρα ψηλά στα όρια του Bairo Alto, όπου κατευθύνομαι ποδαράτος για κάτι. Για να κατευθυνθώ ποδαράτος κάτω από εκείνα τα διακεκομμένα σύννεφα. Και άλλα, ιδού.
Περιστροφικές και ισόπεδες διανοίξεις και ανισόπεδες επίσης μέσα στους αιώνες και για μένα τον ξένο η Λισαβόνα είναι εξαίσια, παραθαλάσσια και συνάμα παραποτάμια άσπιλη μπουγάδα - σε κάποιο αναπάντεχα όμορφο σοκάκι βλέπω κρεμασμένα να στεγνώνουν στον δροσερό αέρα που φέρνει ο Ατλαντικός ακόμα και τα δικά μου ρούχα. Μέχρι να φτάσω στο τέλος του στενοσόκακου γυρίζω πίσω και ψηλά στην άκρη ενός τόσου δα μπαλκονιού η πορτογαλίδα μητέρα μου βγαίνει και μαζεύει τα ρούχα· στρίβει λίγο το κεφάλι της και μου φωνάζει να καθήσω φρόνιμος - βρίσκομαι πίσω της μέσα στο δωμάτιο, όντας τεσσάρων χρόνων και σχεδόν μπουσουλίζω, προσπαθώ να την τραβήξω από το φουστάνι, βλέπω τη μωρουδίστικη χούφτα μου να σφίγγει και να τσαλακώνει το μπεζ ύφασμα, στην κατσαρόλα γίνεται το κλασικό πορτογαλέζικο πιάτο, μπακαλιάρος με πατάτες. Η μποτίλια με το κόκκινο πόρτο στο κέντρο του τραπεζιού, ο πατέρας λείπει. Αυτή η ζωή μού φέρνει αφόρητη πλήξη, πρέπει να μεγαλώσω και να φύγω αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Στο πάτωμα αφήνω στίγματα του τετράχρονου ιδρώτα μου.
Αφήνω πίσω μου το σοκάκι και μπαίνω σ' ένα άλλο. Αλάνια με παρατηρούν υπολογίζοντας αν μπορούν να μου την πέσουν, μοιάζουν και πράγματι είναι κλεφτρόνια, κάνουν σοβαρούς υπολογισμούς, αλλά σταματώ ακριβώς μπροστά τους για να ανάψω το τσιγάρο μου, και αυτό τους μεταδίδει κάποιο απρόσμενο άγχος, βήχω βαριά, φτύνω λίγο πιο πέρα από πόδια τους και συνεχίζω ατάραχος.
Κάμποσα τετράγωνα πιο πέρα και περνώντας σε άλλη συνοικία βρίσκω το καφενείο που ζητάω και κάθομαι να ανταποκριθώ. Ενα απόσπασμα γεμάτο υπεραισθητή απάθεια. Κάθε μέρα η ζωή με εντάσσει στο νόημα· στο μοναδικό υπαρκτό νόημα, στο δικό της. Βάζω μια τελεία και αποφασίζω να στείλω το σημείωμα στην εφημερίδα. Εχω να κάνω τόσα.

Γιάννης Λειβαδάς: Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=211096

Τα πιο φοβερά χαστούκια είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί

Λίγες κουβέντες προερχόμενες από το τράνταγμα και το έρμα· γραμμένες την αυριανή της άνοιξης (με την εξακολουθητική απέχθεια προς τον δοκιμιακό λόγο), ώστε να εκτεθεί ο υποφαινόμενος καθώς του πρέπει.
Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του κειμένου «Η Ποίηση και η Κατάσταση», οι άμεσες, όσο και οι έμμεσες αναφορές σε αυτό πλήθυναν. Τα σημαντικότερα από τα σημεία τα οποία θίχτηκαν στο κείμενο αυτό, επανεμφανίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν από αρκετούς κειμενογράφους, που στην πλειονότητά τους θεωρούνται ποιητές.
Ανά περίπτωση τα στοιχεία αυτά από κάποιους κακοποιήθηκαν ή από την πένα κάποιων άλλων εμφανίστηκαν ως δικά τους πρωτότυπα. Το γεγονός αυτό έχει τη δική του ομιλία και αναδεικνύει τη σημασία του, τη βαρύτητά του, δίχως τη βοήθεια ή την παρέμβαση κανενός.
Στο μεσοδιάστημα ουκ ολίγες αφορμές υπήρξαν ώστε να γραφτούν παρόμοια κείμενα. Ποιήματα όμως που να τεκμηριώνουν ανάλογα τις απόψεις που καταγράφτηκαν ως δοκιμιακός ή άλλου τύπου, λόγος, δεν προέκυψαν. Και αναρωτιέται κανείς πότε θα προκύψουν. Διότι η συγγραφή ενός κειμένου «δείκτη», ενός δοκιμίου για την ποίηση, γραμμένη από ποιητή, οφείλει προηγουμένως να εδράζει, υποχρεωτικά, σε ένα ποιητικό σώμα το οποίο έχει αποτελέσει τον φυσικό λόγο, το τεκμήριο, μέσω του οποίου εξασφαλίζεται ο δεύτερος (δευτερότερος) λόγος του κειμένου αναφοράς.
Παραμένει λοιπόν το μέγιστο χρέος να γραφτεί η ποίηση της οποίας ο χαρακτήρας και το ύφος εκφράστηκαν διά μέσου των κειμένων - ώστε να αποκτήσουν νόημα και αξία.
Τα πιο φοβερά χαστούκια όμως είναι εκείνα που νομίζεις πως δεν έχεις δεχθεί.
Στην πλειονότητά τους εκείνοι που σήμερα γράφουν έχουν ξεχάσει το απολύτως βασικό: πως η γραφή είναι πάνω απ' όλα τέχνη, όχι κατάθεση. Κρίνοντας κανείς απ' αυτό θα διαπιστώσει πως δεν παράγεται και τόση λογοτεχνία. Παράγεται μία σταθερά μονοσήμαντη κατάθεση προσωπικών δεδομένων· είτε αυτά αφορούν αυστηρά τον γράφοντα ή μια αίσθηση που διαθέτει αποκλειστικά στον στενότατο κύκλο της ιδιωτικής του παθολογίας. Μιλάμε για ένα στημένο σκηνικό, ένα κύκλωμα που αναπαράγει τον εαυτό του, πατρονάρει πρόσωπα και φροντίζει να συντηρεί την ανεπάρκειά του. Αυτό δεν έχει ουδεμία σχέση με την τέχνη του λόγου.
Πανομοιότυπος είναι φυσικά και ο τρόπος προώθησης ή προβολής της ποίησης. Υπάρχουν διάφοροι κύκλοι, έντυπα, εκδηλώσεις, που κινούνται επάνω ακριβώς σε αυτή τη βάση. Ολα αυτά είναι προσποιήσεις, για να μη χρησιμοποιήσω πιο βαριά λέξη.
Κανείς δεν αιφνιδιάστηκε λοιπόν, μήτε και κάποιο δημιουργικό ρίγος διαπέρασε τη σπονδυλική στήλη του ποιητικού σώματος ετούτης της δύστυχης χώρας. Απεναντίας, το ποιητικό σώμα αδιαφορεί παντελώς και παραμένει αμέτοχο.
Η ποίηση αντιπροσωπεύει τη δημιουργική προς το καινό [κενό] τάση, αλλά ταυτοχρόνως αποτελεί η ίδια αυτήν τη διαρκή μετατόπιση, μεταστροφή. Καταστρέφοντας κάθε ενδιάμεση, σε σχέση με τη μέγιστη, εποπτεία· ώστε να καταστήσει τον ποιητή φυσικό της Επόπτη.
Στην ποίηση δεν υφίσταται παθητική στάση απέναντι στο παιχνίδι του απολύτου που προκαλεί την εμφάνιση της διαρκούς και αυτο-τροφοδοτούμενης (αυτοκαταστροφικής) συνθήκης των μύθων, των οραμάτων, των συμβόλων, των νοητών και των ιστορικών αξιών, της απόκρυψης και της αποκάλυψης και των υπόλοιπων στοιχείων, καθιστώντας τα υποχείρια και όχι αξίες της δημιουργίας. Μόνο ενεργητική στάση, δηλαδή παρεμβατική. Προώθηση και όχι διατήρηση.
Εάν δηλαδή η ποίηση είναι κάτι που αενάως μεταστρέφεται, αλλάζει, πώς να εξακολουθεί να φέρει, ανά περίπτωση, το όνομά της, εφόσον παραμένει κατ' έναν ή περισσότερους τρόπους στάσιμη;
Η αξία βρίσκεται στο σπάσιμο του ορθολογικού νάρθηκα, στην οξυμμένη επινόηση και τη διαίσθηση. Επιμένω όμως πως στα ποιήματα που βλέπω τριγύρω, στην καλύτερη των περιπτώσεων, περιγράφονται απλώς οι αφετηρίες από τις οποίες μπορεί να παραχθεί ποίηση - μα δεν παράγεται. Και αυτή η διαπίστωση θεωρώ πως βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με το φαινόμενο της «κατανόησης» της γραφής. Μόνο που η ποίηση δεν γράφεται για να την καταλαβαίνεις. Γράφεται γιατί είναι ποίηση. Γράφεται επειδή το θέλει. Ο αναγνώστης πρέπει μόνο να αποφασίσει αν θα είναι υπέρ της ή όχι, ώστε σαν συνέπεια να ακολουθήσει σε αυτήν η εντρύφηση.
Η κοινωνία καλλιεργεί μονομερώς τη λογική και όχι την ενόραση. Και η ποίηση είναι τάχα «χωρισμένη» στα δύο: σ' αυτήν που γράφεται ως επίγνωση και σ' αυτήν που γράφεται ως ενόραση. Είμαι απ' αυτούς που θεωρούν την ποίηση της επίγνωσης (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ανούσια και βαρετή. Γιατί ακόμη και φιλοσοφικά, αν θέλετε (προσωπικά δεν κόπτομαι), η επίγνωση είναι στην πραγματικότητα τελειωμένη. Αυτό που θα μπορούσε να τη σώσει, η Ανά-γνωση (δηλαδή να διέπεσαι από Θάνατο και Ατη), περνά υποχρεωτικά μέσα από το μονοπάτι της ενόρασης - συνεπώς η επίγνωση οφείλει να δώσει ένα τέλος στον εαυτό της και να μεταμορφωθεί σε αξία υψηλότερη. Να δώσει στον εαυτό της μιαν άλλη δημιουργική δυνατότητα· τη φιλοσοφία του ρέοντος, του φυσικώς παρεμβατικού, ώστε να μην ευδοκιμεί τίποτε κατά συνθήκη.
Εδώ θα υπογραμμίσω τέσσερα περαιτέρω συγκεκριμένα σημεία που οι σημασίες τους αρδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού χώρου:
α) Το σύνηθες είναι ο αναγνώστης (ο απλός αλλά και ο κριτικός) να αντιμετωπίζει το κάθε ποίημα (τόσο της επίγνωσης όσο και της ενόρασης) με τη δική του «λογική επίγνωση». Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν γίνονται πλέον σημαντικές διαπιστώσεις, αλλά μόνο δευτερεύουσες - εκείνες που επαληθεύουν τη λογική στεγανότητα. Σήμερα θεωρώ πως η ποίηση μπορεί να γραφτεί (γιατί οι άλλοι γνωστοί τρόποι έχουν ήδη εξαντληθεί) μόνο μέσω μιας δράσης ενορατικής, και ως εκ τούτου ως τέτοια να εκτιμηθεί. Για κάθε άλλη περίπτωση η αδιαφορία μου είναι δεδομένη.
β) Ο καπιταλισμός έσωσε την ποίηση (τους). Η πληθώρα των ποιητών οφείλει την ύπαρξή της στο γεγονός της εμπορικής εκμετάλλευσης αυτού που ονομάζεται ποιητική συλλογή. Το εμπόριο των εκδοτών, που είναι έτσι κι αλλιώς. Το χρήμα όχι μόνο σώζει, αλλά παραχωρεί κορυφαίες διαχειρίσεις. Καταφέρνει δηλαδή κάποιος να διαβάζει χαρτονομίσματα της γραφής. Καθώς και κρίνεται κανείς από την αξία ή την πληθώρα του χαρτονομίσματος που έχει κυκλοφορήσει.
γ) Λέμε σημαντικό τον δημιουργό του οποίου το έργο στοιχειώνει την καθημερινότητα των ανθρώπων, το μέτρο της ζωής τους. Λέω πως ο δημιουργός δεν γίνεται μόνο μία φορά μεγάλος και πως ο άνθρωπος πρέπει να αλλάξει καθημερινότητα και μέτρο ζωής. Οχι απλώς για να κινηθεί προς το πραγματικό μέλλον, αλλά για να προκύψουν ακόμη πιο σημαντικοί δημιουργοί. Εκείνοι που θα στοιχειώνουν κάθε φορά το επιφαινόμενο, την ακμή τού γίγνεσθαι, και όχι το λιποθυμικό επεισόδιο που κάποιοι ονομάζουν ζωή.
δ) Ο ποιητής είναι υπέρμαχος του πραγματικού ποιήματος· εκείνου που ισορροπεί, ταλαντεύεται, δεν είναι στατικό, δεν εδράζει.
Κατά κόρον η λεγόμενη ποιητική γλώσσα κατέπεσε στην αποφυγή και αποποιήθηκε παντελώς τη σχέση. Πουθενά δεν εντοπίζεται εκείνο το πείραμα, η ρήξη, η απόκλιση από το προφανές κάθε εκλογικευμένης αναπαράστασης. Η ποιητική γραφή δεν συμμετέχει, δεν δημιουργεί τη συνθήκη της γραφής της, παρά καταγράφει μία έμμεση (με παραχωρημένες όλες τις δυναμικές της σε κάποια αοριστία) σχέση με τις παρυφές του ποιητικού.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων αναλαμβάνει μόνον εκείνες τις πολύ βασικές σηματοδοτήσεις, απ' όπου μπορεί, ίσως, να ξεκινήσει η ποίηση, η οποία θεωρώ όμως πως δεν ξεκινάει. Βρίσκεται δηλαδή μονίμως σε ένα έκπαγλο σημείο συστολής, από το οποίο δεν εκπονείται απολύτως τίποτε. Παρά μόνον ο ιδιωτικός (ο οποίος και ως τέτοιος «επικοινωνείται») λόγος, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια οιδαλέα σύνταξη και γραμματική που δεν αποτελεί ιδίωμα, αλλά, κυρίως, δεν αποτελεί σπανιότητα.
Βλέπω την ποίηση τριγύρω μου να έχει καταντήσει δοκίμιο, να είναι υπερβολικά καλογραμμένη, υπερβολικά διαθέσιμη, αφόρητα διακριτική.
Οσο για μένα τον ίδιο, φρόντισα να αντικαταστήσω τη μία με την άλλη.
Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι σημαίνει.
Αυτά λέω στρίβοντας ευθεία, στην πραγματικότητα λέγοντας τίποτα· προχωρώντας με μια συνείδηση σε μόνιμη αλητεία, λες και έχει νόημα: Έλα. *

Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου