«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνεντεύξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιάννης Λειβαδάς: Η επανιεράρχιση της ποίησης και η κριτική της ποιητικής τέχνης. Μία συνέντευξη στο Artic.gr

http://artic.gr/giannis-leibadas-i-kritiki-tis-poihtikis-texnis/



Κύριε Λειβαδά, τι σας έστρεψε στην ποίηση και τι ρόλο παίζει έως τώρα στην ζωή σας;

Αυτή η ερώτηση είναι μια προ πολλού ειπωμένη απάντηση. Δεν με αφορά γιατί δεν στράφηκα ποτέ στην ποίηση. Κι όσο για τη ζωή μου, αυτή είναι που παίζει ρόλο στην ποίηση. Ένα και το αυτό. Δεν γνωρίζω πού πηγαίνω, παρόλα αυτά πηγαίνω.

 
Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα διαθέτει μεγάλο αριθμό εκδοτικών οίκων και σχεδόν καθημερινά εκδίδεται μια πληθώρα βιβλίων. Οι ποιητές στέλνουν συχνά τις ποιητικές τους συλλογές για κριτική. Εσείς πιστεύετε πως κριτική πρέπει να ασκείται και να δημοσιεύεται, μόνο στις "καλές" ποιητικές συλλογές;

Δεν είμαι σίγουρος πως μπορεί να υπάρξει συμφωνία σχετικά με το ποιες είναι «καλές» συλλογές. Ποιος απευθύνει και σε ποιον απευθύνεται, αυτό είναι μέγα ζήτημα. Ώρες-ώρες, μοιάζει λες και έχουμε ξεχάσει τι είναι λογοτεχνία, τι είναι αυτό που την διαφοροποιεί από κάθε άλλο είδος απόθεσης μελάνης πάνω στο χαρτί, ή, στο εξής, απόθεσης ψηφιακών στοιχείων πάνω σε μια οθόνη.
Ουκ ολίγοι φωνασκούν πως επικρατεί κριτική σιωπή, κριτική ερείπωση. Αυτό σημαίνει πως οι παρούσες κριτικές δεν ανταποκρίνονται στα φαινόμενα, ενώ την ίδια στιγμή υφίσταται κάποια αξιόλογη κριτική, ποσοτικά περιορισμένη, όχι υποχρεωτικά γνώριμης μορφής, την οποία οι φωνασκούντες αδυνατούν ή αρνούνται να επεξεργαστούν. Πάντως, η κριτική που ασκεί το ίδιο το ποιητικό έργο είναι απείρως πιο εύστοχη από την κριτική που ασκεί κάθε σημείωμα και κάθε δοκίμιο.
Ασυζητητί μία αρνητική ή θετική κριτική δεν είναι το ζητούμενο. Ή καλύτερα, δεν είναι κάτι που αφορά έναν ποιητή ώστε να ασχολείται με αυτό. Κριτικές οφείλουν να γράφονται. Αρκεί να υπάρχει τρόπος να αναγνωρίζονται τα ποιητικά έργα ως τέτοια. Αρκεί να υπάρχουν εκείνοι που είναι σε θέση να ασκήσουν κριτική στα ποιητικά κείμενα. Το ότι ο λεγόμενος ακαδημαϊκός χώρος (ο καθιερωμένος, που διασπείρεται στον λογοτεχνικό Τύπο και τις εφημερίδες) αδυνατεί να αναπτύξει ένα ουσιώδες κριτικό σώμα, δεν σημαίνει πως θα αναλάβουν την κριτική οι bloggers. Και οι δύο ομάδες διέπονται από τις ίδιες δυσμένειες, από τις ίδιες στενότητες. Το μόνο που αλλάζει είναι πως πείθονται ακόμη περισσότεροι αδιαφώτιστοι, και επαληθεύονται ακόμη λιγότεροι διαφωτισμένοι.


Μιλήστε μας για την στοχευόμενη κριτική, τους αλληλοϋποστηριζόμενους εκδοτικούς οίκους, τους κριτικούς και τα «συγκοινωνούντα δοχεία» του χώρου.

 Είναι αναπόφευκτο να υπάρχει μία αλληλοϋποστήριξη μεταξύ εκείνων που έχουν κοινούς στόχους και κοινές αντιλήψεις. Αυτό όμως έχει ως συνέπεια το κομμάτι της λογοτεχνικής παραγωγής, που έμμεσα ή άμεσα προωθείται, να μην αντιπροσωπεύει τα όσα εκτυλίσσονται στον χώρο της γραφής. Αυτό έχει πρωτίστως σχέση με την δυνατότητα επιβολής ορισμένων εκδοτών οι οποίοι αποσκοπούν στη διαμόρφωση της αγοράς και όχι τόσο στην προώθηση της ποιητικής τέχνης. Κανείς όμως δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο ή κάτι παραπάνω απ’ αυτό που τελικώς κάνει. Υπάρχει ένας διάχυτος ιλουζιονισμός, τόσο από την πλευρά των εκδόσεων όσο και από την πλευρά των εκδιδομένων.
Πιστεύω ότι οι νεότεροι και μικρότεροι εκδότες οφείλουν να μπουν πολύ πιο δυναμικά στο τοπίο και να αποτολμήσουν μια κάποια αναδιαμόρφωση, αποφεύγοντας τα δευτερώματα. Οι αναγνώστες χρειάζεται να πέφτουν σε αλλεπάλληλες ποιητικές ενέδρες ώστε να αφυπνίζονται.


Δείχνετε μεγαλύτερη προτίμηση στην νέα ελληνική ή στην αντίστοιχη ξένη ποίηση;

 Μία είναι και ασύμφορη. Εάν και όταν είναι, γιατί συνήθως δεν είναι. Τόσο στην Ελλάδα όσο και οπουδήποτε, υφίσταται μία νοσηρή εξύμνηση της «φωνής», η οποία είναι βαθιά υποταγμένη στον εαυτό της, και υπόσχεται διάρκεια στις τέρψεις του δογματισμού της. Αποβαίνει μοιραία σε ευφημισμό.
Η φωνή δεν είναι ποίηση καθώς και η ποίηση δεν είναι μήτε δικαίωμα, μήτε απαίτηση κατά την έννοια κάποιου δικαίου. Η ποίηση είναι ιδανική χάωση. Εξανεμισμός. Η ποίηση δεν είναι επικαλούμενη, είναι κενό.
Υπάρχει, θαρρώ, μία θεμελιακή σύγχυση ανάμεσα στην τήρηση των λόγων, και την τήρηση της ποίησης, ειδικά όταν οι λόγοι είναι παρηγορητικοί και συντείνουν στην γενικευμένη κλιμάκωση συγκεκριμένων αποσοβήσεων. Οι ποιητές που όντως δημιουργούν, δεν βρίσκουν παρά ελάχιστους συγχρονισμένους αναγνώστες, το αντίθετο συμβαίνει με τους ποιητές που τελούν υπό συγχρονισμένη, κοινωνική και αισθητική, κατάρρευση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η κατάρρευση υποδύεται τη συμμετοχική, ή όχι, απελευθέρωση· επέρχεται μία εφήμερη αποσυμφόρηση η πληρότητα της οποίας, προσδοκά, και συνήθως το καταφέρνει, να δημιουργήσει ένα ακόμη κατεστημένο στους πρόποδες του κατεστημένου το οποίο φαντασιωτικά αντιμάχεται. Είναι τόσο συχνό πλέον το φαινόμενο, κάποιος που γράφει ποιήματα να πιστεύει πως ξεσηκώνει, πως προκαλεί τους αναγνώστες. Εάν όμως παρατηρήσει κανείς πιο προσεκτικά, θα αντιληφθεί πως πρόκειται για μία ομοιοπαθή συμμαχία ανθρώπων, οι οποίοι έχουν ήδη καταλήξει μέσα στο είμαι, έχουν αποτελειώσει το ζενίθ της κορύφωσής τους σε μία νικηφόρο ή δήθεν επαναστατική προέλαση λόγων και πράξεων. Αυτό συνήθως αποκτά ιδεολογική διάσταση ή, έστω, αποκτάται, μέσω κάποιας ιδεολογικής διάστασης. Μιλάμε δηλαδή για κάτι το οποίο έχει πνεύσει τα λοίσθια πριν καν επικεντρωθούμε στις πιθανότητες ή τις προοπτικές του. Κατά βάθος, όλα αυτά είναι ακκισμοί ανθρώπων που, δυστυχώς όσο αφορά τις νεότερες γενιές, είναι επαγγελματίες δημοσιοσχεσίτες, όμως αντεστραμμένοι· έχουν οικειοποιηθεί τόσο πεισματικά το προφίλ το ανένδοτου περιθωριακού ή σώφρονος αποτραβηγμένου λογοτέχνη, ώστε να δικαιώνουν τον κόπο και το άγχος με τα οποία το συντηρούν, γιατί αυτό τελικώς είναι εκείνο που, ενδόμυχα, υπερβαίνει, δηλαδή μαρτυρά η όποια γραφή, τα βιβλία, η θέληση των αναγνωστών, η αναγνώριση: η άσκηση μιας υπαρξιακής πολιτικής. Όντας κανείς λιγότερο εμπνευσμένος από τους προπαγανδιστές, όσο πιο πολύ απορροφάται από τον ρόλο εκείνου που τους καταγγέλλει, τόσο πιο πολύ αποτελεί θύμα τους.
Ανά την υφήλιο ο ποιητής πράττει το αντίθετο, η καλύτερα, το αδιάφορο, προς αυτό που θεσπίζεται συγκυριακά. Το ειδοποιό γνώρισμα είναι πως ο ποιητής, το ποιητικό έργο, απολησμονούνται εντός του γίγνεσθαι, ποτέ εντός του είναι. Καθώς και με τον ίδιο τρόπο, κατά εξαιρούντα κανόνα, ετεροχρονισμένα, αποκαλύπτονται.
Όλα τα παραπάνω έχουν να κάνουν με το αποδιδράσκον περιεχομένο. Βλέπεις, μόλις συνέβη κάτι ποιητικό στην προηγούμενη φράση. Η γλώσσα εισέπνευσε. Αυτό δεν έχει να κάνει με την λεγόμενη καθαρεύουσα, αλλά με την ώση που εφαρμόστηκε. Μόνο η βούληση καθιστά όλες τις γλωσσικές πτυχές ποιητικές. Ένα αηδόνι με ρευματισμούς παραμένει αηδόνι. Οι άδειοι δρόμοι είναι πάντα γεμάτοι.
Η ποίηση καθίσταται όλο και πιο ασύμβατη για την ανθρωπότητα.  Λίγες χούφτες, εντελώς ανόμοιων μεταξύ τους, ποιητών· αυτοί κάνουν όλη τη δουλειά. Οι υπόλοιποι συντηρούν τον αποτροπιασμό που χρησιμεύει ως παρότρυνση αποτίναξης, ώστε άθελά τους να οδηγούν, μακροπρόθεσμα, τους αναγνώστες στα έργα των πρώτων. Απ’ αυτούς επιτελείται, πράγματι, πολύ πιο σημαντικό έργο απ’ όσο μοιάζει να είναι εκ πρώτης όψεως.
Εκτροπή προς τη μόνη κατεύθυνση. Έχω αναφερθεί εκτενώς για όλα αυτά, και για άλλα, σε μία σειρά από δημοσιευμένα και αδημοσίευτα δοκίμια.


Ποίηση, η φωνή της απελπισίας και του θυμού ή της συνειδητότητας και της καταγραφής; Πρέπει να γράφουμε εν βρασμό ή σε στιγμές ηρεμίας; Εσείς γράφετε μεθοδικά ή αυθόρμητα;

Όπως προανέφερα η φωνή δεν έχει σχέση με την ποίηση. Η ποίηση μπορεί να καταχραστεί μια φωνή μα η φωνή δεν μπορεί να υπάρξει ως ποίηση. Μα και για την ποίηση, τι μπορεί να πει σήμερα κανείς. Οι μέρες ετούτες κατακλύζονται από τόση μωρότητα που κάθε λογής δημοσιεύματα, συνθήματα, γνωμικά και αποφθέγματα, καθίστανται εύστοχα.
Δεν υπάρχουν συνταγές ή οδηγίες. Κάθε ποιητής και τρόπος. Τρόποι λίγοι, αφού αυτό το πράγμα αδυνατεί να καταλάβει τον εαυτό του, το τέλος του. Η ποιητική τέχνη αναζωπυρώνεται, ανανεώνεται, από εκείνους που φέρουν τις πιο βαθιές διαφορές μεταξύ τους. Όχι απ’ όσους βοηθούν στην διεξαγωγή της εθιμοτυπικής τελετής των εκπλήξεων. Η ποίηση, λοιπόν, εξακολουθεί από τη ζωντάνια των διαφορών, δίχως αυτές οι διαφορές να περιθάλπουν ασφαλείς ερμηνείες.
Γι’ αυτό και η ποίηση δεν εξαντλείται, γιατί παίρνει, είναι άρπαγας. Όταν κάποιος λέει ότι η ποίηση μόνο δίνει, προσφέρει απλόχερα, χαρίζει, δεν βρίσκεται παρά στο έλεος μιας ανολοκλήρωτης ψευδαίσθησης, τόσο γλυκιάς που είναι ικανή να ταυτιστεί με τη θυσία του Αβραάμ. Δεν είναι διόλου ανεξήγητο το γιατί όλοι όσοι γράφουν ποιήματα, εκτός από τους ποιητές, φτάνουν σε ελάχιστη ευφορία δια μέσω πλείστης αγωνίας.


Ποιοι είναι οι εχθροί της ποίησης; Μήπως ο καθωσπρεπισμός; Μιλήστε μας για την «ηθική της».

Η ποίηση δεν έχει εχθρούς γιατί δεν έχει ούτε συμμάχους. Μετά βίας υφίστανται ποιητές και αναγνώστες. Η μόνη ηθική της ποίησης είναι η εξαπάτηση. Αλλά μόνον εφόσον έχει αποκηρύξει όλα της τα ένστικτα.

   
Η ποίηση είναι τελικά ανάγκη; Πονά ή ανακουφίζει; Μεταπλάθει, ελευθερώνει;

 Αν είναι ανάγκη δεν είναι λιγότερο αποτελεσματική από την τρέλα.  Αν είναι πόνος δεν είναι λιγότερο βασανιστικός από το χιούμορ που  κατακλύζει το σύμπαν. Αν ανακουφίζει δεν διαρκεί παραπάνω από τον ξεπεσμό μιας σκέψης. Αν μεταπλάθει ή ελευθερώνει, αυτό εξαρτάται από τον μάστορα που σου αναλογεί. Βλέπεις τι υπάρχει μακριά από τη νοσηρή αντικειμενικότητα. Παρόλα αυτά οι προτιμήσεις τείνουν στην παραλυσία γιατί μόνο αυτή απέμεινε να τροφοδοτεί την καρδιά, να συγχωρεί το πνεύμα.
Στίφη ονειροπόλων που δεν είναι πιο τολμηροί απ’ όσο ένα ποντίκι που στο τέλος σπεύδει στη φάκα με το τυρί, χαλκεύουν την πραγματικότητα, ώστε να προκαλούν τα φαινομενικά θεάματα στα οποία καθένας απ’ αυτούς τοποθετείται ως ήρωας, πρώτο βιολί της ορχήστρας. Πολυλογούν για τις πίκρες του δράματος του πρώτου βιολιού. Όσο πιο υδαρό το δράμα, τόσο πιο μεγάλη η απήχηση.
Καταλαβαίνεις, πόσο μοιραίες είναι όλες αυτές οι ερωτήσεις.
 
Παρίσι 19/10/2014

Γιάννης Λειβαδάς: Μία συνέντευξη στο Πανδοχείο του Λάμπρου Σκουζάκη

http://pandoxeio.com/2014/02/12/aithrio144leivadas/

Δεκαεπτά ερωτήσεις/απαντήσεις, περί γραφής, μετάφρασης, ανάγνωσης.
Φιλοξενία Λάμπρου Σκουζάκη.






Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των βιβλίων σας;
Είμαι σίγουρος ότι για να εισέλθει κανείς στα βιβλία που έγραψα ή θα γράψω, θα πρέπει να το κάνει ασυνόδευτος. Η έμπαση δεν αποτελεί υποχρεωτικά και δίοδο ή άνοιγμα προς κάτι. Τρώει κανείς τα μούτρα του, ή καταλήγει σε λαβύρινθο, υπάρχει βεβαίως και η πιθανότητα να υπάρξουν άλλα φαινόμενα. Έχω σημειώσει από χρόνια πως «Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής μπορεί να με διαβάσει, αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής όχι». Φαντάζεσαι λοιπόν πως συμβαίνουν και πιο σημαντικά πράγματα από τα συνήθη δράματα.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση-εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);
Τα βιβλία, οι συλλογές δηλαδή των ποιημάτων, πέφτουν ως αβαρία από τα αμπάρια μου. Στο παρελθόν κάποιες συλλογές εκδόθηκαν μόνο και μόνο για να αντιπαραβάλλω ορισμένες υποψίες με τις εκκαθαρίσεις που αναζητούσα. Τα περισσότερα από τα ποιήματα που δημοσίευα ήταν φάκες ή χρονικά παροράματα, τα ποιήματα που προτιμούσα δεν θα δημοσίευα και τόσο. Ο τρόπος δεν αφορούσε το περιεχόμενο αλλά το αντίθετο.
Τα τελευταία χρόνια, από τη συλλογή «Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ», και ύστερα, λειτουργώ διαφορετικά. Πλέον η δημοσιοποίηση των ποιημάτων αποτελεί μονάχα διαφήμιση, (υπό την έννοια της κοινής ρεκλάμας) των σχέσεων που διατηρώ με το σύμπαν, την κοινωνία, τον εαυτό μου. Το περιεχόμενο έχει πια μετουσιωθεί σε τρόπο. Ξέρεις τι μπορεί να κρύβει μια διαφήμιση και τι μπορεί να πάθει κανείς από μία διαφήμιση. Επέλεξες να πάρεις συνέντευξη από έναν σκληρό άνθρωπο που ζει αποκλειστικά την ετερότητα, που εκφράζει την ετερότητα. Ομηρικός γέλως. Το 2012 ολοκλήρωσα ένα τόμο με δοκίμια και σημειώματα, τον οποίο μου ζήτησαν να εκδώσουν τρεις διαφορετικοί εκδότες, μόλις διέτρεξαν όλο του το υλικό το μετάνιωσαν για να μην έρθουν σε ρήξη με πρόσωπα και πράγματα, εκεί μέσα γράφω σε κάποιο σημείο: «Η μόνη επανάσταση λαμβάνει χώρα μέσα στην ελευθερία μας και η μοναδική μας ελευθερία είναι η μοναξιά μας».

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;
Όντας νεότερος έγραφα παντού, όπου και αν βρισκόμουν, σήμερα, προτιμώ να γράφω κλεισμένος στο σπίτι. Πλησιάζοντας τα 45 συλλαμβάνω καθημερινά τον εαυτό μου να συναρπάζεται και να χάνει εύκολα τη συγκέντρωσή του.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;
Ήρωες; Εντός βιβλίων δεν υπάρχουν. Μόνο εκτός βιβλίων υπάρχουν ήρωες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;
Η ιδέα είναι πανάρχαια. Παρόλα αυτά δεν κατάφερα να βρω λόγο να την αντικαταστήσω. Απλά κάθομαι και γράφω, όλα γίνονται από μόνα τους, δηλαδή, γίνομαι από μόνος μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Σχεδόν πάντα όντας χαρούμενος. Ορισμένες φορές ακούω μουσική, δηλαδή τζαζ, μα τις περισσότερες μέρες του χρόνου μου αρέσει να μην ακούω τίποτα. Κάνοντας όμως άλλες, εξίσου σημαντικές δουλειές, όπως το πλύσιμο των πιάτων, των ρούχων, το μαγείρεμα, καμιά φορά αντί για μουσική υπόκρουση ακούγεται ο ήχος κάποιας παλιάς ταινίας, από το διαδίκτυο, την οποία δεν παρακολουθώ εκείνη τη στιγμή.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);
Σπουδές; Αγαπητέ μου, εγκατέλειψα συνειδητά το λύκειο, λίγες μόλις μέρες πριν τις τελικές εξετάσεις αποφοίτησης, ακριβώς για να υποβάλλω τον εαυτό μου σε σημαντική μοίρα, ώστε να ακυρώσω τον τρόπο λειτουργίας των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, και να είμαι όσο το δυνατόν, επί της ουσίας, ανεξάρτητος. Διδάχθηκα και μελέτησα μόνος, εξελίχθηκα μόνος. Όλο και περισσότερο, καθώς περνούν τα χρόνια, αντιλαμβάνομαι πόσο αναρχιστής και πόσο παράτολμος είμαι. Σε όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή τα έβγαλα πέρα κάνοντας διάφορες δουλειές, με εξαίρεση την τελευταία περίοδο που απασχολούμαι αποκλειστικά με την μετάφραση. Φυσικά αυτό δεν γνωρίζω πόσο θα διαρκέσει.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία– κι αν όχι, για ποιο λόγο;
Δεν είμαι πεζογράφος, αλλά έγραψα και εξέδωσα ένα σπονδυλωτό, παράταιρο, μυθιστόρημα, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από κάνα δυο χρόνια με τίτλο «Το Σύμπλεγμα Του Λαοκόοντα». Προτιμώ την ποίηση, διότι η ποίηση είναι πιο φυσική, συνεπώς πιο επικίνδυνη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;
Αναμφισβήτητα κανενός. Είμαι ο πλέον ακατάλληλος για να αναλάβω κάτι τέτοιο. Πέραν αυτού όμως, σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν θα δυσκολευόμουν αφού οι πραγματικά σημαντικοί λογοτέχνες, των τελευταίων εκατό χρόνων λόγου χάρη, δεν είναι παραπάνω από δεκαπέντε ή είκοσι, εάν μιλάμε για την Ευρώπη. Μέσα σε λίγες μέρες θα είχα οπωσδήποτε καταλήξει σε κάποια επιλογή.

Τι γράφετε τώρα;
Αυτήν την περίοδο δεν γράφω. Εξακολουθώ να μεταφράζω και παράλληλα επιμελούμαι την επόμενη ποιητική συλλογή που θα κυκλοφορήσει  το 2015 από τις εκδόσεις Κέδρος.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;
Σε μία ειδική μάζωξη με ανθρώπους του χώρου το 2005, στην Αθήνα, είχα δηλώσει πως η μετάφραση είναι μία οριακά αντεστραμμένη μορφή της γραφής, κάπως έτσι το εξέφρασα και σε κάποια παλαιότερη συνέντευξη – πιστεύω πως είμαι υποχρεωμένος να πω το ίδιο και σήμερα. Σύνδεση μεταξύ δημιουργού και μεταφραστή δεν υφίσταται υποχρεωτικά. Ορισμένες φορές μόνο. Μάλλον σπάνια, πολύ σπάνια. Κι αυτή η σύνδεση δεν είναι τίποτε άλλο από μία μορφή πνευματικής συνοδοιπορίας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;
Έχω την εντύπωση πως το πιο απαιτητικό κείμενο ήταν τα  «Όράματα του Κόντι» του Τζακ Κέρουακ. Το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Ηριδανός. Πιθανότατα έχουμε να κάνουμε για το κορυφαίο πεζογραφικό έργο της πρώτης περιόδου του αμερικανικού μεταμοντερνισμού, και με ένα από τα σημαντικότερα βιβλία που γράφτηκαν μέσα στον εικοστό αιώνα. Επί ηδονών, είναι παραπάνω από δύσκολο να απαντήσω: τα ποιήματα του Κέρουακ, του κάμινγκς, του Μπέριμαν και πολλών ακόμη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;
Δεν έχω μεταφράσει βιβλίο που να μην θεωρώ πως είναι σημαντικό, άλλωστε δεν δέχομαι προτάσεις αναλήψεων έργων, ανέκαθεν επέλεγα ο ίδιος τα βιβλία που μετέφραζα και προωθούσα στους εκδότες. Κατά κόρον μεταφράζω οτιδήποτε θεωρώ πως δίχως αυτό δεν μπορεί να αποκτήσει κανείς μία κάπως συνολική αίσθηση του λογοτεχνικού χάρτη των νεώτερων χρόνων.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;
Απαντώ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που απάντησα στην ανάλογη ερώτηση για την γραφή της ποίησης.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;
Τέτοια αναμέτρηση δεν θεωρώ πως υπάρχει, μα οι δημιουργοί είναι όλοι αυτοί τους οποίους έχω μεταφράσει και θα μεταφράσω ίσως στο μέλλον.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;
Τα φώτα, όπως ακριβώς το λες, οφείλουν να πέφτουν στον συγγραφέα, τον ποιητή κτλ. Ο μεταφραστής όσο άξιος και να είναι παραμένει μεταφραστής. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να συμπληρώσουμε κάτι επ’ αυτού, παρεκτός και αν μιλήσουμε για τον ξεπεσμό που παρατηρείται στην Ελλάδα, δηλαδή, ανάξιοι ποιητές να θεωρούνται αξιότεροι λόγω των μεταφράσεων που έχουν κάνει, το έργο των μεταφραστών ακμής να αποσιωπείται συστηματικά ενώ το έργο των μετρίων ή ακόμη και των μετριότατων, να δέχεται  επιβράβευση. Δείτε για παράδειγμα τι συνέβη τη χρονιά που κυκλοφόρησε στα ελληνικά το «Ταξίδι Στην Άκρη Της Νύχτας» του Σελίν.

Από την άλλη οι επιμελητές και οι διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;   
Για το έργο των διορθωτών δεν μπορώ να μιλήσω, παρότι έχω και ο ίδιος όχι μικρή εμπειρία. Προβλήματα σε επίπεδο διόρθωσης και επιμέλειας, ως ποιητής δεν αντιμετώπισα ποτέ, ως μεταφραστής κάμποσες φορές, σε βαθμό που ορισμένα βιβλία θα παραμείνουν στιγματισμένα, λόγω της ανικανότητας των διορθωτών ή των επιμελητών, για πάντα.

Περί ανάγνωσης

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;
Κάθε πρωί, πριν ακόμη ξημερώσει διαβάζω ανελλιπώς την πρόγνωση του καιρού στο διαδίκτυο, ενώ πίνω τον καφέ μου. Και αυτό δίχως να με ενδιαφέρει.



Συνέντευξη στο Straw Dogs Magazine





Γιάννη σε βρίσκω πια να ζεις στο Παρίσι και απ’ ότι ξέρω γενικότερα έχεις ταξιδέψει πολύ. Πόσο επηρεάζουν το γράψιμο και την ποίησή σου οι πόλεις που ζεις;

Κάποιες φορές ακόμη και ο καιρός επηρεάζει το γράψιμο, κάποιες άλλες δεν επηρεάζει απολύτως τίποτα. Οι πόλεις όμως είναι γεγονός ότι προσδίδουν κάτι από την αίσθησή τους στην ψυχολογία εκείνου που τις ζει, ειδικά όταν είναι πολύ νέος. Εγώ τώρα κοντεύω τα σαράντα τρία και το μόνο που χρειάζομαι είναι να φύγω από το Παρίσι, όπου ζω “μόνιμα”, και να εγκατασταθώ σε μια άλλη πόλη ύστερα από δυο-τρία χρόνια. Η πιο πιθανή επιλογή είναι η Λισαβόνα, όπου έχω ήδη καταγράψει τα αμέτρητα καλά της σε προηγούμενο ταξίδι. Η γραφή, τουλάχιστον η δική μου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή, τις πολλαπλές εναλλαγές και τις μετακινήσεις. Κοινώς, δεν υπάρχει αλήθεια για μένα εάν δεν υπάρχει δράση.
Η δράση για την οποία κάνω λόγο δεν αποτελεί απλώς υλικό για τη γραφή, είναι το τελευταίο πράγμα που αφήνει πίσω σαν αποχωρίζεται τη μήτρα της δημιουργίας της.


Θυμάμαι σε μια παλιά ταινία όπου ο πρωταγωνιστής κάποια στιγμή λέει: «Κόλαση είναι όταν έπρεπε να φύγεις και δεν το έκανες». Πιστεύεις ότι πρέπει να ισχύει αυτό ανάμεσα στον ποιητή και την ποίησή του. Λειτουργεί δημιουργικά το «φευγιό» πάνω σου;

Σίγουρα, το “φευγιό” όπως το λες λειτουργεί δημιουργικά, δίχως όμως να έχει παγιωθεί σαν κανόνας. Υπάρχει μια ροή στα πράγματα, στη ζωή, και βρίσκομαι, μ’ αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, μέσα στη ροή. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι που προσφέρονται.
Η σχέση αυτής της “απαλλαγής” όπως την περιγράφεις δεν μου είναι γνώριμη. Πιστεύω εξάλλου πως δεν υφίσταται καμία απολύτως διάκριση ανάμεσα στον ποιητή και την ποίηση. Αποτελούν και οι δύο την ταυτόχρονη έκφραση ενός πράγματος.
Έχω βιώσει και μία περίοδο απόλυτης “στασιμότητας” που διήρκεσε κάπου τέσσερα χρόνια, αυτή η περίοδος ήταν εξίσου σημαντική και δημιουργική όπως κάθε άλλη. Η δράση, είναι πρωτίστως πνευματική, μα πιστεύω πως εάν το σώμα, δηλαδή η έκφραση της φθοράς, του θανάτου, δεν συνεργαστεί με το πνεύμα, τότε η ζωή και η δράση, δηλαδή η ίδια η ποίηση,  είναι λειψή. Το σώμα, επίσης, διαθέτει μια ασύλληπτη πνευματικότητα, εάν του δώσει την ευκαιρία να την εκφράσει. Και τούμπαλιν.
Για μένα το όργανο της ποίησης δεν είναι το ποίημα, είναι ο ποιητής. Το ποίημα είναι το κέρδος ή η χασούρα αυτής της συντέλεσης.


Η περίοδος «στασιμότητας» που βίωσες σε «φόβισε» καθόλου δημιουργικά; Είναι ο μεγαλύτερος τρόμος του ποιητή μια λευκή σελίδα; Υπήρξε ποτέ ο δικός σου;

Όχι, διόλου. Ήταν μία περίοδος δράσης κι αυτή, η οποία όμως χρειαζόταν μια ανάπαυση, προφανώς για λόγους ανασύνταξης. Η λευκή σελίδα είναι πάντοτε αυτό που με περιμένει. Δεν νιώθω κανέναν τρόμο και καμία πίεση, σχεδόν ούτε καν αυτήν που κοινώς ονομάζεται «δημιουργική πίεση». Το ποίημα έρχεται πάντα σαν σίφουνας, ακόμη και όταν έχει απαλό χέρι.
Δεν είμαι απ’ αυτούς που προετοιμάζονται να καθίσουν να γράψουν κάτι, που πιέζουν ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για τη γραφή του ποιήματος. Κάθε στιγμή της ζωής είναι η καταλληλότερη για τη γέννηση του ποιήματος. Και έτσι συμβαίνει.
Εν πάση περιπτώσει η ζωή μου είναι πραγματική, ανοιχτή και πρόσφορη. Αυτό πιστεύω για κάθε ποιητή. Η ενέργεια, η ζωτικότητα του ποιητή συνταυτίζεται με τη λευκή σελίδα η οποία προσφέρεται απλόχερα για θρίαμβο ή για απόλυτη συντριβή. Το κενό είναι το απόλυτο πεδίο δράσης.


Πότε καταλαβαίνεις πως ένα ποίημά σου είναι καλό; Σ’ έχει «ξεγελάσει» ποτέ κανένα;

Δεν έχω ιδέα τι είναι ένα καλό ποίημα, ή ένα κακό ποίημα. Παρότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί εμφανίζονται συχνά σε επίπεδο κριτικής. Το καλό και το κακό ποίημα είναι δύο εντελώς σχηματικοί όροι που σε γλιτώνουν από το να χάσεις τον χρόνο σου, σχολιάζοντας παρατεταμένα ή συζητώντας για τα έργα όσων δεν είναι ποιητές, όσων δεν γράφουν ποιήματα. Το ποίημα έχει μονάχα μία μοίρα, όπως και ο άνθρωπος, να ΕΙΝΑΙ. Όταν δεν είναι ποίημα είναι οτιδήποτε άλλο θες.
Προσωπικά όταν απολαμβάνω ένα ποίημα, το θεωρώ αυτομάτως ποίημα. Αυτό έχει να κάνει, φυσικά, με το αίτημα, την αισθητική και την ακρίβεια. Το κατά πόσο ισορροπεί ανάμεσα στις δυνάμεις και τις ιδέες που το διέπουν. Όταν δηλαδή δεν είναι μια απλή περιγραφή της ρουτίνας ενός ανθρώπου ο οποίος νομίζει ή φαντάζεται κάτι. Το ποίημα είναι από μόνο του γεγονός, ένα στιγμιότυπο εποπτείας, δεν είναι μία προσέγγιση ή παρηγορία.
Ο μόνος που ξεγελιέται είμαι εγώ, σαν πιστεύω κάθε φορά ότι τα έχω καταφέρει περίφημα.


Πέρα από την ποίηση και τα πεζά σου, έχεις μεταφράσει ουκ ολίγους από την beat generation και όχι μόνο. Ποιος ήταν ο πιο «δύσκολος» κατά πρώτον, ποιος σ’ επηρέασε πιο πολύ κατά δεύτερον και με ποιον απ’ όλους αυτούς θα πρότεινες να ξεκινήσει το αναγνωστικό του ταξίδι ένα «άγουρο» παιδί σήμερα.

Ο πιο δύσκολος, ολοκληρωμένος και σημαντικός είναι ο Κέρουακ. Όλοι οι υπόλοιποι βρίσκονται στη σκιά του. Δεν έχω σημαντικές επιρροές από τη γενιά των μπιτ, όσον αφορά την αισθητική τους, τον τρόπο γραφής τους, πιο σοβαρά με επηρέασε όταν ήμουν πολύ νέος η ηθική τους, μα κι αυτή δεν άντεξε στον χρόνο. Αρκετοί κάνουν το λάθος να με συνδέουν άμεσα με τον τρόπο γραφής τους και το ταπεραμέντο τους, πρόκειται για απόλυτη σύγχυση, το αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα εάν διαβάσει δικά μου κείμενα και δοκίμια. Εάν θα πρότεινα κάποιον σε ένα άγουρο παιδί θα ήταν πάλι ο Κέρουακ.

  
Πρέπει να σου πω ότι αυτή την σύνδεση με την ποίησή σου σε σχέση με τους μπιτ δεν την κατάλαβα κι εγώ ποτέ μιας και, όπως ορθά λες, όποιος σε διαβάσει το αντιλαμβάνεται αυτόματα. Κάτι άλλο που ήθελα να σε ρωτήσω έχει να κάνει με την παγκόσμια οικονομική κρίση που υπάρχει και κατά πόσο νομίζεις πως όλο αυτό το πράγμα θα ξεβράσει μια άλλου είδους ποίηση. Δεν ξέρω αν σου λέει κάτι όλη αυτή η κατάσταση ή αν πιστεύεις πως ο ποιητής έτσι κι αλλιώς ζούσε και ζει ανέκαθεν μια κρίση;

Η παγκόσμια οικονομική κρίση δεν είναι παρά μια ακόμη αναδίπλωση της ανθρώπινης ιστορίας. Μια τεχνητή κρίση που αποσκοπεί στην ισχυροποίηση του παρόντος συστήματος. Οι λαοί του κόσμου, εφόσον εξακολουθούν να αναζητούν λύση στη δεξιά ή την αριστερά, θα παραμείνουν υπόδουλοι αυτού του συστήματος το οποίο ανατροφοδοτούν περίφημα, τόσο με τη δράση όσο και με την, αναμενόμενη, αντίδρασή τους. Το σύστημα υπερέχει γιατί η ανθρωπότητα δεν διαθέτει γνώση, δεν διανοείται την υπαρξιακή της ενότητα και το μεγαλείο της ανθρώπινης διάστασης.
Ο ποιητής είναι άλλη περίπτωση. Ανέκαθεν βίωνε και βιώνει την ανθρωπότητα υπό το πρίσμα μιας ανάλυσης, μιας γνώσης, τις οποίες οι ανθρώπινες μάζες αδυνατούν να διανοηθούν ή να ενστερνιστούν. Αυτή είναι εξάλλου η πραγματική προσφορά του ποιητή στην κοινωνία.
Η ποίηση που έχει γραφτεί όσο και αυτή που γράφεται σήμερα διαθέτει δυνάμεις. Απλά οι δυνάμεις αυτές παραμένουν αχρησιμοποίητες από τους ανθρώπους. Η ίδια η ποίηση φροντίζει να μεταστρέφεται με τέτοιο τρόπο ώστε πάντοτε να αφορά ουσιωδώς το μέλλον.


Ζούμε την εποχή του διαδικτύου, των e-books, χιλιάδων ιστολογίων, αναρτήσεις επί των αναρτήσεων και η ποίηση βρίσκεται στα πιο ψηλά σκαλοπάτια δημοτικότητας πάνω σε αυτό το μέσο. Είναι εύκολο τελικά να γράφεις ποίηση ή να το θέσω αγγλιστί, «people  dont write anymore, they just type»;

Δεν θα μπορούσα να συμμεριστώ την πρωτιά της ποίησης, όπως το αναφέρεις, πιστεύω πως η ποίηση βρίσκεται διαρκώς, όσον αφορά τη δημοφιλία της, πιο κοντά στην απαξίωσή της παρά στην ευρύτερη αναγνώριση. Εξάλλου η ποίηση δεν απασχολεί την κοινωνική ζωή παρότι η κοινωνία αυτή τη στιγμή βιώνει μια άσχημη, βασανιστική, καμπή. Η εκδοτική δραστηριότητα (γιατί ακόμη και το διαδίκτυο είναι ένας δωρεάν δημόσιος εκδότης) αναπαράγει τόσο όσα κατέχει, ως είδη και περιεχόμενο, αλλά και όλα όσα δεν κατέχει. Ποιητές υπάρχουν λίγοι, ελάχιστοι θα μπορούσα να πω, σε αντίθεση με τις λίστες των δεκάδων εκατοντάδων ονομάτων που ανακυκλώνονται στον τύπο και τα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης. Εάν υπήρχαν τόσοι πολλοί ποιητές η διαφορά που θα είχε υποστεί αυτή η κοινωνία θα ήταν εντυπωσιακή. Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Τα ποιητικά έργα σπανίζουν ολοένα και περισσότερο, σε αντίθεση με τα κείμενα αμιγούς παθολογικής εξωτερίκευσης που δεν εκφράζουν τίποτε άλλο από τον ιδρυματισμό στο χάος.
Το αν είναι εύκολο να γραφτεί ποίηση εξαρτάται από το αν είναι κάποιος ποιητής, δηλαδή ένας άνθρωπος με, τουλάχιστον, το ένα του πόδι να βαδίζει στα μονοπάτια του μέλλοντος και να σηκώνει σκόνη. Το ζήτημα της ποιητικής αναγνώρισης, ή αν θες, της επικύρωσης της ιδιότητας του ποιητή δεν αφορά τους ποιητές αφορά τους υπόλοιπους. Η ποίηση είναι μία μοναδική συνθήκη με το φαινόμενο της ζωής, μπορεί σχεδόν κανείς να μην αναγνωρίζει τον ποιητή στη γειτονιά του, στον δρόμο, ή στη χώρα του, αλλά υπάρχουν πάντα τα αποκαΐδια της υπάρξεώς του τα οποία δεν σηκώνουν αμφισβήτηση από κανέναν. Τα ποιήματά του.


Πες μου λίγο για το δικό σου ποιητικό έργο. Γενικά πως έχει λειτουργήσει ο χρόνος πάνω στα ποιήματα, πως βλέπεις δηλαδή αυτά που έγραψες κι αυτά που γράφεις; Επιστρέφεις ποτέ στα παλιά σου γραπτά για να «παίξεις» μαζί τους;

Ο χρόνος λειτουργεί μέσα στα ποιήματα και τα ποιήματα διαστέλλουν, επηρεάζουν δημιουργικά τον ανθρώπινο χρόνο. Οτιδήποτε γράφτηκε αφέθηκε στη μοίρα του. Με τη γραφή ενός ποιήματος ο ποιητής κοινωνεί τους ανθρώπους στη δική του μεταστροφή, έως την επόμενη η οποία επίσης θα γεννήσει ένα ποίημα. Ο χρόνος είναι σύμμαχος της ποίησης. Γιατί, πρωτίστως, ο ποιητής είναι σύμμαχος με τον χρόνο.
Δεν επιστρέφω στα ποιήματα που κάποτε έγραψα, γιατί δεν ωφελεί. Εξάλλου έρχονται άλλα, καινούργια, και ακόμη πιο αναπάντεχα, ακόμη πιο ελεύθερα.


Σε τι δουλεύεις πάνω αυτόν τον καιρό; Κάποια καινούργια ποιητική συλλογή, μετάφραση, πεζά;

Μεταφράζω ασταμάτητα γιατί με αυτό το επάγγελμα βιοπορίζομαι. Συνεχίζω μία σειρά μεταφράσεων για τις εκδόσεις Ηριδανός, μεταμοντέρνα αμερικανική ποίηση και πεζογραφία, κατά κόρον. Μέσα στο φθινόπωρο* θα κυκλοφορήσει η νέα μου ποιητική συλλογή «La Chope Daguerre και Ποιήματα Κελύφους» από τις εκδόσεις Κέδρος. Παράλληλα ολοκληρώνω μια καινούργια σειρά ποιημάτων τα οποία ξεκίνησα να γράφω εδώ στο Παρίσι. Αυτό που έχει όμως τη μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα είναι πως το μελάνι της ζωής είναι αστείρευτο, περισσότερο και από την όρεξή μου για ζωή, από την αγάπη μου για τον άνθρωπο.


Γιάννη θέλω να σ’ ευχαριστήσω πολύ για αυτήν την κουβέντα που είχαμε κι ας είναι καλοτάξιδο ότι κι αν κάνεις.

Κι εγώ σε ευχαριστώ και ανταποδίδω την ευχή που μου δίνεις.


 *[η συλλογή ποιημάτων "La Chope Daguerre και Ποιήματα Κελύφους" θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2013 από τις εκδόσεις Κέδρος]

Γιάννης Λειβαδάς: «Η μοναδική κουλτούρα είναι η ελευθερία»

Μία συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη για το Book Bar.
http://www.bookbar.gr/yannis-livadas-i-monadiki-coultoura-einai-i-eleftheria/



Ταξίδι με το Magic Bus της γραφής
“Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα”

Μαδρίτη, Λισαβόνα, Παρίσι, Βαρκελώνη, Τογκούρτ, Ταγγέρη, Γένοβα, Νίκαια,  Μαρόκο είναι κάποιοι από τους τόπους που επισκέπτεται και αναπολεί το νέο πεζογράφημα του Γιάννη Λειβαδά. Ωστόσο “Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα”δεν έχει καμία σχέση με ένα βιβλίο ταξιδιωτικών εντυπώσεων του συνήθους και κατ’ επίφαση κοσμοπολιτισμού, των διήμερων τριήμερων ή και πενταήμερων διανυκτερεύσεων με πρωινό ούτε ακολουθεί άλλωστε κάποια από τις πεπατημένες αφηγηματικές διαδρομές στην εξέλιξή του.


Συνέντευξη στην Ελπίδα Πασαμιχάλη 

Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα ξαφνιάζει, σαν ένα αναπάντεχο χαστούκι, τον αμύητο αλλά και τον μυημένο αναγνώστη και τον προκαλεί να πάψει να είναι θεατής και να συμμετάσχει σε μια λογοτεχνία ατίθαση, ασυμβίβαστη, αιρετική, μια λογοτεχνία πυρετική και αυθεντική,  μια λογοτεχνία που πίνει, καπνίζει, ξενυχτάει, περιπλανιέται άσκοπα, μπαινοβγαίνει στα μπαρ,  συνομιλεί με αγνώστους, φιλοσοφεί με αστέγους, κοιμάται σε υπόγεια, ξυπνάει στο δρόμο και μπορεί να βρεθεί να πίνει νερό από την ίδια λιμνούλα με έναν σκύλο αδέσποτο.
Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντα  είναι  ένα ημερολόγιο εξερεύνησης σε άγνωστους τόπους της λογοτεχνίας, όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν είναι όπως πριν και με αυτή την έννοια δικαιώνει τον χαρακτηρισμό του ως ένα «Πύραμα της  γραφής». Την ίδια στιγμή είναι από μόνο του ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι με το Magic Bus της γραφής, Παρίσι, Λονδίνο , Άμστερνταμ ή Βερολίνο, δεν έχει σημασία τελικά, σαν παρατεταμένος αυτοσχεδιασμός στις  μουσικές  κλίμακες των μπλούζ.
Ο Γιάννης Λειβαδάς μιλά στο Book Bar για το νέο του βιβλίο,  τους ποιητές, τις πόλεις, το Παρίσι, την Αθήνα, τη λογοτεχνία, την κρίση, τις εκλογές και για το ταξίδι της ζωής. Αν ο Λαοκόοντας προκάλεσε την οργή της Αθηνάς και πλήρωσε με την ίδια του τη ζωή την προσπάθεια να διαλύσει την πλάνη του πλήθους των Τρώων, ο Γιάννης Λειβαδάς, δείχνει πιο σοφός:  «Αν έχεις μικρά φτερά μην κάνεις μεγάλο ταξίδι, αν πάλι  έχεις φτερά μεγάλα πρόσεξε να μην κάνεις μικρό», γράφει  σε ένα σημείο του βιβλίου. 

Πως γράφτηκε «Το σύμπλεγμα του Λαοκόοντα»; Ποια ανάγκη ή ποια επιθυμία σε ώθησε να ξεφύγεις από την ποιητική φόρμα και να περάσεις λογοτεχνικά σε έναν ποιητικό-πεζό λόγο;

Μακριά από την κοινοτυπία και την συν-ευθύνη. Το βιβλίο άρχισα να το γράφω όταν ήμουν μόλις είκοσι ενός χρόνων. Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι ήθελα να αφήσω τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, συντελώντας ναι μεν καταλυτικά, αλλά παρεμβαίνοντας κατά το ελάχιστο δυνατό. Μέχρι τα τέλη του 2010 είχαν συσσωρευτεί 970 σελίδες α4 από τις οποίες κράτησα τελικά ελάχιστες. Δεν πιστεύω ότι μετατοπίστηκα και τόσο, όλα είναι ποίηση, όταν κάνω λόγο για μυθιστόρημα εννοώ απλά μια ποίηση που απολαμβάνει συνάμα, σε πραγματικό χρόνο, την ονειροπόληση του εαυτού της. Σε αντίθεση με το ποίημα, το οποίο δεν ονειροπολεί αλλά επαγρυπνεί. Όλα οφείλονται στη ζωή, ό,τι υπάρχει, υπάρχει γιατί γίνεται πράξη. Η πράξη είναι η νομοτέλεια της τέχνης της γραφής, η οποία παραμένει ύστατη προσωπική ευθύνη. Ακριβώς επειδή το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας συρρικνώνεται σταδιακά όλο και περισσότερο, τα βιβλία που περιέχουν σπέκουλες, φαντασιώσεις και εικασίες κάνουν μόνο για ευπώλητα. Οτιδήποτε είναι εμπειρικά ανεφάρμοστο, στη ζωή του ποιητή, είναι απολύτως ανούσιο για την τέχνη της γραφής. 


Μαδρίτη, Λισαβόνα, Παρίσι, Βαρκελώνη, Τογκούρτ, Μαρόκο, Ινδία είναι κάποιοι από τους πολλούς τόπους που αναφέρονται στην αφήγηση. Υπάρχει κάποιος ημερολογιακός χαρακτήρας στα κείμενα του βιβλίου;

Στην αρχή το βιβλίο δεν ήταν παρά μια ροή ημερολογιακών σημειώσεων αλλά πολύ σύντομα άρχισε να διαστέλλει τον χρόνο και να αποκτά μια ανεξαρτησία σε σχέση με το χέρι και το σημειωματάριο. Ακόμη και σε σχέση με τη διάνοια του συγγραφέα. Πιστεύω ότι το βιβλίο δεν κατάφερε απλά να γίνει άνθρωπος αλλά ξανάγινε βιβλίο• το βιβλίο ενός δημόσιου θανάτου. Δεν θέλησα να πω τίποτα γράφοντάς το, θέλησα μόνο να κάνω στην άκρη και να αφήσω τα πράγματα να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Μιλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο για το ανήκουστο θαύμα της ζωής η οποία κερδίζει μόνο σαν ηττάται από τον άνθρωπο.

Τα ταξίδια με τη ζωή έχουν συμβάλλει στα ταξίδια του μυαλού και τα ταξίδια της γραφής σου;

Η ζωή είναι το μεγαλύτερο και πιο απίθανο σχήμα, εμπεριέχει τα πάντα. Συνεπώς έχει συμβάλλει τα μέγιστα. Το μυαλό και η γραφή ωθούν συχνά-πυκνά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, η ζωή όμως είναι ο χάρτης και όλα όσα βρίσκονται εκτός χάρτη. Δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να έχει ταξιδέψει περισσότερο με το μυαλό ή τη γραφή, όπως λες, απ’ όσο με την πραγματική ζωή.


Ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο ελεύθερο, ατίθασο, αντισυμβατικό, σε πλήρη αντίθεση με τις σημερινές απαγορεύσεις, πίνει, καπνίζει, αλητεύει και ζει τη ζωή στα όρια. Ένα πρόσωπο που μοιάζει να έρχεται από μιαν άλλη κουλτούρα και μιαν άλλη εποχή. Τι πιθανότητες θα είχε το πρόσωπο αυτό να… επιβιώσει στη σημερινή εποχή;

Αφηγητής δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο εκείνος που κάθισε να γράψει. Και αυτός είναι ένας πραγματικός άνθρωπος, με πραγματικές εμπειρίες, ο υποφαινόμενος. Δεν μπορώ να συνηγορήσω σε όσα αναφέρεις σχετικά με τις εμπειρίες και τα όρια. Η αντίθεση που αναφέρεις βρίσκεται στο πλήθος, στην πληθο-κρατία που στερείται  σχεδόν τα πάντα.
Στο βιβλίο εμπεριέχεται η πραγματική μου εμπειρία μόνο ως όχημα, όχι τόσο ως σημασία. Το ζήτημα της κουλτούρας, αυτό είναι το σημαντικότερο απ’ όλα. Γιατί η μοναδική κουλτούρα είναι η ελευθερία. Τα υπόλοιπα αποτελούν συνονθυλεύματα, επιτυχίες ή αστοχίες της προσωπικής περιπέτειας του καθένα. «Το Σύμπλεγμα Του Λαοκόοντα» αφορά, πράγματι, την ελευθερία. Η εποχή, είναι η προσωπική εποχή του συγγραφέα• αυτό που θα εμφανιστεί όταν πιάσει τόπο, κάποτε, η επίκληση του ανθρώπου στον άνθρωπο.
Το ζήτημα είναι αν η κοινωνία έχει την ικανότητα να επιβιώσει μ’ εμένα και όχι το αντίθετο. 


Υπάρχουν πόλεις που ταιριάζουν στους ποιητές ή μήπως ο ποιητής πρέπει να επινοήσει τη δική του πόλη;

Οι πόλεις γίνονται σημαντικές εφόσον φιλοξενήσουν τους ποιητές. Από μόνες τους δεν αποτελούν, πια, ιδιαίτερη αξία. Ο ένας άνθρωπος, ή περισσότεροι, είναι που κάνουν τη διαφορά. Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα, εφόσον η πληροφόρηση και η εικόνα διατίθενται δωρεάν, υπό της έννοια πως τείνει να αχρηστευθεί παντελώς η εμπειρία. Βλέπει κάποιος το Βαρανάσι στην τηλεόραση και νιώθει πως βρίσκεται πράγματι εκεί. Με τον ίδιο τρόπο κοροϊδεύει τον εαυτό του πιστεύοντας ότι συμμετέχει στα κοινά, έχει αντίληψη της πραγματικότητας και είναι σε θέση να εκφέρει μόνον εύστοχες κρίσεις, σχεδόν για οτιδήποτε. Επίφαση και ανία.


Ένας από τους πρόσφατους «σταθμούς» σου είναι το ταξίδι στο Παρίσι το οποίο και επέλεξες ως τόπο διαμονής. Τι σε έκανε να φύγεις από την Αθήνα; Κάτι που σε πλήγωσε ή κάτι που σε εξόργισε;

Η τύχη είναι πάντα με το μέρος εκείνου που δεν φοβάται το πεπρωμένο του. Η τύχη με έφερε στο Παρίσι και η τύχη θα με οδηγήσει κάπου αλλού αύριο. Η Αθήνα έχει πνεύσει τα λοίσθια προ καιρού, ταυτόχρονα εννοώ το ίδιο και για την Ελλάδα. Η χώρα με πλήγωσε και με εξόργισε εξίσου, από πολύ νωρίς. Αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο ξεκίνησα να ταξιδεύω. Το αυτονόητο ήταν ανέκαθεν μια υπερβολή ή μια πολυτέλεια για τους Έλληνες και την Ελλάδα. 


 Πως είναι η Αθήνα και η σημερινή Ελλάδα από …μακριά;

Δεν διακρίνω τίποτε άλλο από τις κουκίδες των αγαπημένων προσώπων που ταλανίζονται καθημερινά. Τους σκέφτομαι όλους.
Χαίρομαι που απουσιάζω. Αναρωτιέμαι που θα στραφεί εντέλει αυτή η χώρα για να ορθώσει ξανά ανάστημα. Υποπτεύομαι πως δεν θα τα καταφέρει. Είναι γεγονός πως όλη η ανθρωπότητα, όχι μόνο η Ελλάδα, μεταλλάσσεται σταδιακά σε κάτι πρωτόγνωρο, ηθικά και αισθητικά. (Βλέπεις, κάνω εντελώς σχηματικά τη διάκριση ανάμεσα στην ηθική και την αισθητική ενώ είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτή είναι μια τρανή απόδειξη πως οι άνθρωποι δεν μπορούν ακόμα να καταλάβουν ο ένας τον άλλο). 


Ποια είναι η δική σου “ανάγνωση” για τις επιλογές των ψηφοφόρων στη Γαλλία και την Ελλάδα;  Διαπιστώνεις κοινά σημεία;

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως τα εκλογικά αποτελέσματα αντικατοπτρίζουν κάποιες ιδέες. Μάλλον την τραγική απουσία ιδεών, η οποία οδηγεί και σε φαινόμενα όπως αυτό της ανόδου του φασισμού. Όταν η εξουσία, ως σύστημα, αδυνατεί να εξαγοράσει άμεσα τους ψηφοφόρους εμφανίζονται δραματικές αλλαγές στον πολιτικό χάρτη. Η κοινωνία, από την άλλη, αναδεικνύει νικήτρια την παράταξη που εξαγοράζει με τον πιο αρεστό τρόπο. Για να υποδηλωθεί ταυτόχρονα κάποια πραγματική αλλαγή θα πρέπει το καθημερινό ήθος και η πρακτική των πολιτών να εμφανίζει χαρακτηριστικά που σήμερα δεν συναντά κανείς, άμεσες ρήξεις με το σύστημα. Απεναντίας, τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά προσφέρουν η κάθε μια τους μία συστημική εξάρτηση, μια, μεταξύ τους, παραλλαγμένη συμφωνία κυρίων που αφορά, ανά ιστορική περίπτωση, κάποιους βαθμούς εκχώρησης των φυσικών δυνατοτήτων. Αυτό ισχύει παντού, απ’ άκρη σ’ άκρη του κόσμου.


Ποια σκέψη ή ποια εικόνα σού φέρνει στο μυαλό η λέξη «κρίση»;

Σε μεγάλο βαθμό η «κρίση» είναι το σοκ που υπέστη η κοινωνία σαν συνειδητοποίησε ότι θα ζει με λιγότερα χρήματα. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι το πρόβλημα. Σημασία έχει ποιον τρόπο ζωής θα επιλέξει για να ζήσει. Το κρίμα είναι ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης από τον δυνάστη, που δεν είναι άλλος από την πολιτική. Όλη η ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού βρισκόταν ανέκαθεν σε κρίση.


Ποια είναι η χειρότερη απώλεια που έχει επιφέρει η οικονομική ύφεση κατά τη γνώμη σου;

Την εξαφάνιση του ελαχίστου της ανθρωπιάς και της ενότητας που είχε απομείνει. Την προσωρινή, έστω, απουσία μιας κάποιας προοπτικής. Σκέψου την ιστορία του Λαοκόοντα σε συνδυασμό με την απουσία της ιστορίας του Λαοκόοντα.


Πώς σχολιάζεις την άποψη ότι «η κρίση έπιασε τη λογοτεχνία στον ύπνο»;

Η σύγχρονη πραγματικότητα έπιασε στον  ύπνο μόνον αυτό που πωλείται και διαφημίζεται σαν λογοτεχνία. Το προϊόν μιας τυποποιημένης και αλαζονικής ημιμάθειας που σέρνει πίσω της έναν γλυκερό και ημιδιάφανο σκοταδισμό. Η πραγματική λογοτεχνία δεν υπέφερε ποτέ από τίποτα και ουδέποτε πιάστηκε στον ύπνο κάποιας ιστορικής περιόδου.
Αυτήν την άποψη μπορεί να την έχουν όσοι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου της αριστερής ή της δεξιάς ορθότητας.


Μέσα σε μια τεράστια εκδοτική παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο, εκδίδονται σημαντικά βιβλία και ποια είναι η τύχη τους; Πότε είναι κατά τη γνώμη σου σημαντικό ένα βιβλίο;

Εκδίδονται και σημαντικά βιβλία, αλίμονο – αλλά περνούν μάλλον απαρατήρητα, ακόμη και όταν αποκτούν κάποιους αναγνώστες. Ένα βιβλίο μπορεί να αποδειχθεί για κάποιον πολύ σημαντικό, για πάρα πολλούς λόγους. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται την ύπαρξη της τέχνης του λόγου. Ακόμη και το αλφάβητο είναι σημαντικότατο, για κάποιον που δεν γνωρίζει γράμματα. Η σημαντικότητα, η αξία, συνεπάγεται και από τη δυναμική συνεύρεση μιας υπαρκτικής ομοθυμίας, μιας κοινής δράσης για υπερβάσεις που έχει ξεπεράσει τα στενά όρια της συνείδησης. Δεν έχει τόση σημασία λοιπόν αυτό που ονομάζουν κοινώς «σημαντικό» βιβλίο. Σημασία έχει το πόσο διαφορετικό και τόσο πρωτότυπο είναι ένα βιβλίο.


Υπάρχει λογοτεχνία του «μέσου όρου»;

Βεβαίως και υπάρχει, αποτελεί το κυρίως σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Εάν και εφόσον χρησιμοποιούμε εισαγωγικά σε ορισμένες λέξεις. Είναι ο μηχανισμός συντήρησης του εκδοτικού εμπορίου. Η λογοτεχνία δεν ξεπερνά, σε ποσοστό, το ένα τοις εκατό της συνολικής παραγωγής βιβλίου παγκοσμίως.
Η καπηλεία, η ζημιά που προκλήθηκε στη λογοτεχνία έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι ο καθένας γράφει από ένα βιβλίο ή δυο. Είναι σημάδι των καιρών, κάτι ανάλογο συμβαίνει σε όλες τις τέχνες. Οι άνθρωποι αντί να αλλάξουν τρόπο ζωής, τρόπο σκέψης, υποδύονται τους καλλιτέχνες, όντας μάλιστα σίγουροι ότι διαπρέπουν στον τομέα τους. 


Τι είδους βιβλία επιλέγεις εσύ για να διαβάσεις;

Τα τελευταία χρόνια διαβάζω όλο και λιγότερο. Τα βιβλία του γούστου μου σπανίζουν ολοένα και περισσότερο. Με ενδιαφέρει η τόλμη και η πρωτοτυπία. Η μοναδικότητα της φωνής. Με ενδιαφέρει αυτό που δεν έχω συναντήσει. Συχνά επιστρέφω σε ποιητές και συγγραφείς που ήδη γνωρίζω, μόνο και μόνο για την εμπειρία της απόλαυσης λίγων λεπτών, μιας αράδας, ακόμη κι ενός τίτλου.


Αν μπορούσες να επιλέξεις τους αναγνώστες των βιβλίων σου, σε ποιους θα ήθελες να απευθύνονται;

Αν μπορούσα πράγματι να επιλέξω θα επέλεγα να μην είχα κανέναν αναγνώστη, να μην υπήρχε κανείς που θα είχε ανάγκη αυτά που γράφω. Τότε θα μπορούσα να αλλάξω κι εγώ επάγγελμα και να γίνω μαραγκός σε έναν μικρό ταρσανά. Μα ίσως μετά από λίγα χρόνια να το καταφέρω κι αυτό εξακολουθώντας να γράφω.


Είσαι αισιόδοξος ή είσαι ανήσυχος για το μέλλον;

Είμαι μέλλων.



Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου