«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Γιάννης Λειβαδάς: Τζων Μπέρρυμαν, η μάσκα ένδοθεν [στο Literature.gr]

http://www.literature.gr/tzon-berryman-giannis-livadas/





















Σαν επιθυμήσει κανείς να πέσει από ψηλά και να σκοτωθεί, βρίσκει ένα ψηλό σημείο και απομένει μόνο η βούληση της πτώσης. Από τις γέφυρες ανέκαθεν οι άνθρωποι πηδούσαν για να πέσουν και να πνιγούν – μα η νόρμα ετούτη καμιά φορά χαλιέται σαν αποφασίσει κανείς να πέσει από τη γέφυρα της Λεωφόρου Ουάσινγκτον, στη Μινεάπολη, για να συντριβεί στο τσιμεντένιο κράσπεδο της δυτικής όχθης του ποταμού Μισισιπή.
Ο ποιητής Τζων Μπέρυμαν, είχε επίγνωση πως άλλος τρόπος από την πρόωρη και προκλητή φυσική του εξόντωση, δεν θα μπορούσε να υπάρξει∙ για να ολοκληρώσει, στον βαθμό που ένας σημαδιακός και μοναδικός ποιητής μπορεί να ολοκληρώσει, τη σχέση με την εποχή του.
Η απήχηση της ποίησης του Μπέρρυμαν εντός Ελλάδας είναι μάλλον μηδαμινή, και αυτή είναι μάλιστα υποβοηθούμενη, καθώς φαίνεται, από το μάρκετινγκ της εικόνας ενός γενειοφόρου αλκοολικού αυτόχειρα. Η ανάγνωση και η αναγνώριση της ποίησής του, δηλαδή, είναι προδιαγεγραμμένο να λάβουν χώρα σε κάποιο μέλλον, όχι λιγότερο μακάβριο από το παρόν στο οποίο συντίθεται αυτό το κείμενο.
Η ποίηση του Τζων Μπέρρυμαν ήταν από τις λίγες,  τις πολύ λίγες, οι οποίες ευδοκιμούν μόνον κατόπιν εορτής, ως πρότυπο για ανεξάντλητες απομυζήσεις από τους μεταγενέστερους. Όσο βρισκόταν στη ζωή ο Μπέρρυμαν εκπροσώπησε, μαζί με μία χούφτα ακόμα Αμερικανούς ποιητές της ίδιας περιόδου, την ποίηση του αποδεκατισμού των λογοτεχνικών συγκυριών, των σκαρωμάτων, πιστεύοντας σε μία ποίηση, σε μία γραφή, η οποία απομονωνόταν αναληπτικά στη ρουτίνα της αυτότητας, αντικρούοντας, ορισμένες φορές με εντελώς αναπάντεχη σφοδρότητα, εκείνη την ανάπτυξη της συλλογιστικής των επιρροών, όπως αυτή δηλώθηκε από τους ελαφρότερους κλάδους της μεταμοντερνιστικής περιόδου οι οποίοι, αξίζει να σημειωθεί, αναδείχθηκαν, παρότι άωροι και ποιητικώς ανυπόστατοι, σε διαχειριστές του, τότε, νεωτερισμού.
Ο Μπέρρυμαν γνώριζε πως όταν μιλάς για κάτι δεν σημαίνει απαραιτήτως πως το εκφράζεις, συνεπώς η ποίηση δεν είναι ομιλία, έκφραση ή κατάδειξη. Ως εκ τούτου ο μεταμοντερνισμός, με τον Μπέρρυμαν να κατέχει μία θέση ανάμεσα στους κορυφαίους ποιητές του, αψήφησε, αρνήθηκε το θεώρημα της «ποιητικής κατασκευής» – μέσω του οποίου οι ποιητικές ορδές ζητούσαν να ξεμπερδέψουν με τη δημιουργία, η οποία όντας τρομακτική αντικοινωνική και αντιδογματική δυσκολία, καθιστούσε την ποίηση «αλλόκοτη» και «αποξενωτική», μη επιτρέποντας την κατάχρησή της ως «εξευγενισμένο γλωσσικό ισχυρισμό» από τις μάζες – η οποία «ποιητική κατασκευή»,  παραδόξως ή όχι, εκτιμάται ακόμη και σήμερα ως κλειδί του μεταμοντερνιστικού ιδεώδους.
Ήτοι, ο ποιητικός μεταμοντερνισμός, δεν ήταν ένας, μα, τουλάχιστον δυο. Εκείνος τον οποίο ποιητές όπως ο Μπέρρυμαν ανέδειξαν από τις γόνιμες εκχυμώσεις του μοντερνισμού, και ένας ακόμη, ο οποίος κατάφερε, λες και αυτός ήταν ο απώτερος στόχος του, να δημιουργήσει ένα αισθητικό/ιδεολογικό κατεστημένο απαρτιζόμενο, εξ ανάγκης, από τον μέγιστο πιθανό αριθμό μελών και ακολούθων ενός πρωτοποριακού συστημισμού.
Ο Μπέρρυμαν διακρινόταν, συν τοις άλλοις, για το χιούμορ του. Συνεπώς δεν ήταν δυνατό να μην κατείχε πως, ακόμη και όταν εμφανίζονται αλλαγές ή ανανεώσεις, το προχώρημα της αισθητικής δεν είναι σίγουρο, το προχώρημα δεν στέκεται οπωσδήποτε ικανό να επαναδημιουργεί ατελώς το ειδικό βάρος του κινδύνου του, δηλαδή το πνευματικό του ήθος. 


Γιάννης Λειβαδάς: Δοκίμιο τεσσάρων τσιγάρων [στο Book Press]

https://www.bookpress.gr/stiles/eponimos/dokimio-tessaron-tsigaron




















Γιάννης Λειβαδάς: Δοκίμιο τεσσάρων τσιγάρων

Εκτός των όσων παρουσίασα σε δοκίμια προηγούμενων ετών, σχετικά με την ασυμφωνία μεταξύ του δημιουργημένου και του γραμμένου ποιήματος, ας συμπληρώσω πως οι «κρεμασμένες ρέγκες» και «ο άγγελος του ηλιακού ρολογιού», του Λε Σεκ, βρίσκονται μπροστά μας, όχι πίσω μας. Κι αυτό δίχως να στόχευε ο Λε Σεκ στην πρωτοποριακότητα της παρατήρησης και της κριτικής μας.
Κατ’ αντεστραμμένη αντιστοιχία λοιπόν, ένα ποίημα που γράφεται ως καινοτόμο, ως πρωτοποριακό, δεν είναι παραπάνω σημαντικό από  το νυχτερινό κλάμα ενός βρέφους που απαιτεί φροντίδα. Το δημιουργημένο ποίημα, εάν είναι πρωτοποριακό, είναι πράγματι,   διότι δημιουργήθηκε ως ποίημα σε φάση και κατάσταση όχι ανέγκαιρη. Δεν δημιουργήθηκε για να αποδείξει την εγκαιρότητά  του – αυτό θα συνέβαινε εάν ήταν γραμμένο και όχι δημιουργημένο.
Αυτή η αδιάτακτη, ανοργάνωτη οικονομία, μέσα στην οποία οργιάζει η ποιητική τέχνη, είναι η απροσκόλλητη κενοτική εμπειρία της ποίησης∙ η οποία εκφύει λίγες δεκάδες δημιουργών ανά εκατονταετία στη ροή της υφηλίου. Οι υπόλοιπες των περιπτώσεων αποτελούν επιτυχημένα ή αποτυχημένα προσωπικά «απελευθερωτικά κινήματα»  τα οποία εδράζουν στην αυτοκατάφασή τους.
Ας στοχαστεί κανείς: ευφυολογήματα δεν αποτελούν μόνο οι συνθηματικές φράσεις και οι παλικαρισμοί, μα και μεγάλο μέρος των συμβολισμών και των μεταφορικών σχημάτων, τα οποία προκαλούν επαναληπτικά μία κατάσταση εμμονής στη νοηματική όσο και στην εκφραστική αφήγηση. Ξεσπάσματα, των οποίων οι κεραίες σμίγουν με τον ρόλο του κειμένου, καμπυλώνοντας ταχύτατα προς το επίτευγμά του, δίχως να εξακοντίζονται σε άγνωστα, ενδιαφέροντα διαστήματα όπου τα γνώριμα αισθητικά περιβάλλοντα (οι πόθοι των καταργήσεων) δεν έχουν τύχη.        
Η αρμονία με το αίσθημα ολοκλήρωσης ενός κειμένου είναι κάθε φορά, με κάθε ολοκλήρωση, απόρροια μιας απαίτησης ενθουσιασμού στη βάση κάποιας διακύβευσης, η οποία είναι σαφής και αντανακλαστική σε σχέση με τον γράφοντα, διότι η διακύβευση διαπερνά τις ασπαστές, κοινωνικές, φωτεινές πλευρές, και όχι τις άλλες. Στις άλλες, η διακύβευση θα έπαυε, δεν θα είχε νόημα και λόγο ύπαρξης, εφόσον αυτές επινοούνται και εκτυλίσσονται μέσω του  απόλυτου κινδύνου δημιουργίας νέου νοήματος – δεν καταχωρίζουν, ούτε καταγράφουν τον εαυτό τους.     
Πειραματικό λοιπόν, μπορεί να χαρακτηριστεί ένα κείμενο στο οποίο ο δημιουργός του συνθέτει φαινόμενα Λόγου όπου οι δοκιμές και οι απόπειρες συνιστούν την αιτία και τον λόγο ύπαρξης του κειμένου –  όχι το πυροτέχνημα της «πειραματικότητάς» του.
Το ζήτημα των συνδυασμών ή, αναλόγως, του κλύδωνα, των ποιητικών πειραματισμών και των συναισθηματικών/κοινωνικών ισχυρισμών, συναντάται στο φαντασιακό των επικοινωνιακών αναγκών. Τέτοιοι «πειραματισμοί» είναι διακριτές ενδείξεις κάποιας  απόγνωσης η οποία κατοικεί στα παραμελημένα διλήμματα εκείνου που προσέγγισε την ποίηση για να «πειραματιστεί» με την αδιαδραμάτιστη αμφισβήτησή του.   
Η ασημαντολογία, η υφολογική τακτικότητα, η εξιδανίκευση των προεικασμένων, δεν είναι πρόχειρα επενδυμένες∙ φέρουν μόνο προσφυή διακριτικά. Θεωρητικολογία και βάσανα μαρτυρικών ψυχών που παίζουν μπιλιάρδο με τους πλανήτες του ηλιακού συστήματος. Ένας καθημερινός εορτασμός θεμιτής ωραιοποίησης, θεμιτής απελπισίας. Μονοπρόσωπες ή πολυπρόσωπες κυβερνήσεις ποιητικού οίστρου, οι οποίες καταπονούνται βαρύτατα κατά την εμβάθυνση σε υπαρξιακό στοχασμό. Κυβερνούν όλες.
Εάν η καταγραφή του υπαρξιακού στοχασμού πάνω στο χαρτί είναι ποίηση, τότε οι προσθαφαιρέσεις του μπακάλη πάνω σε κάποιο απόκομμα είναι Ομηρικές.
Όταν το κάρπωμα θεωρείται εύρημα, τα όρια της γραφής  συγγενεύουν με την ανταποκρισιμότητα.
Ότι σημείωσα εδώ πέρα, σημειώθηκε καπνίζοντας μόλις τέσσερα τσιγάρα. Η ποιητική λειτουργία υπερβαίνει το ποιητικό ολοκλήρωμα, υπερσκελίζει το ποιητικό κριτήριο, καθώς και την ανάγκη για ποιητική γραφή. Το αρχείο της ποίησης, διευρυνόμενο από επινοήσεις που  εκσυγχρονίζουν το παρελθόν και εμφυσώνται στο μέλλον, εκφορείται δια δαιμόνων.

Παρίσι, 28 Μαΐου 2017





Néanmoins, en 2017 tout le jazz contemporaine



Néanmoins, en 2017 tout le jazz contemporaine, résonne encore Charlie Parker: Κoko, Donna Lee, Confirmation, Anthropology. 

Y. L.

Προσήκει Ανεπιτρέπτως, γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς [Στο Literature.gr/]

http://www.literature.gr/prosiki-anepitreptos-grafi-o-giannis-livadas/


















Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση.
Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον.
Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει.
Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί.
Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός».
Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία  με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα.
Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται.
Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα.
Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.


Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση. Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον. Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει. Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί. Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός». Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα. Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται. Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.

Read more at: http://www.literature.gr/
Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση. Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον. Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει. Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί. Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός». Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα. Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται. Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.

Read more at: http://www.literature.gr/
Η παρακμή, δήλωσε κάποτε ο Μποντλέρ, είναι μία ιδιαιτέρως βολική και αόριστη λέξη, προς τέρψη όσων δεν αντιλαμβάνονται το νόημά της. Το αυτό και με την ποίηση, προσθέτω, η οποία θέτει τα υποκείμενά της σε θέση αντίθετη και δυσανάλογη προς τα υποκείμενα που ικανοποιούνται με την εκτόνωση και τη σημείωση. Η ποίηση ως τέχνη είναι πλήρωση, όχι έλλειψη. Ως εξέλιξη, ως διεργασία, είναι αρκετά κενή ώστε να χωρά το κείμενό της, μη ικανοποιητικά τελειωμένη ώστε να μπορεί να αναιρεί τις τροπές και την οντότητά της. Η αισθητική συγκίνηση απέχει μνημειωδώς από την ποίηση, παρότι η ποίηση την εμπεριέχει μέσα στο συγκλονιστικό της περιβάλλον. Τρεις συναντήσεις, λοιπόν, που διακατέχονται από λαβυρινθώδεις φυσικότητες οι οποίες άπτονται σε αιτίες και αιτιώδη από τα οποία δεν σύγκειται η ποίηση. Ετούτο, εκτός τυχόντων προβληματισμών και χαριτωμένων αποδύσεων, τοποθετεί στην ανθρώπινη λογική και φαντασία ένα διττό αποτέλεσμα: ο κοινωνικός άνθρωπος αποκλίνει απ’ την ποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης μιας ποιητικής του ταυτότητας είναι θεαματικά αποκλίνουσα από τη δική του ψευδαίσθηση δημιουργίας. Ο κοινωνικός άνθρωπος κατασκευάζει, γιατί δεν δύναται να δημιουργήσει. Απόμεινε ο οργανικός άνθρωπος, το μη κοινωνικό είδος, που η προέλευσή του πηγάζει από μία μέλανα χολή η οποία βρίσκεται στο μέλλον. Αυτός δημιουργεί. Το μόνο που δεν έχει σχολιαστεί/εκφραστεί επαρκώς, είναι ο κλινικός ορισμός της ποίησης του κοινωνικού ανθρώπου, ο οποίος και θα αναδείξει, τελικώς, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του κλινικού ορισμού και της ευρύτερης χρήσης του όρου «ποίηση» και «ποιητικός». Και ποιος δεν είναι επιμελής με τους αυτο-προβληματισμούς του, με τις απολαυστικές του αυτο-προβολές, άπαντες. Το είδος της πλειονότητας: οι προκλητές αναμνήσεις του ιδεώδους, η καταπληξία με αιτία και πολλαπλασιασμό, συμπεριλαμβανόμενων των υπομνημάτων, των «συμπληρώσεων υλικού» κάτωθεν της ανήκουστης θέσης του οργανικού ανθρώπου∙ γιατί τίποτε δεν πρέπει να πέσει χάμω, θα παρασύρει το βλέμμα στο ζωντανό πτώμα του κοινωνικού ανθρώπου, εντός του οποίου η συναισθηματική ανάκλαση έχει αντικαταστήσει την πνευματική αμεσότητα. Η περισυλλογή του κοινωνικού ανθρώπου είναι εκ φύσεως διευκολυμένη γιατί τερματίζει στην αφήγηση ενός εμπυούμενου ιστορικού, όπου εντοπίζονται το «καλό» ή το «κακό». Η ποίησή του είναι διευθετημένη από την αντοχή της διακριτικότητάς του. Σ’ αυτή την ποίηση ζωντανεύουν συμβολικά όλα όσα ανακτώνται ή προσιδιάζουν στην ανάγκη του, η οποία είναι και η ανάγκη του άλλου. Στην ετέρα ποίηση, εκείνη του οργανικού ανθρώπου, ακμάζουν οι κίνδυνοι και η απουσία πρώτου προσώπου, τα σύμβολα καταργούνται, συναντάται μονάχα εκείνο που δημιουργείται. Η ποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συντηρεί το δράμα και, κατά κανόνα μάλιστα, το μεγεθύνει – διότι το δράμα δεν είναι ποτέ ένα δράμα ικανοποιητικό, οφείλει να διογκώνεται ώστε να παράσχει συγκατάνευση στο διανοητικό του άλλοθι. Η ποίηση του οργανικού ανθρώπου είναι για πέταμα, τόσο εκλεπτυσμένη, διυλισμένη, που δεν εκπροσωπεί τίποτα και κανέναν, παρά την ασυγκράτητη, την ακατεύναστη κενότητα. Είμαι πεπεισμένος πως η ποίηση μήτε κατανοείται μέσα στο πλαίσιο των υπολοίπων τεχνών, μήτε λειτουργεί μέσα σε αυτό. Ενόσω εσύ μένεις αξύριστος, ή ευαίσθητος, ή μελαγχολικός, ενόσω ωριμάζεις μέσα στην κοινωνία με την οποία συνομιλείς και η οποία διεγείρει την υιοθέτηση της απολύτως ξεκάθαρής σου περίπτωσης∙ ενόσω διασπώνται και ανασυνίστανται οι στοχαστικές προοπτικές της προβληματισμένης σου φιγούρας, κάποιος άλλος πριονίζει το πριονίδι.

Read more at: http://www.literature.gr/

Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου