«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.


ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ English/Français

Ο Γιάννης Λειβαδάς και η τέχνη της γραφής του / "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας / 19-11-2011.

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.interviews&id=326425

Ο Γιάννης Λειβαδάς και η τέχνη της γραφής του

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής. Μελετάει και μεταφράζει τους σπουδαίους Αμερικανούς της γενιάς των μπιτ, αλλά και ποίηση της Άπω Ανατολής, εργάζεται για τη διάδοσή τους μέσα από το blog του, γράφει και δημοσιεύει ακατάπαυστα τη δική του ποιητική εργασία. Η τελευταία του συλλογή έχει τίτλο «Άτη / Σκόρπια ποιήματα 2001-2009» (Κέδρος). Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε μιλάει για τη σχέση με την τέχνη του και τους ποιητές. 


ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Είναι ιδιότητα να είναι κανείς ποιητής; Δηλαδή, είναι κάτι άλλο από το να υπηρετείς το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος; Είναι περισσότερο στάση και άποψη ζωής;
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ: Πρόκειται για μια φυσικότητα. Εάν βέβαια ακριβολογούμε και δεν διατεινόμαστε απλώς σε σχέση με κάτι το οποίο απλώς ποθούμε ή εντάσσουμε αυθαίρετα στον προσωπικό μας κόσμο, με σκοπό να καταφέρουμε να υπάρξουμε κάπως· διότι στην πραγματικότητα μοιάζει να μην υπάρχουμε και τόσο.
Είναι πράγματι μια στάση ζωής, αλλά καθετί μπορεί να είναι στάση ζωής. Συνεπώς μιλάμε για κάτι διαφορετικό. Για παράδειγμα, εδώ, σε αυτήν τη θέση του συνεντευξιαζόμενου θα μπορούσε να βρίσκεται κάποιος άλλος, αυτό δεν θα ήταν διόλου περίεργο. Το να είχε δημιουργήσει όμως τα ποιήματα που δημιούργησα, αυτό θα ήταν κάτι παραπάνω από αδιανόητο. Αυτή η φυσικότητα για την οποία κάνω λόγο αναδεικνύει δίχως να αναδεικνύεται, έχω μιλήσει επανειλημμένα γι' αυτό, μα δεν είναι κακό να το επαναλάβω άλλη μία φορά. Ολο αυτό το φαινόμενο, της τέχνης της γραφής δηλαδή, ισχύει απολύτως τουλάχιστον υπό δύο έννοιες, ποτέ υπό μία.

Χ.Π.: Εχετε μεταφράσει ποιητές, όπως ο Κέρουακ, ο Γκίνσμπεργκ, ο Μπέριμαν και ο Μπουκόβσκι. Ποιητές που σμίλεψαν τα νοήματα με τις λέξεις, άνθρωποι με πάθη που -ενδεχομένως- να βρήκαν «καταφύγιο» στον γραπτό λόγο. Σας ενδιαφέρουν πιο πολύ ως οντότητες που έγραψαν ποίηση ή ως γνήσιοι ποιητές, και σε ποιο βαθμό νιώθετε ότι σας επηρέασαν;
 
Γ.Λ.: Ναι, τα πάθη αποτελούν σημαντικό μέρος τού Είναι. Μα από μόνα τους δεν σημαίνουν υποχρεωτικά κάτι. Τα πάθη ενός σημαντικού ανθρώπου αποκτούν άλλο νόημα και άλλες σηματοδοτήσεις. Τα πάθη ενός ανθρώπου που σέρνει απλώς το υπόλοιπο μιας ζωής δεν έχουν δα και τόση σημασία για κανέναν ούτε καν για τον ίδιο.
Σημαντικοί ήταν και αυτοί που αναφέρετε. Αυτό που ενδιαφέρει πάντοτε είναι η ποίηση· κάποιες φορές οι προσωπικότητες καθίστανται εξίσου ενδιαφέρουσες με τα κείμενα, κάποιες άλλες φορές αυτό δεν συμβαίνει. Δεν έχει πάντως και τόση σημασία αυτό. Ούτως ή άλλως κάθε άλλη ιδιότητα λειτουργεί στη σκιά της ποιητικής. Οι ποιητές, αν δεν είναι γνήσιοι, δεν είναι τίποτα. Βλέπει κανείς τι συμβαίνει στις λίστες των εκδόσεων, στο Διαδίκτυο, στην καθημερινότητα. Οσοι προαναφέρατε, μα και αρκετοί άλλοι, με επηρέασαν σοβαρά σε ένα πράγμα: στο να μη γράφω όπως αυτοί και στην τεράστια προσφορά όλων εκείνων των κορυφαίων λαθών που έκαναν, ώστε να με αναγκάσουν να κάνω άλλα λάθη, ακόμη πιο σημαντικά, πιο επικίνδυνα, ακόμη πιο διεισδυτικά στην τέχνη της γραφής.

Χ.Π.: Μια και αναφέρεστε σε «κορυφαία» και «σημαντικά» λάθη, θα συμφωνούσατε ότι η ποίηση είναι μια άσκηση του λόγου που προσπαθεί να εκφράσει την αγωνία μας ή πρόκειται για μια μορφή τέχνης που συμπυκνώνει μέσα στους στίχους όλη την ανθρώπινη εμπειρία;
 
Γ.Λ.: Η ποίηση είναι πράγματι άσκηση, πείραμα, γιατί κατά κύριο λόγο είναι υπαρξιακή επίδοση. Δεν εκφράζει αποκλειστικά κάποια αγωνία, παρ' ότι η αγωνία ανήκει στην ανθρώπινη εμπειρία, όπως το λέτε. Στην ποίηση εκφράζεται η ανθρώπινη εμπειρία κατά ύψος και κατά βάθος. Επί χρόνου και θανάτου. Αρκεί να μην ξεχνάμε πως αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη εμπειρία είναι ένας τεράστιος πλούτος. Ο πλούτος αυτός καταγράφεται με δημιουργικό τρόπο και αφορά κάθε σπιθαμή της ανθρώπινης συνθήκης. Η ποίηση, τουλάχιστον για μένα, είναι ο πιο βαθύς στοχασμός, εκείνος που κατεργάζεται όλες τις πτυχές και όλες τις δυνατότητες. Κάτι σαν χιούμορ του ανέφικτου.

Χ.Π.: Τι αποτελεί για σας ερέθισμα για να γράψετε ένα ποίημα; Μια εικόνα, κάποιες λέξεις ή κάποια συναισθήματα;
 
Γ.Λ.: Η πνευματική και σωματική διέγερση από οτιδήποτε έχει τη δύναμη να με προκαλέσει. Στην πραγματικότητα όλη η ζωή, σχεδόν σε κάθε της έκφανση. Η ποιητική συνθήκη είναι αστείρευτη και αχαλίνωτη.

Χ.Π.: Υπάρχει μια συνέχεια στην παράδοση της ελληνικής ποίησης που εσείς μάλλον απορρίπτετε όσον αφορά κάποιους «μεγάλους» έλληνες ποιητές. Πού βρίσκετε πιο ώριμη την ελληνική γραμματεία, ποια περίοδο της γλώσσας μας, της λυρικής και αφηγηματικής της παράδοσης σας δίδαξε τον δημιουργικό λόγο;
 
Γ.Λ.: Την καλύτερη και πιο εμπεριστατωμένη απάντηση στο ερώτημά σας αποτελούν τα δύο δοκίμια που πολύ πρόσφατα δημοσίευσα στο τέταρτο τεύχος της λογοτεχνικής επιθεώρησης Κουκούτσι, είναι όμως τόσο εκτεταμένα που δεν καθίσταται δυνατό να βοηθήσουν σ' αυτήν την περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει η όποια απόρριψη ή αποδοχή να εξασφαλίζεται από κάποιες συγκεκριμένες και οπωσδήποτε υλοποιημένες ιδέες. Ειδάλλως δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα. Η ελληνική ποίηση θεωρώ ότι δεν τα κατάφερε πολλές φορές ή τέλος πάντων δεν τα κατάφερε στον βαθμό που το υποστηρίζει μια μερίδα σχολιαστών. Εχω διατρέξει ουσιαστικά όλη την πορεία της ελληνικής ποίησης από την αρχαιότητα έως σήμερα. Για μένα, απόλυτη εξασφάλιση εξακολουθεί να αποτελεί ο Ομηρος.

Χ.Π.: Δεν υπάρχει κανείς που να αποτελεί συνειδητή επιρροή στη δική σας ποίηση; Εχετε αποκηρύξει ποιήματα σας, της νεότερης περιόδου ίσως, έχετε αποπειραθεί να «ξαναγράψετε» παλαιότερά σας ποιήματα;
 
Γ.Λ.: Η επιρροή του Ομήρου ήταν οπωσδήποτε καταλυτική. Ο Ομηρος μού δίδαξε την εποπτεία και η εποπτεία αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της ποίησης. Ποιήματά μου, ναι, έχω αποκηρύξει και κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Ο,τι έγραψα όμως το έγραψα, ποτέ δεν επανήλθα και ποτέ δεν χρειάστηκε να ξαναδουλέψω κάποιο παλαιότερο ποίημα. Η ζωή μου ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα έντονη, διανύω αλλεπάλληλες περιόδους που είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Το μόνο κοινό που έχουν είναι πως όλες τους συνιστούν την πορεία μου ώς το νεκροκρέβατο. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο προχωρεί και η τέχνη μου. Οπως δεν πισωγυρίζω στη ζωή, δεν πισωγυρίζω και στην ποίηση.

Χ.Π.: Ποια θα λέγατε ότι είναι η ιδανική συνθήκη ανάγνωσης ποιημάτων; Σε απόλυτη απομόνωση ή απαγγελία ανάμεσα σε μυημένους, όπως γινόταν κάποτε; Συμφωνείτε με τη μελοποίηση ποιημάτων;
 
Γ.Λ.: Εχω σταματήσει να απαγγέλλω εδώ και λίγα χρόνια και απ' ό,τι φαίνεται δεν πιστεύω πως θα απαγγείλω ξανά σύντομα. Αυτό που ονομάζεται ευρύτερα μελοποίηση έχει καταστρέψει πολλούς, σε άλλους έχει προσφέρει μιαν αναγνώριση, η οποία δεν αναλογεί στην ποιότητα των κειμένων. Πέραν αυτού, η παιδεία μου κινείται σε μουσικά επίπεδα που δεν τυγχάνουν ιδιαίτερης αποδοχής και αναγνώρισης. Αλλά και αλλιώς να είχαν τα πράγματα, δεν είμαι φίλος της μελοποίησης. Μια παράλληλη παρουσίαση κειμένων με μουσική θα μπορούσε ίσως να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Πιο συγκεκριμένα πάντως, δεν υπάρχει την παρούσα στιγμή κάποιος τρόπος απαγγελίας των ποιημάτων μου, θα πρέπει εγώ, ή κάποιος άλλος να τον εφεύρει. Αυτό έχει να κάνει ώς έναν βαθμό με το γεγονός πως δεν υπάρχουν εύκαιροι όροι που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν για την ερμηνεία των ποιημάτων μου. Χρειάζεται να περάσει αρκετός χρόνος και για τα δύο.

Χ.Π.: Η ποίηση γράφεται από περιπτώσεις ανθρώπων με απόθεμα καημού ή από ελιτιστές της μεγάλης λογοτεχνίας;
 
Γ.Λ.: Εχω διαβάσει παραπάνω από τρεις χιλιάδες βιβλία και δεν γνωρίζω ελιτιστές κάποιας μεγάλης λογοτεχνίας. Και δεν πιστεύω πως η ποίηση συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με αποθέματα καημού. Η ποίηση γεννιέται ξεκάθαρα. Ακριβώς γι' αυτό οι ποιητές είναι πολύ λιγότεροι απ' ό,τι νομίζουμε. Είναι όμως υπεραρκετοί. Καταφέρνουν τα πάντα.

Τσαρλς Μπουκόβσκι / Η πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη (Ηριδανός 2012)

Ετοιμάζεται. Θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2012.



Γιάννης Λειβαδάς: Η θλίψη ξεπουλάει πάντα, και τα πάντα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=12/11/2011&id=324841

Η θλίψη ξεπουλάει πάντα, και τα πάντα

Είμαι μέσα. Ακουμπάω την πλάτη μου στο τσόφλι. Δέχομαι ό,τι ακούγεται απ' έξω. Οτιδήποτε συμβαίνει στο στομάχι μου. Το πνεύμα μου χωνεύεται με το κρασί και τις πράξεις μου, το ψωμί και το κρέας με την αφροσύνη και το δέος μου - ξεσπούν τα γαστρικά υγρά και οι αναθυμιάσεις. Κινούμαι στην έλλειψη βαρύτητας στο εσωτερικό του αβγού. Αναδιπλώνομαι, τινάζομαι. Ηρεμώ.
Καταναλώνω τα πάντα και υποδέχομαι τα πάντα, αντιδρώ στα πάντα για την αθωότητα.
Δίνω εντολές μέσα από το τσόφλι και οδηγούμαι εκεί που πρέπει. Εχω τη στάση του εαυτού μέσα και έξω από την ύπαρξη των ορισμών μου. Ζορίζω στη μέγκενη τις αυτοανοσίες και βγάζω ένα ποτήρι γεμάτο αντιδράσεις και το πίνω. Ή τις βάζω στη μέγκενη, τις εξοντώνω και απλώς κοιτάζω. Ξύνομαι μέσα στο τσόφλι και ξύνω απ' έξω το αναμαλλιασμένο μου κεφάλι.
Η πραγματικότητα κομπάζει, επίσης, που μας υποχρεώνει στην αστοχία κάθε θεώρησης. Σαν πρεσβευτής του παράλλου πράγματος στην ανθρωπότητα ετούτη προφέρω την ανθρωπότητα από τα μέσα και από τα έξω της. Τι χωράει μες στο τσόφλι αν το πεις τσόφλι. Αν ανήκεις στη σύνθεση εντός. Σε περιφερόμενο τσίρκο.
Χτυπούν το αβγό σάμπως κάτι ν' ακούσουν, κάνουν μετρήσεις, το ζυγίζουν, τα ερωτήματα δίνουν και παίρνουν. Οι απαντήσεις στο στριφτό μουστάκι των θηριοδαμαστών. Ολο αυτό θα ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Αλλά δεν.
Ζωγραφίζω την εσωτερική επιφάνεια και το τσόφλι αποκτά σχέδια, γράφω κάτι λέξεις και αποκτά νόημα. Απ' έξω σύγκρυο, ιδρώτας, γαργαλητό, συσπάσεις, ένταση.
Η ριγωτή τέντα, πολύχρωμη, η ρεκλάμα με φώτα, αλλά δεν γίνεται να διαβαστεί. Στο γκισέ προτιμούν τα εισιτήρια ελευθέρας. Μπαίνουν μέσα και μένουν άφωνοι με το ημιδιάφανο αβγό που εκτίθεται αδιαλείπτως στο μοναδικό κλουβί. Εκείνος τινάζει το μαστίγιο και βάζει στα κρυφά μπόλικο φούμο στο μουστάκι. Κάτι κινείται μέσα του.
Φαινόμενα απατημένα. Οι θεατές τραβούν κουπί, θαλασσοδέρνονται γύρω από το τσόφλι. Εχουν πέσει κατά κάποιον τρόπο μέσα τους, καθισμένοι κυκλικά μετά του αντιτίμου, στο απάγκιο κάτω από την πτυσσόμενη σκεπή, στο σημείο που ύστερα από χρόνια θα καθίσει η ζωή τους, συλλογισμένη της ζωής την απελπισία. Θέαμα περιφερόμενο. Δεν υπάρχει προηγούμενο.
Εκείνο που καταφέρνεις είναι εκείνο που θα σε καταφέρει. Αυτό προβάλλεται αντεστραμμένο στον μουχλιασμένο τοίχο της όρασης, ενώ ανασηκώνεις με τους ώμους το ραγισμένο τσόφλι.
Ανήκων; Εχεις συλληφθεί εκεί που αγωνίζεσαι υπέρ του καλού, για τη μεγάλη αξία. Λιανά που αποταμιεύονται για τον καλό σκοπό. Είσαι κυρίως θλιμμένος, αλίμονο στα χατίρια. Η θλίψη ξεπουλάει πάντα, και τα πάντα.
Εχεις την επιδότηση των λαθών που ακμάζουν. Εχεις όλα τα δίκια. Θες το αβγό σου μελάτο και ζεστό. Είναι που θες και το μαστίγιο. Ταιριάζει στους κορυφαίους, ταιριάζει στη μεταμέλεια - ανάστημα η λουκουμόσκονη. Επιθετικός σαν προσδιορισμός. Η ναυτία σου στον τομέα των εξωθεσμικών. Η δημιουργική γραφή έχει πατώσει αύτανδρη ως αντίθετο της δημιουργίας της γραφής.
Λιάζεις για λίγο κάποια σημεία και μιλάς σαν παιδί. Νυχτώνει και τρέχεις να κρυφτείς. Τρέφεσαι με ορό, αντλείς την καλολογία μιας χυδαίας θλίψης που είναι όλη δική σου - ωστόσο δεν είναι η θλίψη που θα ήθελες. Κατήφεια λόγω απανθρωπίας.
Αν σου έχει απομείνει στόμα, καλά θα κάνεις να το απορρίψεις. Δεν αψηφάς, γι' αυτό και δεν μπορείς να γελάσεις πραγματικά. Δυσκοιλιότητα του πνεύματος και ευκοιλιότητα της έκφρασης.
Το μολύβι κάτω, κλείνω το μάτι στον ήλιο - χρυσό ταψί της πείνας των αιώνων.
Τα γεγονότα αυτά είναι όλα τους μίας στιγμής, με ακρίβεια που ανακάλεσα απολαυστικά στον πραγματικό κόσμο των προσωπικοτήτων. Κατακλυσμός συμπεριφορών· όλες τους παλεύουν να επιζήσουν, να παρατήσουν τα πάντα εντελώς.
Τραβάω για τον ψαθόπυργο.




Yannis Livadas Interview to Gary Cummiskey

 
Tuesday, March 1, 2011
Yannis Livadas: The margins of a central man

Yannis Livadas was born in Kalamata, Greece in 1969. He has done dozens of different jobs and travelled extensively in India, Tunisia, Algeria, Italy, France, Morocco, Portugal and Spain. He has published seven poetry collections, the most recent being Ati: Scattered Poems 2001-2009. He has translated the work of authors such as Jack Kerouac, Gregory Corso and Charles Bukowski. He now lives secluded in the Greek countryside.

I'm curious about your background. When did you start writing seriously?

YL:My background was the mess of the entity. Existence whirls and spirals unceasingly in its void; one must find ways to scan it on the wing. To lose self, to be a poet. I started writing poetry because I had a congenital tendency for writing, ink and paper. It was the only thing that was making me feel complete. I started writing seriously when I was sixteen or so, but I first published when I was thirty. It was really great to experience fortitude all this years. I had no reason to be in a hurry about it.

You were once a bookseller and a publisher. What was that period like?

Ahh, that was a period full of mishaps and troubles. But I had to do that; I really liked the idea of making books, selling books, but those four years were more than enough. I faced too much bureaucracy in this country. So instead of being fulfilled publishing books I just suffered at the hands of officialdom. But it was also fun and I made new friends.

At first glance, your poetry looks surrealist, but your main influences seem to be pre-surrealist authors such as Apollinaire, but particularly Blaise Cendrars. What is it about Cendrars' work that attracts you and how has his work influenced you?

Apollinaire? No way! Not even the surrealists! I have studied their work extensively and I still enjoy reading a poem or two of theirs; maybe I prefer them to most of the poets of our time, but that’s all. There are no influences from that kind of stuff. Surrealism lacks what I call, with regard to my own poetry, “awakened realism”. Cendrars, my grandfather, was the most pulsating of all modernists and, of course one of the first. Cendrars still remains a poetic capital. Cendrars is a perfect exception. I consider him the greatest poetic spirit of the twentieth century. His main influence on me was his idea that consciousness is the highest hallucination of all. As a poet I am interested only in the voice of the Muse. I have no other interests. That’s what the poem is all about. Poetry is art, not just writing, as it seems generally considered to be just about everywhere. The world is full of hobbyists, poets are so few. That’s a sign of our times. But this situation still provides a great opportunity to people with dignity to make a difference. Honor alit artes.

You have translated many of the Beat writers, particularly Kerouac, but also borderline Beat figures like Bukowski. What attracts you to the Beats? What relevance do they have in 2011?

Some of the Beats; like those you mention, were geniuses. They forced writing to exalted levels. They were true and serious and headed only straight ahead. A few days ago, my second volume about the Beats came out. It’s a volume of essays, various translations and original criticism. I am translating Kerouac, Bukowski, and many others of that period because readers and new scholars in my country must be aware of them in order to start something new. Which I hope will happen someday.

Right now I am translating Kerouac’s Vision Of Cody and afterwards there is a series of books waiting. But the Beats have not influenced my writing, as some idiots in my country think.

What about some of the modern Greek poets – such as Seferis, Elytis, Ritsos and Valaoritis – have they had much an influence on your work?

None at all. I am completely indifferent to their work. They are mediocre for my taste. I have studied a tremendous amount of Greek poetry but I choose to turn the other way. I had no time to waste. There were other Greek poets such as Karouzos, Papaditsas and Spanias who elevated Greek poetry in other, more eclectic approaches. Still, there is no influence from them either; I prefer more dangerous and dexterous ways. I gamble, and exalt the existence of man into its natural emptiness. I laugh while I am meditating on death; that’s my aesthetics.

Like many of the Beat poets, you are a jazz aficionado. You have written an as yet unpublished history of jazz. What attracts you to jazz?

Jazz is a whole culture; a way of life. Thus, it is a way of making art. I started to hear jazz and collect records in my late youth, at a time that I was mainly listening to other stuff. But jazz knocked me out. Really. Jazz is absolutely free and at the same time absolutely unequivocal. I wrote a book about jazz called Round About Jazz: The History of Jazz from the Age of Bebop to The Present. It took some years to find a publisher; now I am waiting to hear from him when the book will finally come out.

What is the literary and publishing scene like in Greece? I should imagine the financial crisis has had a huge effect on publishing? And the small publishing scene?

Greece was running in the wrong direction for many years. It still is. This country faces huge problems. A lack of political direction and, most of all, education and culture. Most of the creative publishers here are in trouble. Still, there are things happening. The future will provide the evidence. We’ll see.

You had two books of poetry published in English, Coltrane and 15 Poems for Jazz, and The Margins of a Central Man, which was published by Graffiti Kolkata. The Coltrane book was translated into English by the well-known US poet Jack Hirschman and Dimitri Charalambous. How did that come about?

I have been in contact with Jack Hirschman since about 2000. I was fortunate to have some of my poems translated by him with the assistance of Charalambous. The book is now out of print. Maybe it will come out again, I have no idea. The Margins Of A Central Man is a book of twenty or so poems of mine, translated by myself for my Indian friends who luckily speak English. It’s a great honour for me.

You have an unpublished prose work – what is it?
Is it fiction?

I am not a prose writer, but I wrote that book. I find hard to describe its contents but I can tell you that is quite unique in its style and connectiveness. I keep it somewhat secret. I have not published even a section of it. Most publishers find it too non-mainstream. It’s not going to sell the way they would like. Publishers are in need of a bestseller, so they don’t bother. And that’s fair.

You have travelled quite a bit, mainly around Europe. You obviously like travelling. Do you find that it enriches and inspires you?

Yes, I have also traveled in India and in North Africa. But the matter is not the place, the destination of the journey; it’s all about the traveller. That’s why the journey itself is what matters. As we say: the journey is you, nothing else. But let us not become fakes of the sensibilities. If you have to travel, you travel. When I travel, I do it for a sense of seclusion. Believe it or not, I am in a state of joyous, creative seclusion when I travel. Lately, I find my everyday life to convulse the same way. I am more than lucky. I am in my forties now, and life provides all kinds of gifts with outrageous generosity. Life is itself a poem.

What projects are you busy with at the moment?

Life, as always.

Yannis Livadas / Kelifus (Cold Turkey Press, France 2011)

“Kelifus” poem: an artistic bilingual (french/english) edition of limited copies by Cold Turkey Press
Orders at: jacopbellaert2002@yahoo.co.uk

Γιάννης Λειβαδάς: "Ώδε" από την Άτη (Κέδρος 2011)

                                                                                                                            Ώδε
           
Για να αρκεστεί στην ύπαρξή του
στην όψη εκείνου που έκανε κόμπους το σκοτάδι
στην λύπηση του ερχομού
και της απόστασης των άκρων:

Τραβούσε στίχους οδυρμών
κρεμώντας στο επέκεινα το σκοτεινό φανάρι
για να ακουστεί ο άνεμος
«Where the bee sucks there suck I»

αστέρια ονομάζοντας
τα θρύψαλα που του ‘κοψαν τα πόδια.

Με δισταγμό
αφέθηκε σε ισχνά ιδεογράμματα
σαν τρίχες  που ίδρωσαν νυχτιές σ’ ένα λαιμό γυναίκας

και φάνηκαν κορύβαντες κάτω από λάμπες
αστικές εκατοντάδων βατ
να ασελγούν στις μνήμες του που ήταν προφητικές

να αποπατούν στις δίνες του
που ήταν προφητεμένες.


Γιάννης Λειβαδάς: Άντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)




Άντω τι, Μούσα, προς μέσον λάλησον [4/12/2009]

Λέμε τόσα πολλά και καταλαβαίνουμε τόσα λίγα. Χωρίζουμε και χωριζόμαστε με άλλους, και με την ιστορία, με τα γραπτά. Με όλα. Και ο Όμηρος παραμένει ακλόνητος στη θέση του. Μετά απ' αυτόν λογαριαζόμαστε με τον Αρχίλοχο. Που ήταν ο πρώτος μοντέρνος ποιητής.
Και εδώ, για μας, ποιητές και μη, ο Αρχίλοχος είναι μια βαθιά χαραγμένη γραμμή ακριβώς στο όριο που το ελληνικό μας κενό χάσκει από την ανάγκη μιας συνέχειας μεγάλης και βαθιά ανθρώπινης. Λέμε πολλά και θα συνεχίσουμε να λέμε ακόμη περισσότερα. Δεν είχαμε εξάλλου ποτέ μας ασπίδα για να τη χάσουμε. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί κανείς, εξοστρακισμένος από τις δήθεν αγαθότητες μιας τραγικά μεγάλης και πνιγηρής αλαλίας αρκετών αιώνων, να κατανοήσει ξαφνικά τι; Πως κανένας δεν μπορεί δεν κάνει κάτι περισσότερο ή λιγότερο από αυτό για το οποίο είναι φτιαγμένος. Ας κάνουμε μια επαλήθευση στην πράξη αυτή λοιπόν.
Κάθομαι εδώ στο μικρό μου γραφείο και λέω στον εαυτό μου: «Άνθρωπέ μου, από τον Αρχίλοχο και ύστερα πέσαμε σε κενό αέρος, πιάσαμε ξανά πορεία (αν ήμουν άλλος θα έλεγα "με τον Σολωμό, τον Καβάφη", υπαρκτούς ποιητές, μα δεν είμαι...) με τον Γιώργο Μπάτη. Αυτόν τον τρομερό καλλιτέχνη. Και φαντάσου πως δεν είμαι και κανένας λάτρης του ρεμπέτικου».
Πώς μου ήρθε και τα είπα όλα αυτά;
Δεν πρόκειται να σας πω τι έγραψα στο σημειωματάριό μου, αυτό θα παραμείνει μυστικό μέχρι να πάρω επιτέλους μιαν ασπίδα όντας νεκρός. Προτιμώ να σταθώ πλάι σε όλα αυτά που σκέφτομαι και λέω σαν αναλφάβητος. Δεν γνωρίζω τίποτα, λοιπόν. Αδυνατώ, σε κάθε πεδίο και επίπεδο. Λυγίζω και ιδρώνω, κάμπτομαι και ύστερα από λίγο αναλαμβάνω. Αρνούμαι να δανειστώ αυτά που κατάλαβαν άλλοι πριν από μένα. Οι εξ αριστερών του Κυρίου καθώς και οι εκ δεξιών του αξίζουν μόνο την αδιαφορία - γιατί; γιατί πήγαν τάχα να ρίξουν φως στον Αρχίλοχο, καθώς και σ' αυτόν που πόνταρε τις αράδες του πάνω στο μπουζούκι. Λες και η ποίηση έχει ανάγκη από (του οποιουδήποτε) το φως. Μάλλον σκιές και σκοτάδι έχει ανάγκη. Και στο τέλος θα συμφωνήσεις, αγαπητέ μου άνθρωπε, όχι μόνο κατά βάθος αλλά και κατά ύψος - και θα πεις κι ένα τραγούδι: «Μηχανικός στη μηχανή / και ναύτης στο τιμόνι / κι ο θερμαστής στο στόκολο / με τις φωτιές μαλώνει / Αγάντα θερμαστάκι μου / και ρίχνε τις φτυαριές σου / μέσα στο καζανάκι σου / να φτιάξουν οι φωτιές σου / Κάργα ρασκέτα και λοστό / τον Μπέη να περάσω / και μες του Κάρντιφ τα νερά / εκεί να πάω ν' αράξω / Μα η φωτιά είναι φωτιά / μα η φωτιά είναι λαύρα / κι η θάλασσά μου τα 'κανε / τα σωθικά μου μαύρα».
Σηκώνομαι να χορέψω, αλλά δεν μπορώ. Χορεύει μέσα μου εκείνη και πιο μέσα χορεύω μέσα της εγώ. Πώς να μας φτάσουν τότε της δάφνης τα στεφάνια; Τόσοι πολλοί που είμαστε; Εκεί μέσα που είμαστε, εγκαταλελειμμένοι από τον ίδιο μας τον εαυτό, κατατροπωμένοι πριν καν γδυθούμε για τη μάχη. Και μετά λέμε πως αγαπάμε τάχα και τις γυναίκες και ξέρουμε να ερωτευόμαστε. Φευ!
Εάν γνωρίζεις πρέπει να κοπιάσεις για να ξεμάθεις. Αν γράφεις πρέπει να γράφεις πως δεν γίνεται να γράφεις. Αν αγαπάς μπορεί να χρειάζεται να φύγεις. Πηγαίνει κάπου ο νους σας θαρρώ.
Μα είμαστε όλοι φίλοι πάνω απ' όλα και μέσα σ' όλα. Αλλά αυτό μάλλον δεν θέλουμε να το καταλάβουμε όλοι. Είμαστε εξίσου και εχθροί, μα αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε όλοι. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και την αντιστροφή, είναι το ίδιο πράγμα.
Να και κάτι από το σημειωματάριο που κρατάω και μπορώ μαζί σας να το μοιραστώ: «Σου ζήτησα να χωρίσουμε, εγώ που έβαζα όλα τα στοιχήματα... καταργώ λοιπόν τα πάντα για το πιο μεγάλο στοίχημα απ' όλα... Σ' αγαπώ ως μέλλον». Μπροστά σου πάντοτε μια θάλασσα. Πάντοτε μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη απ' αυτήν που άφησες πίσω σου.
Τι να μας πουν λοιπόν όλα εκείνα τα ενδιάμεσα. Βαυκαλίδια. Αναχώματα. Ο φόβος υπάρχει, μα εντέλει είναι ο πορφυρός μανδύας της καρδιάς. Μπορεί να γίνει και σημαία. Είμαστε και δεν είμαστε. Ο Αρχίλοχος τινάζει σε μια γωνιά την πιτυρίδα του. Μετράει τα ψιλά του. Γράφουν άλλοι γι' αυτόν τα βιβλία του. Και δεν το ξέρουν. Το κείμενο κλείνει από μόνο του. Έχω ραντεβού με τους πιο άγριους εχθρούς μου. Οχι μόνο σε περίοδο ειρήνης άξιοι λοιπόν. Και όχι μόνον ειρήνη. Η μακαριότητα είναι η μισή αρχοντιά, όχι ολόκληρη.
Αν η ποίηση περίμενε μονάχα από τις λέξεις θα ήταν χαμένη.





[Σημ. τ. Σ. :το κείμενο γράφτηκε το 2007 και δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία δύο χρόνια αργότερα]

Γιάννης Λειβαδάς: Κεράσιον ευαισθησίας (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=306168

Κεράσιον ευαισθησίας

Ενός έργου από τα τόσα ή εν τω συνόλω χρειάζεται να μην του περισσεύει τίποτα. Και ποιος δεν συμφωνεί μ' αυτό. Ασχέτως που διαβάζονται, επειδή γράφονται, πολυλογίες κάθε είδους, διαφόρων βηματισμών και εντάσεων.
Πάντως να το δούμε χαλαρά το θέμα, μην οργιάζουμε και μην οργιζόμαστε. Να έχουμε κατά νου και την ακαδημία και τις αγέλες των ζηλωτών με τα περιοδικά. Αβέρτα επιχειρήσεις. Κάποιος πρέπει να προλαβαίνει τα μεγαλεία, να ενημερώνει για σήκωμα του κεφαλιού από το σκάμμα. Κάτι πρέπει να κερδίζεις αν πας στο σκάμμα. Είναι επιβεβαιωμένο: ριγούν από εναλλακτική συγκίνηση.
Εκείνο το έργο, λοιπόν, για το οποίο μιλήσαμε, για πού τράβηξε; Το από πού προήλθε το γνωρίζουμε, μα αυτή η πληροφόρηση καταχωρίστηκε αναλυτικά σε κάποιο κεφάλαιο βιβλιογραφίας. Αυτό ήταν όλο. Χαλάρωσε...
Πιάνεις το βιβλίο στα χέρια σου και του αλλάζεις τα φώτα. Το συσκοτίζεις, το φωτίζεις ξανά, το πετάς, το σηκώνεις, το διαβάζεις ακόμη και ανάποδα. Εντάξει. Το δουλεύεις κιόλας. Οπως τον εαυτό σου δουλεύεις δουλεύοντας.
Δεν πας να γράψεις τίποτα καλύτερα; Θα το κάνεις κι αυτό σύντομα. Το έχει αποδείξει πυρ και μανία η ίδια η ιστορία.
Ανοίγει λοιπόν εκείνος ο άνθρωπος το βιβλίο και το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να δει, έτοιμος να φτύσει, άμα το πόνημα συνοδεύεται από κεράσιον ευαισθησίας, το κουκούτσι. Και να τα επίμετρα και άλλοτε να οι εισαγωγές. Παράφραση να' ναι κι ότι να 'ναι. Αλλά τι να γίνει, βλέπεις, η οψιμάθεια, που μπορεί να έχει προσβληθεί και από κάποια καταγωγή. Πού να γνωρίζεις ίσαμε πού φτάνει το σόι. Νιώθεις υπέροχα όμως γιατί είσαι κάπως δημιουργός και ο χρόνος σε έφερε να βαστάς τα ηνία· ακόμα και αν δεν μπορείς να τα τραβήξεις, μπορείς όμως ιστορικά να φωτογραφηθείς. Με πιάνεις τώρα, με καταλαβαίνεις καλύτερα...
Μέχρι και υπουργοί παρασύρονται και διαβάζουν τρομερά πράγματα. Τα πανεπιστήμια γεννοβολούν αβέρτα ειδικευμένους στο παίξιμο του κρέατος και στο κοπάνισμα του αέρα. Γι' αυτό λέμε, άμα η κοινωνία διαθέτει πολιτισμό, τι τα θες τα υπόλοιπα. Μάλιστα. Γύρισε και λιγάκι προφίλ τώρα.
Μόνο το χέρι σού πιάνω και τρέμεις, νομίζεις ότι σε φυλακίζω. Είναι από το απανωτό μέτρημα των γωνιών εκεί που είσαι κλεισμένος. Και το χειρότερο απ' όλα είναι πως δεν μπορείς μήτε να διανοηθείς πως όλα τα μυστικά σου τα ξέρω. «Πάντα κάτι θα ξεφεύγει» ψιθυρίζεις μέσα στο μυαλό σου και να τα γραψίματα, να οι επικεφαλίδες, να τα συνημμένα κείμενα. Πηγαίνεις μ' εκείνο που έχεις χάσει, και είναι κατάδικό σου, να διακριθείς. Θα διακριθείς, αν αυτός είναι ο σκοπός σου, αλλά ο καιρός πάνω απ' το μνήμα δεν πρόκειται ν' αλλάξει τίποτα.
Μέχρι και ο Σελίν φύσηξε τα δάχτυλά του απ' την καυτή πατάτα. Εκαμε ένα έργο (με κεφαλαία γράμματα), μα υπέκυψε, κι όμως απίστευτο, στη χθαμαλή φροντίδα τού Εσο. Αράδιασε και κάτι συνομιλίες. Μετά, και το μετά ορισμένες φορές φέρνει επικινδύνως στο εάν. Τώρα θα μου πεις, τι σκαλίζεις και δεν αφήνεις τα πράγματα να κυλήσουν ήσυχα στην αγορά. Μα είναι που δεν μου αρέσει η αγορά. Στα πράγματα, ακόμη και υπό τη λαβή ενός συνδέσμου υποθετικού, φέρνομαι πάντα φιλικά.
Τουλάχιστον να μάθαινε κανείς από το διάβασμα. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα έφτανε στο ώστε. Ενεργώντας διά μέσου εκλεπτυσμένης εκδίκησης, που θα κέρδιζε σε διάρκεια. Η εκδίκηση ήταν ανέκαθεν ένα βασιλικό προνόμιο. Για τον βασιλιά άνθρωπο. Κάτι πρέπει να γίνει όμως και με τους παράσιτους. Κοίταξέ τους πώς αδιαφορούν. Πώς να σωπάσει η καλοσύνη μιας τέτοιας καλής τύχης.
Εν πάση περιπτώσει, εφόσον υπήρξαμε κάποτε παιδιά είμαστε κατά κάποιο βάθος, έστω, καλοί άνθρωποι. Λες; Τότε σε ποιου το ρουθούνι προσπαθείς να μπεις;
Στα ενηβητήρια που δροσίζεις ανέμελα τα πονεμένα σου πόδια τηρούν τη δικαιοσύνη αλιγάτορες.

Γιάννης Λειβαδάς: Σημειώματα εν εξελίξει 3. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=298953

Σημειώματα εν εξελίξει 3.

αρ. 33
Τα αναλαμβάνουν όλα και δεν αφήνουν στην ποίηση τίποτα. Γράφουν αμοίραστα. Οταν γράφουν δεν είναι δύο, είναι ένας. Δηλαδή, απλώς γράφουν, δεν δημιουργούν ποίημα. Για το ποίημα προϋποτίθεται κάποια ποίηση. Το δύο. Οχι το ένα. Η σύζευξη. Που γεννάει τη διαφορά.
Οταν λοιπόν κανείς δημιουργεί ποίημα δεν είναι μόνος· όσο και αν αυτό τον βολεύει σαν σκέψη. Οπως συμβαίνει με το δέντρο και το άνθισμα. Ή με το σώμα και το κρασί. Με τον τύπο και την ουσία, με τη γνώση και το κενό της.
Εκείνη η ανάρμοστη σχάση που διατηρεί συγγένειες με τον Ρομαντισμό, όχι τον Ρομαντισμό που συγχωνεύει, μα τον Ρομαντισμό που διαχωρίζει (ώστε να πετύχει ένωση), αυτόν που σε κρατάει σφιχτά από σημείο που ακινητοποιεί.
Προσηκόντως: σε πείσμα των χαριτωμένων βασιλίσκων, που διατυμπανίζουν πως η ποίηση είναι αυτό που πρέπει να γραφτεί, λέω πως η ποίηση είναι αυτό που πρέπει να δημιουργηθεί.
Από το συντηρημένο επέκεινα ερχόμαστε στο σήμερα. Με μια διάθεση χαρωπή και χαρμόσυνη γιατί καταφέρνουμε να υποστούμε τα δικά μας καζάντια και να μην υποκύψουμε στων άλλων. Μα δεν υπάρχουν άλλοι, αφού δεν γίναμε εμείς. Ισως να μην υπάρχουμε καν όπως νομίζουμε. Σιωπές ποικίλες προσπαθούν να σημαδέψουν τις λέξεις. Για φαντάσου, παραπάνω από μία φορά τη φορά, να υπάρχουν λόγοι για κάτι τέτοιο.
Οπου απλώσω το χέρι μου αγγίζω αντίκες. Ο,τι περνά από το μυαλό μου έχει προηγουμένως περάσει από αλλού.
Οπως εδώ, ας πούμε, αφήνουμε εσκεμμένα κάποιο κενό, μια λευκή αράδα ανάμεσα στα γραμμένα. Εχει χρειαστεί όμως μια σύζευξη, δεν πρόκειται απλώς για μια τακτική. Η κενή αράδα αρμόζει στις λέξεις. Αρδεύονται από κοινού με το χάρισμα μιας διαστολής, όχι μιας ταυτοποίησης. Ειδικά εφόσον υπάρχουν και πράγματα που γράφονται και κατόπιν, από μόνα τους, ξεγράφονται.
Αυτά που δεν ξεγράφονται ποτέ είναι εκείνα που ξεγράφτηκαν μια κι έξω με τον εγκλιματισμό τους εντός του ποιήματος. Αυτό είναι το ποίημα που δεν ξεγράφεται, το ποίημα των ξεγραμμένων. Η επαλήθευση της ποιητικής πράξης.
Αφού ο χαμός και ο σάρακας τον έχουν επιλέξει
Να πει της άλλης χίμαιρας την τελευταία λέξη.

Γιάννης Λειβαδάς: Σημειώματα εν εξελίξει 2. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=297294

Σημειώματα εν εξελίξει 2.

αρ. 14
Η διαστρέβλωση στην οποία υπόκειται κάθε πρωτοπορία προκειμένου να πέσει στη συνεσταλμένη αγκαλιά της κοινωνικής αποδοχής είναι δεδομένη. Για να γίνει κάτι «μύθος», οφείλει ουσιαστικά να έχει υποστεί προηγουμένως ορισμένη έκπτωση. Οι πτυχές της, εκείνες που την οδήγησαν στα ανοιχτά, θα ξεπέσουν στην αναγκαία αισθητική διαστρέβλωση, ώστε να οδηγηθούν αναίμακτα στα ρηχά νερά της ανήσυχης κοινωνίας.
Ισως θα σκεφτόταν κανείς πως οδηγούμαστε σε επικίνδυνη ρήξη, σε κάποιον σκόπιμο ελιτισμό. Μα, όχι· εκείνο που φταίει είναι η οδηγία που απορρέει από την έλλειψη ενότητας, η πνευματική συστολή που καθημερινά προβαίνει από την απόλυτη δυσκοιλιότητα της διάνοιας στην ευκοιλιότητα της έκφρασης.
Σύνθετες, ούτως ειπείν, ιδέες ή ιδιαίτερα διευρυμένες πνευματικές, καλλιτεχνικές προτάσεις, συμπυκνώνονται σε ένα σύνθημα ή σε ένα ανηλεώς υπερφορτισμένο motto, ώστε να αγγίξουν επιτέλους κάποιες χορδές κατανόησης. Τι πιο δυσάρεστο από τη μαζική αποδοχή, όταν η ουσία έχει πολτοποιηθεί από το έλλειμμα της γνώσης και της γλώσσας. Την απόλυτη «συμφωνία» που προκύπτει όταν οι σημασίες και οι έννοιες αντιμετωπίζονται σαν απόνερα. Ο μύθος, λοιπόν, ενισχύει αυτό το πρόβλημα.
Και ο μύθος (απευθυνόμενος τώρα ειδικά στις νεότερες γενιές) μπορεί να είναι, και είναι, η αδυναμία δημιουργίας ενός μύθου που θα έρθει να αντικαταστήσει τον μύθο που και δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει, να ανακαινίσει τον εαυτό του· μα και δεν υπάρχει πλέον (και ευτυχώς) τρόπος να μεταφερθεί με τις πολυποίκιλτες φιάλες των αγαπημένων παρελθόντων μας, διότι είναι πια όλες τους σπασμένες, θρύμματα από τις δυνάμεις μιας υπαρκτής, μα ανίδωτης ακόμη νεωτερικότητας.
αρ. 21
Η τιμή των φίλων σε ισορροπία με την τιμή των εχθρών. Αν και οι εχθροί δεν χωρούν παρά μόνο μέσα σε εισαγωγικά.
Είναι τιμή μεγαλύτερη να λείπεις. Η ωραιότητα του να δοκιμάζεσαι μόνο με τους αληθινούς, ειδικά όταν διαφωνείς μαζί τους.
Οι παλινωδίες των speculatori φέρνουν στη βρομιά που μαζεύουν τα νύχια. Κάποτε θα καθαρίσουν.
Εφόσον «αυτό που είναι δικό σου δεν γίνεται ποτέ να το χάσεις, αυτό που δεν είναι δικό σου δεν πρόκειται ποτέ να το κερδίσεις».
αρ. 24
Αυτή η έφεση προς το μέτριο δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας· επιτρέπει στον αναγνώστη να στρογγυλοκάθεται σε παρατεταμένο χρόνο μέσα στον κλωβό, στην κοιλιά που συσπάται κάθε τόσο για να τον βγάλει στον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης προτιμά τα κείμενα που υποθάλπουν, με τον πλέον πειστικό και έντεχνο τρόπο, την «ηρωική» του παραμονή μέσα στην προστατευτική σάρκα.
αρ. 29
Οταν είναι νέος κανείς, τόσο νέος που το μυαλό του είναι κυρίως απασχολημένο με τους ερανισμούς των πληροφοριών με τις οποίες πιστεύει πως θα θέσει σε περιστροφή τη σβούρα που γράφει πάνω τ' όνομά του:
Αυτήν την προσωρινή «βιβλιοθήκη» δεν πρέπει μόνο να τη θέσει σε άγριες δοκιμασίες, αλλά πρέπει, κυρίως, να την κρατήσει μυστική, ώστε τίποτε να μη διαφεύγει προς τα έξω με κίνδυνο να του επιστραφεί παραγνωρισμένη από επεμβάσεις άλλες.
Και οφείλει, για το καλό της σβούρας, να μάθει να περιμένει. Το πρώτο φως πάνω από τις πρόχειρες στοίβες όλων εκείνων των ανεπαρκών στοιχείων, τις οποίες θα κάψει ολοκληρωτικά. Καίγοντας ολοκληρωτικά και τον ίδιο. Τον νέο. Για να γίνει.
Η διασπορά, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι εσκεμμένη, αυτής της βαθιά εκπαιδευτικής διαδικασίας, αποκαλύπτει όχι έναν παθιασμένο καλλιτέχνη, μα έναν μασκοφόρο που αναζητεί μανιωδώς τα φώτα της ράμπας. Για τα οποία μάλιστα υποχρεώνεται στην ίδια του την αμβλύνοια και στις χειραγωγίες των διευθυντών προγραμμάτων να παράγει θέαμα. Και στο θέαμα θα προσπαθήσει να σαρώσει κάθε διάκριση, φορώντας ανά περίπτωση το κοστούμι του γνώστη, του σώφρονα, του μπροστάρη, του καταραμένου· και οπωσδήποτε θα εφεύρει κι άλλους ρόλους.
Ο εν λόγω, «νέος», ένας περίφημος αντιδραστικός. Φτύνει πάνω σ' αυτό που έχουν φτύσει τόσοι, δίχως να γνωρίζει τι υπήρχε από κάτω. Η πρωτοβουλία του όμως έχει καταγραφεί, κι αυτό φτάνει.
Με την πρώτη κλαγγή του θανάτου, σαν αναλάβει το ελάχιστο, και βγει από τα μαρμαρωμένα σίελα, θα αντικρίσει τις μακρινές πλάτες όσων νοερώς πίστευε πως ακολουθούσε. Θα έχουν τα πρόσωπά τους στραμμένα σε αδιανόητο φως.

Γιάννης Λειβαδάς: Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=295298

Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα

Μια είδηση ξεκολλά από των καιρών την ταπετσαρία, πέφτει και κυλάει κάτω από ζοφερά γραφεία.
Η Toyo Shibada εξέδωσε η ίδια την προσωπική της ανθολογία ποιημάτων στα ενενήντα εννιά της χρόνια και κυριολεκτικά (ξε)πούλησε ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα στη χώρα της, την Ιαπωνία. Σε μια αγορά που το πλαφόν των δέκα χιλιάδων αντιτύπων θεωρείται τρομερή επιτυχία.
Κάποιοι από τους τίτλους των ποιημάτων: «Ολων τα όνειρα είναι ισάξια», «Πάρ' το χαλαρά», «Μη ζορίζεσαι και τόσο».
«Εφτασα ώς εδώ χάρη στην υποστήριξη της οικογένειάς μου, των φίλων μου, των νοσοκόμων και των γιατρών, μετατρέπω λοιπόν την ευγνωμοσύνη μου σε ποίηση για να τους πω ότι τους ευχαριστώ πολύ, είμαι στ' αλήθεια ευτυχισμένη». Αυτά είναι τα λόγια που βγήκαν από το στόμα της.
Στο ποίημά της με τον τίτλο «Μυστικό» γράφει: «Αν και είμαι/ενενήντα οκτώ χρόνων/ερωτεύθηκα. Από την άλλη έχω/και όνειρα. Θέλω/να καβαλήσω ένα σύννεφο».
Τα μέσα και οι τηλεοράσεις την υποστήριξαν αμέριστα. Η ίδια ώς τα ενενήντα της χρόνια παρέμενε σε μια φάση σκεπτικισμού για το αν θα έπρεπε να γράψει αυτά που τελικά έγραψε. Ο εξηντάχρονος γιος της την ενθάρρυνε και της χάρισε την ώθηση που χρειαζόταν. Η ίδια υπέφερε από δυνατούς πόνους στην πλάτη ένεκα που ασχολούνταν δυναμικά με τον κλασικό ιαπωνικό χορό και η όλη η (φάση) ζωή της είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα.
Εγραψε το πρώτο της ποίημα και παρότι δεν είχε καμία σιγουριά για τον εαυτό της το έστειλε κατευθείαν σε μια αστική εφημερίδα. Το ποίημα δημοσιεύθηκε ταχύτατα και ακολούθησε άλλο ένα. Αυτό την κράτησε σε εγρήγορση και συνέχισε να γράφει. Ολες οι ιδέες και οι εικόνες της προέρχονται από το δωμάτιό της, στο οποίο βρίσκεται κατά κόρον ξαπλωμένη, στο Τόκιο, όπου ζει μονάχη τα τελευταία δεκαεννέα χρόνια, από τότε που ο σύζυγός της απεβίωσε.
Η γιαγιά Shibada ετοιμάζει την καινούργια της ποιητική συλλογή, που θα κυκλοφορήσει φέτος τον Ιούνιο, αμέσως μετά τα εκατοστά της γενέθλια.
Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία για το πώς ξεπέφτει μια κοινωνία. Τώρα απομένει να μεταφραστεί στην Ευρώπη και να πάρει την ανιούσα για κάποια από τις γνώριμες διακρίσεις. Ας παίξουμε λιγάκι σαν παιδιά. «Να το πάρει το ποτάμι;» «Να το πάρει».
Είναι όμως ένα υπέροχο Σάββατο, με βοριάδες, κρυστάλλινη βροχή και παγωνιά, που μπορεί κανείς να κοιτάξει (να κοιταχτεί) με την εγγύτητα που φέρνει ακόμη και στο νεφρίτη το αίσθημα της εγκατάλειψης μέσα στην ωραιότητα. Το ποιείν της ζωής.
Οσο και αν το αίμα τρέχει στον καρπό σου, πρέπει να λειτουργείς το χέρι. Ο χρόνος δεν πρόκειται ποτέ να σε εγκαταλείψει.
Πιάνω τις «Εννέα Ιστορίες» του Σάλιντζερ. Και διαβάζω. Διότι ο Σάλιντζερ διαβάζεται. Τα δύο του βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα δεν άφησαν το τελευταίο δεκαπεντάμηνο λειψό από βιβλία.
Γυρνάς ωραιότατα το κεφάλι και φτάνεις μια σπιθαμή από το κενό που μανιωδώς σε αναζητεί. Εχουμε χάσει το γέλιο μας, το τράνταγμα της τέρψης από τα ωραία και τα εντέχνως ολοκληρωμένα της πένας.
Θα πει κανείς ότι κατακλυζόμεθα από νεωτερισμούς και φρέσκα ονόματα. Τα φρέσκα, προσωπικά, τα βρίσκω μόνο στα μανάβικα και μόνο αν είναι πράγματι φρέσκα. Είναι να ρίχνεις τον ίσκιο σου πάνω στις σελίδες που διαβάζουν οι αναγνώστες σου και να σηκώνουν το κεφάλι για να συλλάβουν με το μάτι την περαστική συννεφιά.
Διάβασα τις Εννέα Ιστορίες και στην πραγματικότητα διάβασα δεκαεννιά. Είκοσι εννιά. «Παρομοίασε τον εαυτό του μ' ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο που τα λαμπιόνια του, συνδεδεμένα στη σειρά, πρέπει να σβήσουν όλα όταν καεί ένα».
Επιβεβαιώσεις των αδιαφιλονίκητων με το σκέρτσο μιας έντασης που δεν σπάζει τίποτα, μα ανατρέπει όσα την ανατροπή δεν ανέμεναν.

Γιάννης Λειβαδάς: Σημειώματα εν εξελίξει 1. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=289104

Σημειώματα εν εξελίξει 1.

αρ. 9. Γράφω σημαίνει ίσταμαι. Γιατί ο γράφων δεν αναρωτιέται εάν. Αυτός που αναρωτιέται δεν μπορεί να γράψει· με τον ίδιο τρόπο που τίποτα φυσικό μες στη ζωή δεν προσπαθεί να αποκαταστήσει τον εαυτό του.
Ισταμαι, δηλαδή τεκμηριώνω τη συνθήκη της ενότητάς μου εισερχόμενος εθελοντικά στο μικρό σχήμα για να το διαρρήξω, να το διασπάσω. Οντας η κινητικότητά μου αυτή η μοναδική πράξη απόδειξης της οργανικής φύσης του Ολου, το οποίο αναταράσσεται διαρκώς από την αδυναμία του να ολοκληρώσει την ενότητά του. Από τούτο και οι διαδράσεις, με κορυφαία την ποίηση.
Υπάρχει και το μη-ίσταμαι, παντελώς διαχωρισμένο, σαφώς, από τον λειτουργικό αρνητισμό του ζεν (το οποίο λανθασμένα εκτιμούν ορισμένοι ως αποκατάσταση). Το μη-ίσταμαι, που υποδηλώνει και συντελεί στο απόλυτό του την απουσία εμβόλιμης συνθήκης, είναι εκείνο που δεν γράφει, γιατί δεν είναι φτιαγμένο να γράφει. Είναι φτιαγμένο να νομίζει· έως την ώρα και τη στιγμή που θα κατορθώσει να αποκαλυφθεί.
Η καταγραφή των όσων έως της ώρας και της στιγμής εκείνης δεν αποτελούν λογοτεχνικό σώμα. Δεν καθίστανται έργο. Καθίστανται βεβαίως αντικείμενα εμπορικής ταυτότητας, αναλώσιμα κάποιας υποκουλτούρας.
Οταν ο Νίτσε σημείωνε πως «Οι χειρότεροι αναγνώστες είναι αυτοί που προχωρούν με τον τρόπο των στρατιωτών που λεηλατούν: μαζεύουν λίγα πράγματα που χρησιμοποιούν, μολύνουν και ανακατώνουν τα υπόλοιπα και τα βλασφημούν όλα μαζί», προανήγγειλε, ίσως μάλιστα προγραμματισμένα, πως οι χειρότεροι αναγνώστες, σε σχέση πάντοτε με την απουσία αυτοπροσδιορισμού και την έλλειψη παιδείας, ταυτίζονται απολύτως με τους, χειρότερους, λογοτέχνες.
Εδώ έρχονται να ταυτιστούν όλα τα πολιτικά ορθώς και τα μη ορθώς· τα πανδαιμόνια των τραγικών και υψηλοφρόνων, δήθεν, «εκ των έσω», τα οποία δεν είναι άλλο από φοβικές δερματίτιδες. Το ποιητικό υποκείμενο, πάντοτε τουλάχιστον υπό δύο έννοιες, και ποτέ υπό μία, καταχωρίζεται δεν καταχωρίζει. Μιλάει τον εαυτό του με τη δική του μοναδική γλώσσα, δεν υποθάλπει, δεν προνοεί, και δεν περιγράφει. Πόσω μάλλον, δεν διακειμενίζει, εννοώντας ότι δεν μπορεί να δανείσει και δεν μπορεί να δανειστεί.
Μπορεί ίσως να υποστεί εγκλήματα, εκτοπισμούς και άλλα. Μα αυτά συμπεριλαμβάνονται στο ατελές παιχνίδι τού γράφω σημαίνει ίσταμαι.
αρ. 11
Ναι, δεν υπάρχει τίποτε νέο κάτω από τον ήλιο· γιατί ο άνθρωπος βρίσκεται από πάνω. Κάτωθεν του ηλίου βρίσκονται οι τυφλωμένοι θιασώτες.
Συνήθως οι μεγάλες κουβέντες μάς κάνουν στενόχωρους. Να χωράμε όπως τα χέρια μες στις τσέπες.
Η ποίηση όμως δεν είναι κάτι, είναι αλήθεια. Και όταν μιλάς την αλήθεια, έχεις τον τρόπο της αλήθειας.
Εάν έχεις λοιπόν απλώς «έναν» τρόπο και «κάποια» αλήθεια, δεν μιλάς παρά μόνο για κάτι. Εναντιώνεσαι στην αλήθεια, απομακρύνεσαι εντελώς από τη δυνατότητα και το πνεύμα της δημιουργίας.
Αυτό το κάτι κοινωνείται μέσω των ανάλογων ομοιοτήτων. Καταναγκάζει τον άνθρωπο στην ομοιογένεια και την αισθητική (ηθική) παραίτηση. Εξοστρακίζεται η διαφορά, δηλαδή, όχι απλώς ο υποκινητής, μα και η κινητήρια δύναμη της αλήθειας. Της ποίησης.
Αυτό το εξάμβλωμα «κάτι», που καταχωρίζεται και αξιολογείται βάσει όλων των παραπάνω αδυναμιών, βρίσκει έδαφος, κάποιαν αποδοχή, λόγω της κατά συνθήκη διαστρέβλωσης· η οποία αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική, σε σχέση με την άμβλυνση της γλώσσας και του νοήματος, έκπτωση.
Η ποίηση δεν αγγίζει χορδές κατανόησης, είναι η κατανόηση. Το αντίβαρο της πραγματικότητας, η οποία είναι να μπορείς να βλέπεις με ανοιχτά, μα και με κλειστά μάτια. Η πραγματικότητα όμως υστερεί πάντοτε σε αλήθεια· γιατί η αλήθεια είναι τίποτα, σε αντίθεση με το κάτι που υποφέρει ως εαυτόν η πραγματικότητα.
Η νύχτα γυρίζει σελίδα, ενώ γράφω καπνίζοντας, με ουίσκι και αμύγδαλα.
Αυτό δεν έχει πλάκα· είναι πλάκα. Και κανείς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά.

Γιάννης Λειβαδάς: Έφοδος στο μαυσωλείο (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας)

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=274789

Έφοδος στο μαυσωλείο

Στο Ρίο βρέχει: ακούς τις στάλες απ' το Καμάργκ και την Τεργέστη. Κάτω από τις γέφυρες τριγυρίζουν αποφάσεις. Η μία γέφυρα σε βγάζει στην άλλη. Η μια βροχή κουβαλά την ψυχή της άλλης. Ολες πέφτουν.
Μεγαλώνω τη ζωή μου σαν να ήταν ένα παιδί και λύνω τις σπαζοκεφαλιές της. Το παιδί μια μέρα θα πεθάνει και θα πάψουν οι διερωτήσεις.
Τι ισοδυναμεί. Μια θέση μέσα στη νύχτα. Μια σβούρα που στροβιλίζεται πάνω στις παρυφές της. Η νύχτα περνάει μέσα από την ώρα, δημιουργώντας ρυτίδες. Πέρασμα στην πράξη.
Οι αναταραχές είναι κι αυτές ρεκλάμες. Φωτιές πάνω στον χάρτη. Ανθρωποι φτάνουν στο σημείο βρασμού, καταφτάνει η αποσυμπίεση. Χάρμα. Περιπάθειες που περιστέλλουν. Γαλουχήθηκες να ρέπεις επί ματαιοδοξίας. Τα ανεξάλειπτα που έχεις σιγοντάρει δεν αρκούν για να σωθείς. Αντε τώρα να στηλιτεύσεις. Να βγεις από το περιθώριο της συμβατής γνώμης. Το οικουμενικό της θεραπείας. Εχεις τραπεί σε φυγή από κάθε τι αυταπόδεικτο.
Λέω εδώ να σταματήσω. Απομονώνομαι κατά διάφορες έννοιες. Οι έννοιες γίνονται διαφορετικές. Η μύγα απομυζά πιο δυναμικά από τις εμπνεύσεις. Ενώ οι εκδόσεις, ο τύπος, τα φέιγ-βολάν κατακλύζονται από ανθρώπους που γράφουν για την υπογραφή και τα λεφτά. Δεν πρέπει να μιλάς, αλλά να μιλιέσαι. Να εμπεριέχεις και να μην ασπάζεσαι.
Υποχρεώσεις ενός επιπλέον που στολίζεται μεταθανάτια δόξα ενώ τα έχει τινάξει από νωρίς. Εχει παραδώσει. Διατυμπανίσματα που κολλούν κάτω απ' τη γλώσσα. Παράτα μες στην παράτα δίχως χειροπιαστό γέμισμα. Εγκολπώνεται τεκμήρια που τα πεπραγμένα του ουδέποτε αφορούσαν· τα γραφτά του δε, τα γραφτά του παρέμειναν απλώς γραμμένα. Για την προσωπική του ιστορία που είναι η ιστορία μιας γυαλάδας στον απομεσήμερο τρούλο πάνω από τα κεφάλια που έχουν σπεύσει για προσκύνημα. Παρατηρεί τον πληθυντικό του να φραξιάζει και να επιτίθεται. Είναι τόσοι που περνιούνται για ένας.
Ασύμμετρη επαναφορά στο άδειασμα του ενικού στομάχου. Γνωστοποιημένη πλέον και η αντιγραφή που υπομένεις. Υπό άλλες συνθήκες το να σε αντιγράφουν θα αποτελούσε τιμή, γι' αυτό αντιγράφεις εσύ. Χάθηκες. Ξαναβρέθηκες. Λεονταρισμοί εντός του φρέατος της μητρός.
Λογοτεχνίζεις γιατί ακόμη χάνεσαι. Οι οριστικά χαμένοι γράφουν λογοτεχνία. Μέχρι τότε αναμορφώνεσαι πλάι στη θερμάστρα. Κομπορρημοσύνη στα εκδιδόμενα.
Εχεις ενημερώσει άπαντες ότι πονάς στ' αλήθεια, μα, αυτό γιατί δεν καταφέρνει να σημαίνει κάτι πέρα από σένα;
Σε ξαναβλέπω στον ρόλο του Kikuchiyo. Αυτήν τη φορά με την επιμέλεια μιας καλύτερης πρόθεσης· ετούτη τη φορά προσφέρεται μια άνεση που επιτρέπει περαιτέρω τιτλοφορία. Οσα συνάδουν με το εφικτό μιας ζωής που σε σπρώχνει να περιγράψεις αυτό που αδυνατείς υπαρκτικά να επιφέρεις. Κοιτάζεσαι που διαδηλώνεις.
Η γραφή δεν μπορεί παρά να είναι εσύ. Είναι κι αυτή μια πραγματικότητα σαν όλες εκείνες, στις οποίες ακόμη πιο καταρρακωμένος θα καταλήξεις. Λες τόσα με απώτερο σκοπό να συσκοτίσεις. Εφοδος στο μαυσωλείο που σε συντάραξε τόσο.
Η γλώσσα διαθέτει, τοιουτοτρόπως, ένα είδος τροπισμού, το απόλυτο τέχνασμα: είκοσι τέσσερα γράμματα όλα κι όλα. Παραδαρμός. Τι είναι εκείνο όμως που θα την καταστήσει φορέα νοήματος; Η μόνη δικαιοσύνη είναι η αλήθεια.
Ή έχεις τίποτε άλλο κατά νου, όπως την κάτω βόλτα. Ξεκινώντας από πού;
Κοινά θρυλήματα. Κοινά παθήματα. Κοινή μακάβρια συναίνεση σ' ένα συνειρμικό τίποτα. Το τίποτα είναι μια άσχημη λέξη, παρ' όλα αυτά την αντιλαμβάνονται όλοι.
Η βροχή δεν είναι κουβάδες που αδειάζουν κάποιοι. Δεν με βλέπεις, κι όμως κάθομαι στο σκοτάδι φουμάροντας ένα sumatra premium, χαρισμένο από καλό χέρι. Ασθμαίνεις και θέλεις να ανοίξω τα φώτα· μα έχω ξηλώσει όλους τους διακόπτες. Η νύχτα είναι μεγάλη.
Αυτήν την εποχή δεν σιγοντάρω. Παίρνω απ' αλλού μελάνι.

Όλα τα πρωτότυπα κείμενα της ιστοσελίδας υπόκεινται στον νόμο περί πνευματικών δικαιωμάτων. Για την όποια χρήση ολόκληρων κειμένων ή αποσπασμάτων, από τρίτους, χρειάζεται άδεια από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας.

© Γιάννης Λειβαδάς: yannislivadas@gmail.com

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΜΟΝΤΑΡΤ (Alloglotta 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΑΝΑΠΤΥΓΜΑ (Κουκούτσι 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

ΤΟ ΞΙΓΚΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ (Κέδρος 2015)

.

.

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου

Τζακ Κέρουακ - Ρεμπό και 18 Χάικου
Δίγλωσση έκδοση, (Κουκούτσι 2015)

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη

Μπλεζ Σαντράρ - 23 Ποιήματα και μία συνέντευξη
(Κουκούτσι 2012)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Αρχειοθήκη ιστολογίου