«Αυτός που διαβάζει με όρους ανοχής, μπορεί να με διαβάσει. Αυτός που διαβάζει με όρους συμμετοχής, όχι».

Γ. Λ.

Αρχική Σελίδα Βιβλιογραφία Βιογραφικό Μεταφράσεις English/Français

Τrom bo

trompette bouchée

Απόσπαση




Αυτό
Απ’ το μέλλον έχω αποσπάσει
Κι εδώ το δίνω
Το παίρνω.

Το όνομά μου συμπαίκτης
Διασκεδασμένος απ’ την αυριανή διοίκηση.

Ανακόλουθος.
Τα εντοπισμένα στοιχεία
Δεν με καλύπτουν
Είμαι αστήρικτος
Ασυνόδευτος
Βραχίονες εκβολών
Που δεν επιτρέπουν ξυλοπόδαρα.

Στάθμη των ποιμνίων
Ενωτική ρωγμή.

Αφέγγαρη καρδιά χρυσού
Ψήνεται σε γαλήνιο γρασίδι.




                                                                                      05/06/2009
                                                                                                  Paris
                                                                                                  Γ. Λ.

Ηλιοτρόπια ζωσμένα τρέλα

Ηλιοτρόπια ζωσμένα τρέλα
ανυπομονούν,
το φιάσκο των ηλιοτρόπιων
κουμαντάρουν.


Αθήνα, 1993

Yannis Livadas: Ljudska povijest bila bi vjerojatno čista nula da nije poezije / Quorum magazine of the arts

http://www.uzitakitekst.com/product.php?id_product=365


Γιάννης Λειβαδάς: αφιέρωμα με μεταφράσεις ποιημάτων και δύο συνεντεύξεις.
















La voix du portail

"Une grande partie de la poésie contemporaine utilise un verbalisme qui est pire que la rhétorique politique".


La portail de Saint-Séverin
02/2012



Yannis Livadas / Siete Poemas / El Perseguidor / Febrero 2012






http://es.scribd.com/doc/80942133/El-perseguidor-83-revista-de-limba-spaniola-din-Tenerife
El Vuelo De Icaro
Yannis Livadas / Siete poemas
[por Mario Domonguez Parra, traduction y notas]
Numero 83
Mieroles, 1
de Febrero
de 2012

Τσαρλς Μπουκόβσκι: "Μας αρμόζει όλο ετούτο το χάλι"

Τσαρλς Μπουκόβσκι: «Μας αρμόζει όλο ετούτο το χάλι, και σε κάνα δυο ή πέντε ή δέκα χρόνια από σήμερα, όταν θα αναλογιζόμαστε πως την έχουμε πατήσει, εκείνοι που σήμερα θριαμβολογούν πιστεύοντας πως είναι κάποιοι, είμαι βέβαιος ότι τότε θα είναι οι πλέον ανίκανοι να αρθρώσουν λέξη για την συνεισφορά τους στα πορνεία και τους ευνούχους της μούσας.»


Γιάννης Λειβαδάς: Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό [Ηριδανός 2007]



Πριν καν πατήσω οποιοδήποτε πλήκτρο, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους αναγνώστες του Ουρλιαχτού (Ηριδανός 2007) που εξάντλησαν την έκδοσή του, και παράλληλα έδωσαν πνοή στην προσπάθεια που γίνεται τελευταία να αναδειχθούν, γενικά και πιο ειδικά, στοιχεία και σημεία της ποιητικής γραφής που ήταν εδώ και δεκαετίες εκτοπισμένα από το δημιουργικό πλατό της σύγχρονης ελληνικής κριτικής.
Διάβασα πρώτη φορά το Ουρλιαχτό του Άλλεν Γκίνσμπεργκ από μία μετάφραση της κακιάς ώρας, όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Για την Γενιά των Μπιτ δεν γνώριζα πολλά, μα μέσα στη δίνη των εφηβικών αναζητήσεων και των πρώτων σημαντικών εμπειριών, το ποίημα του Γκίνσμπεργκ ήρθε να ενισχύσει μέσα μου όλη εκείνη την θαυματουργή αίσθηση της ζωής, που παρότι την νιώθεις να καίγεται, σαν στέκεσαι στην άκρη μιας προκυμαίας απέναντι στη μαβιά θάλασσα και τους σημαδιακούς γλάρους μιας επαρχίας, νιώθεις εκείνο το μυστηριακό συστατικό της που σε κάνει να θες να ουρλιάξεις για το πόσο ωραίο είναι να είσαι ζωντανός και άνθρωπος ακόμη και μέσα σ’ αυτόν τον ιδιόμορφο ολοκληρωτισμό.
Στις μέρες μας αυτό το κλασικό πλέον ποίημα δεν μετρά τόσο για την τεχνική και το ύφος του, μα περισσότερο για όλη εκείνη την δίκαιη και δραματική απεικόνιση των σύγχρονων κοινωνιών μα και του κόσμου του ποιητή. Είναι η γυμνή αλήθεια του ποιήματος που συντείνει για μια υψηλή συνειδητοποίηση αλλά και προκαλεί.
Η ποίηση των Μπιτ εν γένει· ο τρόπος χειρισμού των θεμάτων τους, το ύφος και η γλώσσα τους είχαν τεράστια επίδραση στη νεότερη λογοτεχνία, και μέχρι να εμφανιστεί μία παρομοίως ανανεωτική κίνηση στα λογοτεχνικά πράγματα, θα εξακολουθούν να επιδρούν και να βρίσκονται στη πρώτη γραμμή της ποιητικής δοκιμασίας, ως κίνημα.
Την εποχή της αποπομπής μου από τον ελληνικό στρατό με τα παράσημα της φρενοβλάβειας, έπεσε στα χέρια μου μία ακόμη μετάφραση του Ουρλιαχτού, αποσπασματική αυτή την φορά, δια χειρός Σπύρου Μεϊμάρη. Σύντομα θα συνδεόμουν φιλικά με τον μεταφραστή και θα μάθαινα από πρώτο χέρι για το ποιόν και την καθημερινή στάση του Γκίνσμπεργκ αφού ο Σπύρος τον γνώριζε από το ΄60 και διατηρούσε μαζί του επαφή δια αλληλογραφίας. Εξέλιξη όλων αυτών ήταν να αρχίσω να αλληλογραφώ κι εγώ με την σειρά μου με τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ για έξι περίπου χρόνια και να συνδεθώ μαζί του. Τότε ήταν που ξεκίνησα να μεταφράζω το Ουρλιαχτό και να ασχολούμαι όλο και πιο εμπεριστατωμένα με την λογοτεχνία των Μπιτ και την κληρονομιά που μας έχουν αφήσει.
Εξακολουθώ να πιστεύω πως ο Σπύρος Μεϊμάρης ήταν ο μόνος που είχε ασχοληθεί σοβαρά με την Γενιά των Μπιτ - και τώρα που τον φέρνω στο μυαλό μου νιώθω θλίψη που αντ’ αυτού εκπροσώπησαν τους Μπιτ και τοποθετήθηκαν για το έργο τους κάποια ρεντίκολα της Αθηναϊκής «υποκουλτούρας», μα και οι γνωστοί σαλτιμπάγκοι (μεταφραστές και ποιητές) του χώρου των ελληνικών γραμμάτων, που υποβάθμισαν την γραφή τους -κυρίως του Γκίνσμπεργκ και του Κέρουακ- μέσω μίας δήθεν εξελιγμένης και ψύχραιμης (μοντέρνας) κριτικής που εξασφάλισε στους υπογράφοντες μία παραπάνω καταχώρηση «δημιουργικής ενασχόλησης με την λογοτεχνία» στην προσωπική τους βιβλιογραφία.
Μετά την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1994, ο Γκίνσμπεργκ εξέφρασε και ο ίδιος την απογοήτευσή του για τη στάση των ανθρώπων που συνάντησε στην Ελλάδα και το πόσο ανενημέρωτοι ήταν. Φίλοι του ελληνικής καταγωγής που ζουν στη Νέα Υόρκη του παρέδωσαν, λίγο αργότερα, κάποιες παρατηρήσεις για τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του, και σαν αποτέλεσμα ήταν να αποφανθεί ο ίδιος πως τα ποιήματά του, και ειδικά το Ουρλιαχτό, πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν έργα που ανήκουν στην αμερικανική ποιητική παράδοση και κάθε οριζόντιος συσχετισμός με φιλολογικές, ιδεολογικές ή άλλες προσεγγίσεις που τείνουν να αναδείξουν το ποίημα αποσπασμένο από τις βασικές του συνιστώσες, ήτοι: Θρησκευτικότητα, Ρομαντισμός, και Ανυπακοή, είναι χαμένη υπόθεση. Οι τραγικές αστοχίες και τα ανεπανάληπτα λάθη απ’ αυτούς που μιλούν και γράφουν για τους Μπιτ μα και μεταφράζουν έργα τους, εξακολουθούν ακόμη στις μέρες μας. Απόρροια ασφαλώς του καθολικού φαινομένου «ειδικότης μηδέν» που διαπερνά σχεδόν όλο το φάσμα των σύγχρονων ελληνικών γραμμάτων. Αλλά ας τ’ αφήσουμε αυτά.
Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο των αμερικανικών γραμμάτων, ήταν μέλος εκείνης της αμίμητης παρέας (με τον Τζακ Κέρουακ, τον Λούσιεν Καρ τον Ουίλλιαμ Μπάρροουζ κι άλλους), η οποία αποτέλεσε τη μήτρα ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που θα σημάδευε για πάντα τη νεότερη αμερικανική και παγκόσμια λογοτεχνία. Νεαρός και απροετοίμαστος ακόμα ποιητής, ο Γκίνσμπεργκ κυκλοφορούσε ανάμεσα στο πανεπιστήμιο Κολούμπια και την Τάιμς Σκουέαρ, διάγοντας μια πολύχρωμη και περιπετειώδη ζωή, που δεν της έλειψαν τα ναρκωτικά, η ομοφυλοφιλία, ο τυχοδιωκτισμός και τα οράματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Γκίνσμπεργκ μετακόμισε στην Καλιφόρνια όπου και συγκρότησε μαζί με άλλους πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες (όπως ο Γκάρυ Σνάιντερ, ο Μάικλ ΜακΚλουρ, ο Φίλιπ Λαμαντία, ο Λόρενς Φερλινγκέττι και πολλούς ακόμη), την «Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο». Στη συνέχεια ο Γκίνσμπεργκ πρωτοστάτησε στον χώρο της ποίησης σαν φυσιογνωμία με τεράστια φήμη και βαρύτητα, για μια ολόκληρη πεντηκονταετία.
Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ γεννήθηκε στις 3 Ιουνίου του 1926, στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϋ. Πέθανε στις 7 Απριλίου του 1997 στην πόλη της Νέας Υόρκης. Το 1956 με την έκδοση του Ουρλιαχτού, ο Γκίνσμπεργκ ξεκίνησε μία πορεία αναζήτησης ενός νέου οχήματος που θα έφερνε την ποίηση στα μέτρα και στις ανάγκες της σύγχρονης ζωής, αλλά θα ήταν εξίσου σε θέση να κυοφορήσει την μετέπειτα εξελιγμένη της συνέχεια.
Βασισμένος κι αυτός, όπως και ολόκληρη η Γενιά των Μπιτ, στα έργα και τις εισηγήσεις των Υπερβατιστών (Έμερσον, Θορώ, Ουίτμαν), κινητοποιήθηκε ώστε να καλύψει όσο το δυνατό πληρέστερα ένα προσδόκιμο πεδίο αναφορών που θα έδιναν εκ νέου εξακριβωμένες απαντήσεις. Μυημένος στην μεταφυσική του πνεύματος, και στην ιερότητα της σπατάλης του ανθρωπίνου δράματος, αποτέλεσε μαζί με τον Χαρτ Κρέην και τον Χάρολντ Νορς, τα πιο λαμπρά παραδείγματα του Ουϊτμανικού ιδεώδους.
Η γραφή του πέρασε από διάφορα στάδια επηρεασμών και εξέλιξης. Καταπιάστηκε με την ρομαντική σημειογραφία, τα επιγράμματα, την αυτόματη γραφή, ακόμη και με το τραγούδι. Τα άσματα και τα προφητικά οράματα του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ έπαιξαν και αυτά καθοριστικό ρόλο στη γραφή και την σκέψη του. Ο Γκίνσμπεργκ βίωσε ένα μυστηριακό παραλήρημα με τον μεγάλο άγγλο ρομαντικό ποιητή, το οποίο διήρκησε χρόνια. Ο Μπλαίηκ έγινε βαρύς οπλισμός στα χέρια του Γκίνσμπεργκ· προωθητήρας των δικών του σαλπισμάτων.
Ο ανοιχτός, εξομολογητικός λόγος της ποίησής του, προφανέστατα ανασυρμένος από τον Ουίτμαν, είχε έναν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό και ειλικρινή χαρακτήρα, «όταν προσεγγίζεις τη Μούσα να μιλάς με την ίδια ειλικρίνεια που μιλάς στον εαυτό σου ή στους φίλους σου». Να ειπωθεί εκείνο που σκόπιμα αποκρύπτεται ώστε ο ποιητικός λόγος να πιάσει την ουρά του με το στόμα του.
Ο Γκίνσμπεργκ πάντως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, επέλεξε να αλλάξει κατεύθυνση, παίζοντας τον ρόλο ενός υπερ-εθνικού ποιητή διαμαρτυρίας, αφήνοντας την μετεξέλιξη της γραφής σε αλλονών χέρια. Αν και κορυφαία φυσιογνωμία της Γενιάς των Μπιτ, έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Γραμμάτων, τιμήθηκε με το μετάλλιο του Τάγματος των Ιπποτών για τις Τέχνες και τα Γράμματα από το γαλλικό υπουργείο πολιτισμού. Δέχθηκε δεκάδες λογοτεχνικά βραβεία, ηχογράφησε αρκετούς δίσκους μακράς διαρκείας και εξέδωσε δεκάδες ποιητικές συλλογές, ημερολογιακές καταγραφές και δοκίμια. Σήμερα, εκλιπών πια θεωρείται ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους ποιητές της υφηλίου, κι ένας από τους κορυφαίους της αμερικανικής μεταμοντέρνας λογοτεχνίας.
Το Ουρλιαχτό ήταν ένα ποίημα που άλλαξε την ροή των αμερικανικών (και όχι μόνο) γραμμάτων. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν ήταν παρά μία εύστοχα εκλεπτυσμένη παραλλαγή της πρωτοποριακής γραφής του Τζακ Κέρουακ. Στο Ουρλιαχτό ο Γκίνσμπεργκ χρησιμοποίησε το ψυχολογικό αδιέξοδο και την ιδεολογική ήττα για να μας εισάγει σε μία, ώριμη πλέον, επείγουσα και συνειδητοποιημένη απόπειρα ακύρωσης του στημένου παιχνιδιού, τόσο της ζωής όσο και της ποίησης. Αυτή η παγκοσμιοποιημένη πλέον ήττα είναι που προσδιορίζει δραματικά ολόκληρο τον σύγχρονο κόσμο.
Η ποίηση του Ουρλιαχτού ήταν χειμαρρώδης, μια οργιώδης έκφραση εκείνου που ο ίδιος ο Ginsberg ονόμαζε «Αδιαχώριστη Συνείδηση», της απόλυτης συγχώνευσης του παραλόγου, της φαντασίας, του προφητικού πνεύματος και της σοφίας της καθημερινής εμπειρίας. Το Ουρλιαχτό είναι κείμενο σαφώς προορισμένο να απαγγέλλεται, να ακούγεται, και στις μέρες μας έχει έναν ακόμη σπουδαίο λόγο ύπαρξης: την κραυγή της ανάγκης να μην λησμονηθεί το πνεύμα της ίδιας της Ποίησης, τόσο μέσα στον κόσμο της ανόργανης, φασματικής γνώσης, η οποία υποδηλώνεται με το έκτρωμα που ονομάζουμε σήμερα, υπό το καθεστώς υπογαστρικών σκιρτημάτων, «πληροφόρηση», όσο και εντός του οργανικού σώματος της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας.

Κλείνω με λίγους στίχους από το ποίημα:

«Και όποιος εν τέλει έτρεξε μέσα στους παγωμένους δρόμους κυριευμένος από την ξαφνική αναλαμπή της αλχημείας της χρήσης της γεωμετρικής έλλειψης του καταλόγου του μέτρου και του δονητικού πεδίου,
που ονειρεύτηκε και δημιούργησε ενσαρκωμένα χάσματα στον Χώρο και τον Χρόνο μέσα από εικόνες συγκρινόμενες, και παγίδεψε τον αρχάγγελο της ψυχής ανάμεσα σε δύο οπτικά είδωλα
και συνένωσε τα βασικά ρήματα και έβαλε το ουσιαστικό και την παύλα της συνείδησης μαζί αναπηδώντας με την αίσθηση του Pater Omnipotens Aeterna Deus για να δημιουργήσει πάλι το μέτρο και την σύνταξη της φτωχής ανθρώπινης πρόζας και να σταθεί μπροστά σου άφωνος και ευφυής και τρεμάμενος από ντροπή, απορριμμένος μα εξoμολογώντας την ψυχή για συμπόρευση με τον ρυθμό της σκέψης μες στο γυμνό του και ατέλειωτο κεφάλι,
ο τρελός αλήτης και άγγελος μπιτ μέσα στον Χρόνο, άγνωστος, θέτοντας όμως εδώ αυτό που ίσως αξίζει να ειπωθεί στον χρόνο μετά τον θάνατο, και αναστήθηκε μετενσαρκωμένος με τα φασματικά ρούχα της τζαζ μέσα στον χρυσοκέρατο ίσκιο της μπάντας
και έπαιξε τον πόνο του γυμνού μυαλού της Αμερικής για την αγάπη μ’ ενός σαξόφωνου την κραυγή ηλί ηλί λαμά σαβαχθανί που ρίγησε τις πόλεις ως το τελευταίο ραδιόφωνο με την απόλυτη καρδιά του ποιήματος της ζωής σφαγμένη βγαλμένη απ’ τα κορμιά τους τροφή καλή για χίλια χρόνια».


Αρχειοθήκη ιστολογίου

.